Ατσαλάκης: Έτος επισιτιστικής και ενεργειακής ανασφάλειας το 2023 – Πώς πανδημία και πόλεμος έφεραν τα πάνω κάτω

Έτος παγκόσμιας κρίσης κόστους διαβίωσης θα είναι το 2023 αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα σε κάθε χώρα για την επιδότηση των αγροτών στην καλλιέργεια σιτηρών.

Τον κίνδυνο επισημαίνει σε νέα του έκθεση ο Αναπληρωτής Καθηγητής του Πολυτεχνείου Κρήτης, Γιώργος Ατσαλάκης, συμπεραίνοντας ότι «η έλλειψη σίτου θα οδηγήσει στην πείνα μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Η έλλειψη καλαμποκιού που είναι η βασική τροφή των κοτόπουλων θα εκτοξεύσει την τιμή του κρέατος αλλά και των αυγών. Και τα δυο είδη είναι απαραίτητα για την βασική διατροφή των φτωχότερων ανθρώπων. Οι χώρες θα πρέπει να εξετάσουν άμεσα τη δυνατότητα να επιδοτήσουν τους αγρότες ώστε να καλύψουν τον διπλασιασμό των τιμών των σπόρων, των λιπασμάτων, των ζιζανιοκτόνων και της ενέργειας και να φυτέψουν σιτηρά για να μετριαστεί η επισιτιστική ανασφάλεια».

Οι πληθωριστικές πιέσεις θα οδηγήσουν σε κρίση κόστους διαβίωσης

Ο Αναπληρωτής Καθηγητής προβλέπει ότι περαιτέρω αύξηση των τιμών θα προέλθει διότι οι αυξήσεις των επιτοκίων δανεισμού που οι κεντρικές τράπεζες των χωρών προγραμματίζουν, θα αποτρέψουν την πρόσβαση σε φθηνά δάνεια ώστε να γίνουν οι κατάλληλες επενδύσεις για να αυξηθούν οι παραγόμενες ποσότητες στα αγαθά που υπάρχουν ελλείψεις. «Χωρίς αύξηση των παραγόμενων ποσοτήτων, οι πληθωριστικές πιέσεις θα οδηγήσουν σε κρίση κόστους διαβίωσης σε αρκετές περιοχές του κόσμου το 2023. Οι περισσότερες οικονομίες θα οδηγηθούν σε στασιμοπληθωρισμό, δηλαδή ανάπτυξη μικρότερη από τον πληθωρισμό ή λίγο πάνω από τον πληθωρισμό», αναφέρει.

Πώς η πανδημία και ο πόλεμος στην Ουκρανία, επηρέασαν την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα

Στην έκθεση αναλύεται η πορεία προς την νέα κρίση αρχής γενομένης το 2020 με την εμφάνιση της πανδημίας. «Οι θαλάσσιες μεταφορές ήταν και είναι ο σημαντικότερος παράγοντας για την ευημερία του παγκόσμιου εμπορίου καθώς σήμερα διακινεί περίπου το 92% των αγαθών. Η παγκόσμια ζήτηση κατάρρευσε λόγω των απαγορευτικών που σχεδόν όλες οι χώρες ακολουθήσαν το 2020 για να αντιμετωπίσουν την πανδημία. Η επανάληψη των απαγορευτικών είχε σαν αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις να απολύσουν προσωπικό, να κλείσουν γραμμές παραγωγής και να μειώσουν τις ποσότητες παραγωγής. Αρκετές εταιρίες χρεωκόπησαν εξ αιτίας της μείωσης της ζήτησης. Στην πραγματικότητα απορυθμίστηκε η παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα των πρώτων υλών προς επεξεργασία, της ενέργειας και κατά συνέπεια και η παραγωγή των προϊόντων. Περαιτέρω απορυθμίστηκαν και οι θαλάσσιες μεταφορές των εμπορευματοκιβωτίων».

Όπως σημειώνεται, με την εμφάνιση των εμβολίων άρχισε η σταδιακή επαναλειτουργία των οικονομιών με αποτέλεσμα η παγκόσμια ζήτηση για πρώτες ύλες, ενέργεια και έτοιμα προϊόντα να εκτοξευθεί. Σ’ αυτό συντέλεσε και το γεγονός ότι η πανδημία άλλαξε τις συνήθειες του τρόπου με τον οποίο γινόταν οι αγορές. Η ευκολία των ηλεκτρονικών αγορών, ακόμα και από το κινητό, αύξησε κατά πολύ τις online αγορές με αποτέλεσμα να αυξηθεί ακόμα περισσότερο η ζήτηση. Έτσι, καθώς οι οικονομίες ανέκαμπταν εκδηλώθηκε υπερβάλλουσα συσσωρευμένη ζήτηση κυρίως από τις ΗΠΑ και Ευρώπη.

