Μην χάνεις είδηση. Βάλε το
CRETA24
στην Google
ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΟ CRETA24 ΣΤΗΝ GOOGLE
«Η πίεση στην Κρήτη για το νερό μοιράζεται μεταξύ του έντονου τουρισμού και του ισχυρού πρωτογενούς τομέα»
Προειδοποίηση για τη λειψυδρία
Για τα υδατικά αποθέματα του φετινού καλοκαιριού στο λεκανοπέδιο Αττικής, τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη μιλά η Δρ Ελισσάβετ Φελώνη, Επίκουρη Καθηγήτρια Ανάλυσης και Διαχείρισης Υδρολογικών Φαινομένων στην Πολυτεχνική Σχολή του ΠΑΔΑ.
Παρουσιάζει μια τεκμηριωμένη και σφαιρική ανάλυση των προκλήσεων που συνδέονται με τη λειψυδρία, εξετάζοντας τα τρέχοντα δεδομένα των αποθεμάτων στην Αττική, αναδεικνύοντας τις ιδιαιτερότητες της νησιωτικής Ελλάδας και της Κρήτης, ενώ προτείνει λύσεις κυκλικής οικονομίας για τον αγροτικό τομέα και τοποθετείται με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης απέναντι στις νέες κατευθύνσεις της τιμολογιακής πολιτικής, σε συνέντευξή της στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.
«Ο φετινός χειμώνας, ιδιαίτερα από τον Ιανουάριο και μετά, μας έδωσε μια σημαντική υδρολογική ανάσα. Τα αποθέματα στους τέσσερις κύριους ταμιευτήρες της Αττικής σχεδόν διπλασιάστηκαν το πρώτο εξάμηνο του 2026, ξεπερνώντας τα 750 εκατομμύρια κυβικά μέτρα, έναντι των περίπου 600 εκατομμυρίων την ίδια περίοδο πέρυσι. Ωστόσο, από επιστημονικής άποψης οφείλουμε να κοιτάζουμε τη μεγάλη εικόνα και όχι μια φωτογραφία της στιγμής. Τα αποθέματα παραμένουν χαμηλότερα από τις ιστορικές κανονικές τιμές —ενδεικτικά, όπως αποκαλύπτουν οι αναλύσεις και τα δορυφορικά δεδομένα του ΕΑΑ, η επιφάνεια του Μόρνου είναι περίπου κατά 25% μικρότερη από τον μέσο όρο της. Η στοχαστική συμπεριφορά των υδρολογικών μεγεθών και η εμμονή των ξηρασιών, ως απόρροια της κλιματικής κρίσης που φέρει αύξηση στην ένταση και τη συχνότητα των ακραίων φαινομένων, δεν επιτρέπουν κανέναν εφησυχασμό», ανέφερε αρχικά η κ. Φελώνη.
Και πρόσθεσε: «Δεδομένης της αυξητικής τάσης στη ζήτηση, λόγω και των χωρικών μεταβολών στις δραστηριότητες εντός Αττικής, η ΕΥΔΑΠ ορθώς προχωρά σε ένα ευρύ επενδυτικό πρόγραμμα 2,5 δισ. ευρώ σε βάθος δεκαετίας, με άμεσες παρεμβάσεις αναβάθμισης δικτύων ύψους 23,6 εκατ. ευρώ που στοχεύουν στον περιορισμό των απωλειών. Παράλληλα όμως, το μεγάλο στρατηγικό έργο του Ευρύτου, που αγγίζει το μισό δισεκατομμύριο, απαιτεί αυστηρό δημόσιο έλεγχο, απόλυτη διαφάνεια στο κόστος για να αποτραπούν φαινόμενα κερδοσκοπίας, και πλήρη περιβαλλοντική προστασία των επηρεαζόμενων περιοχών. Βλέπουμε δυστυχώς ότι όταν το κράτος καθυστερεί να ωριμάσει έγκαιρα τις υποδομές, αναγκάζεται να καταφεύγει εκ των υστέρων σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης, το οποίο συνεπάγεται κλειστές προσκλήσεις και αδιαφανείς αναπροσαρμογές κόστους. Οφείλουμε επίσης να επισημάνουμε τη σοβαρή κοινωνική διάσταση της νέας τιμολογιακής πολιτικής (ΦΕΚ 7188/Β΄/30-12-2025). Η επιλογή να μετατοπιστεί το βάρος από την αναλογική κατανάλωση στα σταθερά πάγια υπονομεύει την αρχή της κοινωνικής ανταποδοτικότητας και επιβαρύνει οριζόντια το μέσο νοικοκυριό με επιπλέον 30 ευρώ ετησίως».
