Πώς θωρακίζεται η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης; Η ανάγκη για νέες συνταγματικές εγγυήσεις

Άρθρο του Βουλευτή Ρεθύμνου της Νέας Δημοκρατίας, Γιάννη Κεφαλογιάννη, μέλους της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, με αφορμή την τοποθέτησή του κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής στη Βουλή στη σχετική συζήτηση για το άρθρο 89 και 90

Μην χάνεις είδηση. Βάλε το CRETA24 στην Google
ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΟ CRETA24 ΣΤΗΝ GOOGLE

Κάθε φορά που αλλάζει η ηγεσία των ανωτάτων δικαστηρίων, η δημόσια συζήτηση ακολουθεί ένα γνώριμο μοτίβο. Ποιος προηγείται στην επετηρίδα; Ποιος θεωρείται «κοντά» στην εκάστοτε κυβέρνηση; Ποιος ευνοείται και ποιος παρακάμπτεται; Κάθε φορά που ένας ανώτατος δικαστικός λειτουργός αναλαμβάνει, αμέσως μετά την αφυπηρέτησή του, υπουργικά καθήκοντα ή μια κορυφαία δημόσια θέση, η ίδια συζήτηση αναζωπυρώνεται. Ακόμη και όταν δεν υπάρχει η παραμικρή σκιά ως προς την προσωπική ακεραιότητα των προσώπων, πώς διασφαλίζεται ότι εκείνοι που έχουν αναλάβει να ελέγχουν την εξουσία παραμένουν πραγματικά ανεξάρτητοι;

Η πρόταση αναθεώρησης της Νέας Δημοκρατίας για τα άρθρα 89 και 90 του Συντάγματος επιχειρεί να απαντήσει ακριβώς σε αυτό το ερώτημα. Ο Alexander Hamilton, ένας από τους θεμελιωτές του αμερικανικού συνταγματισμού, έγραφε στα Federalist Papers ότι η Δικαιοσύνη είναι η μόνη εξουσία που δεν διαθέτει «ούτε το ξίφος ούτε το δημόσιο ταμείο». Δεν έχει μηχανισμούς επιβολής ούτε ελέγχει τους οικονομικούς πόρους του κράτους. Η πραγματική της δύναμη βρίσκεται αλλού: στο κύρος των αποφάσεών της και στην εμπιστοσύνη που εμπνέει στους πολίτες.

Η εμπιστοσύνη αυτή, όμως, δεν δοκιμάζεται μόνο από το περιεχόμενο των δικαστικών αποφάσεων. Δοκιμάζεται και όταν τα όρια μεταξύ των διαφορετικών λειτουργιών του κράτους καθίστανται δυσδιάκριτα.

Το ισχύον Σύνταγμα απαγορεύει στους εν ενεργεία δικαστικούς λειτουργούς να συμμετέχουν στην Κυβέρνηση. Δεν προβλέπει, όμως, τίποτε για το τι συμβαίνει αμέσως μετά την αφυπηρέτησή τους. Η ελληνική δημόσια ζωή έχει γνωρίσει περιπτώσεις κατά τις οποίες ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί ανέλαβαν υπουργικά καθήκοντα, τοποθετήθηκαν σε ανεξάρτητες αρχές ή αξιοποιήθηκαν σε κορυφαίες δημόσιες θέσεις αμέσως μετά την αποχώρησή τους από το δικαστικό σώμα.

Το ζήτημα δεν είναι η προσωπική ακεραιότητα των προσώπων. Ούτε η αποτίμηση επιλογών που έγιναν στο παρελθόν. Είναι η ανάγκη να αποκλειστεί η δυνατότητα δημιουργίας προσδοκιών αμοιβαίου οφέλους μεταξύ διαφορετικών κέντρων εξουσίας. Η πιθανότητα η δικαστική ιδιότητα να εκλαμβάνεται ως προθάλαμος μελλοντικής πολιτικής ή διοικητικής αξιοποίησης.