Σημειώνεται ότι η Κίνα το 2018 εξήγαγε προς τις ΗΠΑ αγαθά αξίας 540 δις δολαρίων και προς την Ε.Ε. πραγματοποίησε εξαγωγές ύψους 395 δισ. δολ. Τη λίστα των μεγαλύτερων εισαγωγέων από την Κίνα συμπληρώνουν η Ιαπωνία, το Βιετνάμ και η Ινδία. Το 2018, 117 χώρες εισήγαν από την Κίνα αγαθά τουλάχιστον ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων και 38 χώρες εισήγαν αγαθά από την Κίνα τουλάχιστον 10 δις $.

Η Κίνα αδυνατεί να καλύψει την παγκόσμια ζήτηση και ο πόλεμος εκτοξεύει περαιτέρω τις τιμές

Ο κ. Ατσαλάκης εξηγεί ότι η Κίνα, επιβάλλοντας συχνά απαγορευτικά ακόμα και με ελάχιστα κρούσματα, αδυνατεί να καλύψει την παγκόσμια ζήτηση. Επίσης αδυνατεί να βρει ενέργεια για να παράγει. «Καθώς παράγει σχεδόν το 50% της παγκόσμιας παραγωγής των εξαιρετικά ενεργοβόρων προϊόντων χάλυβα, χαλκού, αλουμινίου κλπ. έχει τεράστιες ανάγκες από ενέργεια. Οι υψηλές τιμές της ενέργειας αυξάνουν το κόστος ναύλων των πλοίων τα οποία στην πλειοψηφία τους καταναλώνουν μαζούτ. Όλες οι χώρες που εισάγουν από την Κίνα και από άλλες ασιατικές χώρες αντιμετωπίζουν αυξημένα μεταφορικά κόστη των εμπορευματοκιβωτίων κατά 4 έως 6 φορές σε σχέση με το 2019», επισημαίνει.

Παράλληλα, οι τιμές της ενέργειας εκτοξεύτηκαν στα ύψη και λόγω της απότομης και χωρίς σχεδιασμό στροφής των επενδύσεων μόνο προς τις «πράσινες» πηγές ενέργειας δημιουργώντας αστάθεια στην ροή εφοδιασμού των δικτύων ενέργειας. «Η έλλειψη σταθερής ροής οφείλεται στην εξάρτηση της παραγωγής ενέργειας από τον ήλιο και από τον άνεμο η οποία ποτέ δεν είναι σταθερή. Με αποτέλεσμα οι ελλείψεις να καλύπτονται από το φυσικό αέριο πράγμα το οποίο αύξησε την ζήτηση για φυσικό αέριο. Οι πολεμικές συγκρούσεις στην Ουκρανία ώθησαν ακόμα ψηλότερα τις τιμές τις ενέργειας, των μετάλλων των σιτηρών και το λιπασμάτων», σχολιάζει ο Αναπληρωτής Καθηγητής στο Εργαστήριο Ανάλυσης Δεδομένων και Πρόβλεψης.

Οι επιπτώσεις γίνονται αισθητές με τέσσερις τρόπους: α) διακοπή των τρεχουσών αποστολών σιτηρών, β) χαμηλές ή απρόσιτες μελλοντικές συγκομιδές στην Ουκρανία και τη Ρωσία, γ) συρρίκνωση παραγωγής σε άλλα μέρη του κόσμου εξαιτίας των καιρικών συνθηκών και δ) πιθανή ζήτηση πανικού εξ αιτίας της απαγόρευσης εξαγωγών τροφίμων που πολλές χώρες έχουν ήδη ξεκινήσει.

Επισιτιστική και ενεργειακή ανασφάλεια τα δυο μεγάλα προβλήματα που ζητούν λύσεις

Αποτέλεσμα είναι οι εξαγωγές να γίνονται σε αρκετά υψηλότερες τιμές σε σχέση με το παρελθόν και ο χρόνος παράδοσης των προϊόντων από τις μακρινές χώρες παραγωγής της Ασίας να μην μπορεί να καθοριστεί. «Υπάρχει αβεβαιότητα στο ύψος των τιμών, στις ποσότητες και στο χρόνο παράδοσης των αγαθών. Έτσι τα δυο μεγάλα προβλήματα που η ανθρωπότητα καλείται πλέον να λύσει είναι η επισιτιστική και η ενεργειακή ανασφάλεια. Οι σκέψεις για πιο κοντινές εφοδιαστικές αλυσίδες που θα γειτνιάζουν στις ΗΠΑ και στην ΕΕ συζητούνται πλέον ευρέως. Αυτό θα πρέπει να γίνει άμεσα πριν περάσουν οι ελλείψεις στα τρόφιμα. Για ελλείψεις σε ηλεκτρονικά είδη, ρούχα κλπ μπορούμε να περιμένουμε αρκετό χρόνο. Για ελλείψεις στα τρόφιμα όμως δεν θα μπορούμε να περιμένουμε ούτε μια ημέρα, καταλήγει ο Γιώργος Ατσαλάκης.

Πηγή: iefimerida.gr

 

Σχετικά άρθρα

Άλλα Πρόσφατα