Ποιος κρίνει τελικά αν ένας νόμος είναι συνταγματικός;

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν εμπιστευόμαστε τη Βουλή ή τη Δικαιοσύνη. Είναι αν διαθέτουμε θεσμούς ικανούς να προστατεύουν την υπεροχή του Συντάγματος με τρόπο σταθερό, αξιόπιστο και προβλέψιμο. Αυτός είναι ο πραγματικός στόχος της αναθεώρησης του άρθρου 100.

Μην χάνεις είδηση. Βάλε το CRETA24 στην Google
ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΟ CRETA24 ΣΤΗΝ GOOGLE

Σε κάθε μεγάλο νομοσχέδιο επανέρχεται σχεδόν η ίδια συζήτηση: είναι ή δεν είναι συνταγματική η ρύθμιση που προτείνεται; Η κυβέρνηση υποστηρίζει τη δική της ερμηνεία. Η αντιπολίτευση προβάλλει ενστάσεις. Συνταγματολόγοι διατυπώνουν διαφορετικές, συχνά αντίθετες, απόψεις. Και η Βουλή καλείται να αποφασίσει μέσα σε ένα πλαίσιο κατεξοχήν πολιτικής αντιπαράθεσης.

Το ερώτημα αυτό απασχολεί κάθε σύγχρονη συνταγματική δημοκρατία. Κάθε έννομη τάξη καλείται να οργανώσει με διαφορετικό τρόπο τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων και να καθορίσει ποιος θα έχει τον τελευταίο λόγο όταν αμφισβητείται η συμφωνία ενός νόμου με το Σύνταγμα.

Η Βουλή, ασφαλώς, οφείλει να σέβεται το Σύνταγμα. Κάθε βουλευτής έχει ευθύνη να εξετάζει αν ένας νόμος κινείται εντός των συνταγματικών ορίων. Όμως η Βουλή δεν λειτουργεί ως δικαστήριο. Δεν αποφαίνεται ύστερα από τη δικαστική διαδικασία που οδηγεί, μετά την πλήρη ανάπτυξη των επιχειρημάτων όλων των πλευρών και την αξιολόγηση όλων των νομικών ζητημάτων, σε μια αιτιολογημένη δικαιοδοτική απόφαση. Η κρίση της είναι αναγκαία, αλλά παραμένει πολιτική κρίση του νομοθέτη.

Άλλωστε, η ίδια η κοινοβουλευτική εμπειρία το αποδεικνύει. Δεν είναι λίγες οι φορές που κορυφαίοι συνταγματολόγοι διατυπώνουν εκ διαμέτρου αντίθετες επιστημονικές απόψεις για την ίδια ακριβώς διάταξη. Η συνταγματική ερμηνεία δεν είναι μαθηματική εξίσωση. Είναι μια σύνθετη δικαιοδοτική λειτουργία που απαιτεί στάθμιση αρχών, αιτιολογημένη κρίση και, κυρίως, θεσμικές εγγυήσεις.

Στην Ελλάδα ισχύει διαχρονικά ο διάχυτος και παρεμπίπτων έλεγχος της συνταγματικότητας. Αυτό σημαίνει ότι κάθε δικαστήριο μπορεί να μην εφαρμόσει έναν νόμο που θεωρεί αντίθετο προς το Σύνταγμα. Πρόκειται για μία ιστορική επιλογή της ελληνικής έννομης τάξης, η οποία έχει υπηρετήσει αποτελεσματικά το κράτος δικαίου και την προστασία των δικαιωμάτων.

Η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών, όμως, ανέδειξε και μια πραγματική αδυναμία του συστήματος. Διαφορετικά δικαστήρια μπορεί να καταλήγουν σε διαφορετικές κρίσεις για την ίδια νομοθετική διάταξη. Ακόμη και τα ανώτατα δικαστήρια έχουν κατά καιρούς υιοθετήσει αποκλίνουσες προσεγγίσεις. Το αποτέλεσμα είναι παρατεταμένη ανασφάλεια δικαίου. Πολίτες, επιχειρήσεις και δημόσια διοίκηση αδυνατούν πολλές φορές να γνωρίζουν με βεβαιότητα ποιο είναι τελικά το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο.

Η ασφάλεια δικαίου, όμως, δεν αποτελεί μια αφηρημένη νομική έννοια. Είναι η δυνατότητα του πολίτη να γνωρίζει εκ των προτέρων ποιοι κανόνες ισχύουν και να προγραμματίζει τη ζωή και τη δραστηριότητά του με ασφάλεια.

Εδώ ακριβώς παρεμβαίνει η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για την αναθεώρηση του άρθρου 100 του Συντάγματος.