Γι’ αυτό και η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας προβλέπει μια ελάχιστη περίοδο τριών ετών από την αφυπηρέτηση των δικαστικών λειτουργών πριν από τη συμμετοχή τους στην Κυβέρνηση ή την τοποθέτησή τους σε ανεξάρτητες αρχές. Όχι ως τιμωρία απέναντι στα πρόσωπα, αλλά ως θεσμική εγγύηση απέναντι στην πιθανότητα συναλλαγής και ως μηχανισμό προστασίας της εμπιστοσύνης των πολιτών στη Δικαιοσύνη.

Υπάρχει, όμως, και ένα δεύτερο, ίσως ακόμη πιο κρίσιμο, ερώτημα: ποιος πρέπει να επιλέγει εκείνους που θα ηγηθούν της Δικαιοσύνης; Σήμερα, το άρθρο 90 παράγραφος 5 του Συντάγματος αναθέτει την τελική απόφαση στο Υπουργικό Συμβούλιο. Το πολιτικό σύστημα δεν έχει καταφέρει να πείσει την κοινωνία γιατί η εκτελεστική εξουσία πρέπει να διατηρεί τον αποφασιστικό λόγο στην επιλογή της ηγεσίας εκείνης ακριβώς της εξουσίας που καλείται, μεταξύ άλλων, να ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεών της.

Ακόμη και αν οι επιλογές γίνονται πάντοτε με αξιοκρατικά κριτήρια –και δεν έχουμε δικαίωμα να υποθέσουμε το αντίθετο– η δημόσια συζήτηση ακολουθεί σχεδόν πάντοτε την ίδια διαδρομή. Ποιος προηγείται στην επετηρίδα; Ποιος θεωρείται πιο κοντά στη μία ή στην άλλη πολιτική παράταξη; Ποιος «ευνοείται» και ποιος «παρακάμπτεται»;

Ανεξαρτήτως της βασιμότητας αυτών των κρίσεων, το αποτέλεσμα είναι ένα: το κύρος του θεσμού τραυματίζεται. Η συζήτηση μετατοπίζεται από τους κανόνες στα πρόσωπα και από τις θεσμικές εγγυήσεις στις πολιτικές εντυπώσεις.

Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας επιχειρεί να απαντήσει σε αυτή τη δυσλειτουργία με ένα διαφορετικό θεσμικό σχήμα. Οι Ολομέλειες των ανωτάτων δικαστηρίων θα προτείνουν τρεις υποψηφίους για κάθε θέση ευθύνης και η τελική επιλογή θα πραγματοποιείται από ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή, χωρίς κυβερνητική παρέμβαση.

Η πρόταση αυτή δεν υπόσχεται την εξάλειψη κάθε κινδύνου. Καμία θεσμική αρχιτεκτονική δεν μπορεί να το εγγυηθεί. Επιχειρεί, όμως, κάτι απολύτως αναγκαίο: να μεταφέρει τη διαδικασία από το πεδίο της κυβερνητικής απόφασης σε ένα σύστημα ευρύτερης θεσμικής συμμετοχής και διαφάνειας. Μπορεί να μην πρόκειται για μια θεαματική ή ριζοσπαστική μεταβολή. Όμως η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δεν οικοδομείται με μεγάλες διακηρύξεις· χτίζεται σταδιακά, μέσα από μικρές αλλά ουσιαστικές θεσμικές εγγυήσεις.

Προηγούμενο

Ως τις 8 Ιουλίου οι ηλεκτρονικές αιτήσεις εγγραφής στο Εσπερινό Λύκειο Ασημίου

Επόμενο

Ηράκλειο: Έχασε τη μάχη ο 60χρονος εγκαυματίας από το σοκαριστικό τροχαίο

Μην χάνεις είδηση. Βάλε το CRETA24 στην Google
ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΟ CRETA24 ΣΤΗΝ GOOGLE
Σχετικά Άρθρα