Το φαινόμενο των νησιών και η λειψυδρία
Ερωτώμενη για την κατάσταση στα νησιά, αφού ορισμένα ζητούν να κηρυχθούν σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης η Δρ Ελισσάβετ Φελώνη, απάντησε:
«Στα νησιά μας, και ιδιαίτερα στις Κυκλάδες και το Νότιο Αιγαίο, αντιμετωπίζουμε τη βίαιη σύγκλιση δύο παραγόντων: της κλιματικής κρίσης και της άναρχης ανάπτυξης. Το 2024 και το 2025 ήταν έτη εξαιρετικά θερμά και ξηρά, με μειώσεις των βροχοπτώσεων που άγγιξαν το 50% σε ορισμένες περιοχές. Όταν αυτή η υδρολογική στενότητα συναντά την εκρηκτική αύξηση της εκτός σχεδίου δόμησης, των τουριστικών κλινών και των υποδομών υψηλής έντασης νερού (όπως οι χιλιάδες πισίνες και οι διαμορφωμένοι κήποι), το σύστημα νομοτελειακά καταρρέει. Το φαινόμενο των νησιών που κηρύσσονται σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης έχει γίνει, δυστυχώς, μια βολική διοικητική πρακτική για να χρηματοδοτούνται άμεσα υποδομές, αλλά ταυτόχρονα να παρακάμπτονται οι τυπικές, αυστηρές περιβαλλοντικές αδειοδοτήσεις και να εγκαθίστανται εσπευσμένα μονάδες αφαλάτωσης. Από το 1980 που είχαμε την πρώτη μονάδα στη Μύκονο, σήμερα ξεπερνούμε τις 150 σε όλη τη χώρα, με τις μονάδες να διπλασιάζονται τα τελευταία χρόνια, μετατρέποντας μια λύση ανάγκης σε μόνιμο μοντέλο.
Σχετικά με την Κρήτη, η κατάσταση είναι εξίσου ανησυχητική αλλά με διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά, καθώς εκεί η πίεση μοιράζεται μεταξύ του έντονου τουρισμού και του ισχυρού πρωτογενούς τομέα. Οι διαθέσιμοι υπόγειοι και επιφανειακοί πόροι εμφανίζουν ραγδαία πτώση της στάθμης λόγω υπερεκμετάλλευσης και υδροκλιματικών συνθηκών. Τα επίσημα Σχέδια Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών ναι μεν αναθεωρούνται, έστω και με μεγάλες καθυστερήσεις, όμως η απουσία εξειδικευμένων τοπικών στρατηγικών σχεδίων για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας και της ξηρασίας μάς αναγκάζει να κινούμαστε με πυροσβεστικές λύσεις, τρέχοντας πίσω από τα προβλήματα αντί να τα προλαμβάνουμε».
Όπως φαίνεται και φέτος αρκετά από τα γνωστά ελληνικά νησιά θα αντιμετωπίσουν πρόβλημα υπερτουρισμού. Πόσο προετοιμασμένα είναι σε επίπεδο επάρκειας νερού;
«Με τις εκτιμήσεις να δείχνουν περαιτέρω άνοδο της τουριστικής κίνησης, η απάντηση είναι ότι πολλά νησιά βρίσκονται ήδη πέρα από τα όρια της υδατικής τους φέρουσας ικανότητας. Αντιμετωπίζουμε αυτή τη δομική κρίση με πυροσβεστικές και εξαιρετικά ενεργοβόρες λύσεις, όπως οι αφαλατώσεις, οι οποίες στην πλειονότητά τους λειτουργούν με συμβατικές μορφές ενέργειας (αντί υποχρεωτικής αδειοδότησης συνδυαστικά με συστήματα ΑΠΕ), επιβαρύνοντας το ενεργειακό ισοζύγιο και αυξάνοντας κατακόρυφα το κόστος του νερού. Το πιο οξύ πρόβλημα όμως είναι οι τεράστιες απώλειες στα πεπαλαιωμένα εσωτερικά δίκτυα διανομής των Δήμων, οι οποίες βάσει των τεχνικών αναλύσεων κυμαίνονται από 30% έως και 50%. Πρόκειται για ένα τεχνοκρατικό παράδοξο: παράγουμε ένα πολύ ακριβό -και ενεργοβόρο- νερό μέσω αφαλάτωσης και σχεδόν το μισό το χάνουμε στο υπέδαφος λόγω διαρροών. Παράλληλα, οι προσωρινές άδειες των μονάδων αυτών αφήνουν τυφλά σημεία ως προς την περιβαλλοντική διαχείριση του αλμόλοιπου, του υγρού δηλαδή υπολείμματος με υψηλή συγκέντρωση άλατος, η ανεξέλεγκτη διάθεση του οποίου συνδέεται με σοβαρές επιπτώσεις στο θαλάσσιο οικοσύστημα και τα λιβάδια Ποσειδωνίας. Την ίδια στιγμή, έχουμε εγκαταλείψει τις παραδοσιακές, ιστορικά δοκιμασμένες πρακτικές συλλογής ομβρίων υδάτων. Θυμίζω ότι η πρόβλεψη για υποχρεωτικές ομβροδεξαμενές σε συγκεκριμένα άνυδρα νησιά (ΦΕΚ 402/Δ/17-05-2002) έχει ουσιαστικά αδρανήσει στην πράξη, την ώρα που η εκτός σχεδίου δόμηση και οι τουριστικές υποδομές πολλαπλασιάζονται. Απαιτείται άμεσα ένα νέο, βιώσιμο μοντέλο διαχείρισης της ζήτησης. Αυτό σημαίνει υποχρεωτικά συστήματα ανακύκλωσης του γκρίζου νερού στα μεγάλα ξενοδοχεία, παροχή κινήτρων και χρηματοδοτικών εργαλείων στις μικρότερες τουριστικές επιχειρήσεις για τεχνολογίες εξοικονόμησης, και θέσπιση ενός ενιαίου, αυστηρού κανονιστικού πλαισίου για τους μεγάλους καταναλωτές του τουριστικού τομέα».
