Αυτή η είδηση με συγκλόνισε. Δουλεύω κοντά 30 χρόνια, πολλές ειδήσεις έχω πει, πολλές έχω γράψει. Όσοι με ξέρουν λίγο, ξέρουν πόσο δυσκολεύομαι ανά στιγμές να διαχειριστώ ό,τι νιώθω, λέγοντας/γράφοντας τέτοιες ειδήσεις.
Η εικόνα των δύο κοριτσιών να κρατιούνται από το χέρι και να πηδάνε στο κενό, με στοιχειώνει.
Δεν είναι μόνο ότι είμαι μαμά. Μαμά ενός κοριτσιού. Είναι γιατί έχω βάλει και εγώ το χέρι μου στην αποτυχία όλων μας, αποτυχία που αντανακλάται σε αυτή τη “βουτιά”, σε αυτή την απόγνωση των 17χρονων κοριτσιών. Βούτηξαν με την ελπίδα ότι θα βρουν κάτι καλύτερο. Πόσο ειρωνικό…πόσο αποκαρδιωτικό, πόσο τραγικό.
Γιατί δεν έχουμε κάνει αυτόν τον κόσμο “ελκυστικό” για τα 17χρονα παιδιά; Γιατί τον έχουμε κάνει τόσο αποκρουστικό;
Μα γιατί δεν τους δώσαμε χώρο να τον συνδιαμορφώσουμε. Δεν τους ζητήσαμε ποτέ την γνώμη τους. Δεν ακούσαμε την φωνή τους, την κραυγή ή την απόγνωσή τους. Δεν μιλήσαμε ποτέ για τις ανάγκες τους. Μας αρκεί να καλύπτονται άτσαλα οι δικές μας.
Δεν θα μπω στη συζήτηση τώρα αν πχ πρέπει να καταργήσουμε τις πανελλήνιες εξετάσεις και διάφορα άλλα που διαβάζω στο “καφενείο” των social media. Ειναι ένας “μικρός” και κοντόφθλαμος τρόπος να σταθούμε απέναντι στην τραγωδία. Είναι “λίγο” γι αυτά τα κορίτσια που επέλεξαν το κενό αντί για την ζωή.
Είναι ένας τρόπος να δραπετεύσουμε από τις δικές μας ευθύνες. Είναι πάντα άλλωστε πιο βολικό να φταίνε οι άλλοι, να φταίει κάτι εν πάσει περιπτώσει εκτός από εμάς.
Τα “πνίγουμε” τα παιδιά μας, τα κλείνουμε σε κλουβιά, τους τσαλαπατάμε το είναι τους και τα όνειρά τους. Δεν τα αφήνουμε να αναπνεύσουν. Να ορίσουν μόνα τους το μονοπάτι που θα ακολουθήσουν. Θέλουμε να είμαστε ο οδηγός σε όλα, αντί να είμαστε συνταξιδιώτες.
Το μόνο που εύχομαι τώρα – για πρώτη φορά στη ζωή μου – είναι να υπάρχει όντως ζωή μετά από εδώ.