Η πρόταση δεν μεταβάλλει το βασικό χαρακτηριστικό του ελληνικού συστήματος. Κάθε δικαστήριο θα εξακολουθεί να έχει την αρμοδιότητα να ελέγχει τη συνταγματικότητα των νόμων και, εφόσον κρίνει ότι ένας νόμος αντίκειται στο Σύνταγμα, να μην τον εφαρμόζει στη συγκεκριμένη υπόθεση.

Εκείνο που αλλάζει είναι ότι ενισχύεται ο ρόλος του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου ως θεσμού που διασφαλίζει την ενότητα της συνταγματικής ερμηνείας.

Συγκεκριμένα, προτείνεται να αποκτήσει τη δυνατότητα να ασκεί, υπό τις προϋποθέσεις που θα καθορίσει ο κοινός νομοθέτης, προληπτικό έλεγχο της συνταγματικότητας νόμων πριν από τη δημοσίευσή τους, όταν τα σχετικά ζητήματα παραπέμπονται σε αυτό. Παράλληλα, οι αποφάσεις του επί ζητημάτων συνταγματικότητας θα αποκτούν γενική δεσμευτικότητα, ώστε το ίδιο συνταγματικό ζήτημα να μην επιλύεται διαφορετικά από διαφορετικά δικαστήρια.

Με άλλα λόγια, η μεταρρύθμιση δεν αφαιρεί τον έλεγχο από τα δικαστήρια. Προσθέτει έναν θεσμό που εξασφαλίζει ότι, όταν ανακύπτει ένα κρίσιμο ζήτημα συνταγματικότητας, θα υπάρχει μία ενιαία και οριστική απάντηση για ολόκληρη την έννομη τάξη.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, αλλά και για την ποιότητα της νομοθέτησης. Ένας προληπτικός έλεγχος μπορεί να αποτρέψει την εφαρμογή διατάξεων που αργότερα θα κριθούν αντισυνταγματικές, αποφεύγοντας πολυετείς δικαστικές αμφισβητήσεις, αβεβαιότητα για τους πολίτες και ανατροπές στη λειτουργία της Διοίκησης.

Σήμερα ένας νόμος μπορεί να εφαρμοστεί για χρόνια, να δημιουργήσει δικαιώματα και υποχρεώσεις, να επηρεάσει χιλιάδες πολίτες και επιχειρήσεις και, ύστερα από μεγάλο χρονικό διάστημα, να κριθεί αντισυνταγματικός. Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας επιδιώκει, όπου αυτό είναι θεσμικά εφικτό, να μεταφέρει τη συνταγματική κρίση όσο το δυνατόν πιο κοντά στον χρόνο ψήφισης του νόμου. Αυτό προστατεύει τον πολίτη, ενισχύει την ασφάλεια δικαίου και βελτιώνει την ποιότητα της ίδιας της νομοθέτησης.

Η αναθεώρηση, επομένως, δεν περιορίζει τη δημοκρατία ούτε υποκαθιστά τη Βουλή. Η Βουλή συνεχίζει να νομοθετεί. Τα δικαστήρια συνεχίζουν να ασκούν διάχυτο έλεγχο της συνταγματικότητας. Και το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο αναλαμβάνει να εγγυηθεί, στις περιπτώσεις που το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει, την ενότητα της συνταγματικής ερμηνείας.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν εμπιστευόμαστε τη Βουλή ή τη Δικαιοσύνη. Είναι αν διαθέτουμε θεσμούς ικανούς να προστατεύουν την υπεροχή του Συντάγματος με τρόπο σταθερό, αξιόπιστο και προβλέψιμο. Αυτός είναι ο πραγματικός στόχος της αναθεώρησης του άρθρου 100. Δεν αλλάζει τον πυρήνα του ελληνικού συστήματος συνταγματικής προστασίας. Τον εξελίσσει, ώστε η υπεροχή του Συντάγματος να μην αποτελεί μόνο μια θεμελιώδη αρχή του πολιτεύματος, αλλά μια καθημερινή πραγματικότητα για τον πολίτη, τη Δικαιοσύνη και τη Δημοκρατία.

Προηγούμενο

Θεσσαλονίκη: Συνελήφθη 43χρονος που επιχείρησε να χτυπήσει με λουρί σκύλου την 9χρονη ανιψιά του

Επόμενο

Πήρε εξιτήριο ο Παναγιώτης Νέστορας: «Η απώλεια της συζύγου μου να είναι η τελευταία»

Μην χάνεις είδηση. Βάλε το CRETA24 στην Google
ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΟ CRETA24 ΣΤΗΝ GOOGLE
Σχετικά Άρθρα
Περισσότερα

Υποστελέχωση, εντατικοποίηση, εργασιακή ομηρία, απολύσεις συμβασιούχων, για τους εργαζόμενους στις υπηρεσίες της Περιφέρειας Κρήτης

Σε οριακή κατάσταση έχουν φτάσει τα προβλήματα των εργαζόμενων στις υπηρεσίες της Περιφέρειας Κρήτης, εξαιτίας της πολιτικής που…