Στη συνέχεια, η κ. Φελώνη έκανε ειδική μνεία στον αγροτικό τομέα. Θα έχουμε και πάλι σημαντική υποχώρηση των νερών μεγάλων ποταμών όπως ο Αξιός;
«Ο αγροτικός τομέας είναι ο πρώτος και ο πιο ευάλωτος αποδέκτης της κλιματικής πίεσης, καθώς καταναλώνει πάνω από το 80% των υδάτινων πόρων της χώρας, ειδικά την περίοδο που περιορίζεται δραματικά η φυσική προσφορά του. Στη Βόρεια Ελλάδα και στις μεγάλες διασυνοριακές λεκάνες, όπως αυτή του Αξιού, η υποχώρηση των υδάτων είναι ένα σύνθετο, πολυπαραγοντικό πρόβλημα. Δεν εξαρτάται μόνο από τις εγχώριες κλιματικές συνθήκες, αλλά και από τη διαχείριση που γίνεται στις ανάντη γειτονικές χώρες (τους λεγόμενους υδροηγεμόνες στη γλώσσα της υδροδιπλωματίας), καθώς και από τα παρωχημένα, μεγάλου μήκους ανοιχτά δίκτυα άρδευσης που παρουσιάζουν τεράστιες απώλειες λόγω εξάτμισης και διήθησης.
Η λύση για τον πρωτογενή τομέα δεν μπορεί να είναι η συνεχιζόμενη, άναρχη εξόρυξη από τον υπόγειο ορίζοντα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δείχνει καθαρά τον δρόμο μέσω της κυκλικής οικονομίας, και οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης αποτελούν μια ιστορική ευκαιρία. Εδώ όμως εντοπίζεται η μεγάλη μας ένσταση: το εθνικό πρόγραμμα ΥΔΩΡ 2.0, αν και ορθώς εστιάζει στον εκσυγχρονισμό των αρδευτικών υποδομών, εγκλωβίστηκε σε μια μονοδιάστατη λογική μεγάλων έργων και φραγμάτων μέσω ΣΔΙΤ, αφήνοντας εντελώς εκτός στρατηγικής την ανακύκλωση των υδάτων. Δεν μπορεί ο σχεδιασμός να εξαντλείται σε μακροχρόνιες συμβάσεις παραχωρήσεων, την ώρα που έργα ζωτικής σημασίας από τη Θράκη έως την Κρήτη παρουσιάζουν καθυστερήσεις, αναδεικνύοντας τις δομικές αδυναμίες του κυβερνητικού μοντέλου. Ενώ υπάρχει το θεσμικό πλαίσιο από το 2011 (ΦΕΚ 354/Β`/8.3.2011) για την επαναχρησιμοποίηση του ανακυκλωμένου νερού στην άρδευση και τον εμπλουτισμό υδροφορέων, υστερούμαστε δραματικά σε υποδομές αποθήκευσης και δικτύων διανομής προς τις καλλιέργειες. Χρειαζόμαστε άμεσα μια πραγματικά πράσινη και ολιστική μετάβαση στην αγροτική υδροδότηση: από ψηφιακά συστήματα παρακολούθησης μέχρι κεντρικές πολιτικές πρωτοβουλίες που θα χρηματοδοτήσουν απευθείας τους Δήμους και τους ΤΟΕΒ ώστε να αξιοποιήσουν το ανακυκλωμένο νερό. Παράλληλα, απαιτείται ένα πρόγραμμα ενημέρωσης και οικοδόμησης εμπιστοσύνης προς τους παραγωγούς και τους πολίτες, οι οποίοι συχνά παραμένουν σκεπτικοί στο άκουσμα της επαναχρησιμοποίησης».