Για τις 2 Ιουνίου διεκόπη η δίκη για τον θάνατο του 3χρονου Άγγελου στο Ηράκλειο. Μάλιστα οι νέες δικάσιμοι που όρισε το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Ηρακλείου είναι για τις 17, 24, 26, 29 και 30 Ιουνίου.
Στο εδώλιο κάθονται η 27χρονη μητέρα του παιδιού, ο 45χρονος πρώην σύντροφός της, οι οποίοι κατηγορούνται για την κακοποίηση του 3χρονου παιδιού που το οδήγησε στο θάνατο και εξακολουθούν να αλληλοκατηγορούνται, αλλά και ο βιολογικός πατέρας του 3χρονου, ο οποίος κατηγορείται για παλαιότερη κακοποίηση.
Η δίκη συνεχίστηκε σήμερα (15/05) με τις καταθέσεις μαρτύρων.
«Θα αποδειχθεί περίτρανα η αθωότητά του», τονίζει η δικηγόρος του βιολογικού πατέρα του μικρού Άγγελου
Η συνήγορος του βιολογικού πατέρα, Ελισάβετ Παναγιωτίδου υποστήριξε ότι από τις μέχρι τώρα καταθέσεις προκύπτει πως ο εντολέας της δεν συνδέεται με τις κατηγορίες που του αποδίδονται.
Όπως είπε, «προχωράει η αποδεικτική διαδικασία» και «έχουν καταθέσει πάνω από τους μισούς μάρτυρες», σημειώνοντας ότι ήδη «διαφαίνεται ότι πραγματικά η παρουσία του εδώ είναι εντελώς παράταιρη». Η ίδια υποστήριξε ακόμη πως «έχει ήδη φανεί ότι δεν έχει καμία σχέση με τις αποδιδόμενες κατηγορίες», εξηγώντας ότι «έχουν φανεί ήδη τα χρονικά διαστήματα τα οποία διέμενε με το παιδί, τα οποία δεν συμπίπτουν με τα χρονικά διαστήματα του κατηγορητηρίου».
Σύμφωνα με τη συνήγορο, «ήδη έχει φανεί αυτό που και ο ίδιος λέει εξ αρχής, ότι δεν είχε δια ζώσης καν επαφή με το παιδί για να προχωρήσει σε οποιαδήποτε πράξη βίας απέναντί του».
Παράλληλα, έκανε λόγο για «μια μεθοδευμένη εμπλοκή του πατέρα», υποστηρίζοντας ότι στόχος ήταν «να στερηθεί το δικαίωμά του να παρίσταται σήμερα, ως όφειλε και ως ήθελε, ως πολιτική αγωγή».
Αναφερόμενη στους μάρτυρες που εξετάζονται αυτή την περίοδο, ανέφερε ότι «έχουν να κάνουν περισσότερο σχέση με τη διαμονή της μητέρας στην Κρήτη» και εκτίμησε ότι «σε επόμενες μέρες θα καταφανεί ακόμα περισσότερο ότι πραγματικά είναι εντελώς άνευ σημασίας η παρουσία του βιολογικού πατέρα εδώ».
Κλείνοντας, η Παναγιωτίδου Ελισάβετ δήλωσε πως «θα έπρεπε να ήταν από άλλη θέση αλλά δυστυχώς συνέβη αυτή η εμπλοκή», ενώ εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι «θα αποδειχθεί περίτρανα η αθωότητά του».
Βασίλης Νουλέζας: «Aυτή είναι η πάρα πολύ σημαντική αποκάλυψη»
Στις καταθέσεις των δύο παιδιάτρων που παρέλαβαν τον μικρό Άγγελο όταν διακομίστηκε στο νοσοκομείο αναφέρθηκε ο Βασίλης Νουλέζας, συνήγορος του συντρόφου της μητέρας, υποστηρίζοντας ότι από τη διαδικασία προκύπτουν στοιχεία που – όπως είπε – ενισχύουν τη θέση της υπεράσπισης.
Όπως ανέφερε, «κατατέθηκε ότι η βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, το εγκεφαλικό οίδημα και το υποσκληρίδιο αιμάτωμα» τα οποία είχε υποστεί το παιδί είχαν προέλθει από «σφοδρή πτώση, σύγκρουση, εν πάση περιπτώσει πρόσκρουση σε σκληρή επιφάνεια».
Ο ίδιος σημείωσε ακόμη ότι «αποκλείστηκε κατηγορηματικά η χρήση “όπλου” ή οποιουδήποτε ρόπαλου», υποστηρίζοντας πως «πρόκειται πραγματικά για ατύχημα».
Αναφερόμενος στον εντολέα του, δήλωσε ότι «ο σύντροφος της μητέρας φρόντιζε, μεριμνούσε, νοιαζόταν για το παιδί, μαγείρευε, τον ψυχαγωγούσε», ενώ πρόσθεσε ότι «αποδείχτηκε περίτρανα από τις καταθέσεις» πως «δεν είναι εκείνος που άγγιξε, κακοποιούσε, χτυπούσε το παιδί».
Παράλληλα, υποστήριξε ότι ο εντολέας του «αποδείχθηκε ότι δεν χτυπούσε τον μικρό Άγγελο, αντιθέτως την είχε καταγράψει και ήθελε να την καταγγείλει», όμως, όπως είπε, «η αναποφασιστικότητα, η ατολμία και η φοβία του» επειδή «τον απειλούσε ταυτόχρονα ότι θα τον καταγγείλει και θα τον εμπλέξει» οδήγησαν στο να μη γίνουν νωρίτερα ενέργειες.
Ο Βασίλης Νουλέζας υποστήριξε επίσης ότι «αποδείχτηκε περίτρανα ότι ο μικρός Άγγελος είχε και τραύματα και σημάδια κακώσεων στο πρόσωπο για τα οποία δεν γνώριζε ο σύντροφος», χαρακτηρίζοντας το στοιχείο αυτό ως «πάρα πολύ σημαντική αποκάλυψη».
Επιπλέον, εξαπέλυσε για ακόμα μια φορά αιχμές κατά της υπεράσπισης της βιολογικής μητέρας, αναφέροντας ότι επιχειρεί «να εμφανιστεί ως μειωμένης αντίληψης και δήθεν ελαττωμένου καταλογισμού για να πέσει στα μαλακά και να της επιβληθεί ποινή στο μισό».
Όπως είπε χαρακτηριστικά, «ήξερε πάρα πολύ καλά τι συνέβαινε» και «ακόμη τη στιγμή της πτώσης, 26 Ιανουαρίου, που το παιδί ήταν σε κωματώδη κατάσταση […] εκείνη ρώταγε για άλλα πράγματα».
Κλείνοντας, δήλωσε: «Λυπάμαι πάρα πολύ για τη μνήμη αυτού του παιδιού διότι υπερασπίζομαι την αλήθεια» και εξέφρασε την πεποίθηση ότι «θα αποδειχθεί περίτρανα ότι ο εντολέας μου δεν είναι εκείνος που κακοποίησε ή προκάλεσε τον θάνατο του παιδιού».