Συνταγματική Αναθεώρηση: Η συναίνεση είναι ευθύνη, όχι «λευκή επιταγή»

Του Λευτέρη Αυγενάκη, Βουλευτή Ηρακλείου – πρ. Υπουργού

Intime
Μην χάνεις είδηση. Βάλε το CRETA24 στην Google
ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΟ CRETA24 ΣΤΗΝ GOOGLE

Η σημερινή δεύτερη ψηφοφορία για τη Συνταγματική Αναθεώρηση αποτελεί μια κρίσιμη θεσμική στιγμή, κατά την οποία κάθε πολιτική δύναμη και κάθε βουλευτής ξεχωριστά καλείται να αναλάβει την ευθύνη που του αναλογεί απέναντι στη χώρα και στις επόμενες γενιές.

Άλλωστε, η πρόβλεψη δύο ψηφοφοριών στην προτείνουσα Βουλή δεν είναι τυπική. Υπάρχει ακριβώς για να δίνεται στα κόμματα ο χρόνος να επανεξετάσουν τις θέσεις τους, να αξιολογήσουν τα επιχειρήματα που κατατέθηκαν και να αναζητήσουν τις αναγκαίες συγκλίσεις. Το Σύνταγμα, από την ίδια του τη φύση, απαιτεί διάλογο, υπερβάσεις και συνεννόηση.

Δυστυχώς, η αντιπολίτευση επέλεξε για ακόμη μία φορά την αντίθετη κατεύθυνση. Στην πρώτη ψηφοφορία, καμία από τις 33 προτεινόμενες προς αναθεώρηση διατάξεις δεν συγκέντρωσε την αυξημένη πλειοψηφία των 180 βουλευτών. Όχι επειδή απουσίαζαν ώριμες και αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, αλλά επειδή κυριάρχησε η λογική του «όχι σε όλα». Η στάση αυτή αποκαλύπτει μια ουσιαστική πολιτική αδυναμία: την αδυναμία της αντιπολίτευσης να διαχωρίσει το εθνικά αναγκαίο από το κομματικά συμφέρον. Να συμφωνήσει ακόμη και σε αλλαγές τις οποίες η ίδια έχει κατά καιρούς υποστηρίξει, όταν αυτές κατατίθενται από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.

Η συναίνεση, όμως, δεν αποτελεί «λευκή επιταγή» προς καμία κυβέρνηση. Το ακριβώς αντίθετο. Η παρούσα Βουλή προσδιορίζει ποιες διατάξεις μπορούν να αναθεωρηθούν, ενώ η επόμενη Αναθεωρητική Βουλή θα αποφασίσει το τελικό τους περιεχόμενο. Συνεπώς, σήμερα δεν ζητείται από κανέναν να παραιτηθεί από τις θέσεις του. Ζητείται να επιτρέψει έναν ανοιχτό, ουσιαστικό και δημοκρατικό διάλογο για το Σύνταγμα της επόμενης εποχής.

Και πράγματι, πώς μπορεί κανείς να δικαιολογήσει την άρνηση απέναντι στην αναθεώρηση του άρθρου 86, ώστε τα πολιτικά πρόσωπα να ερευνώνται από τη Δικαιοσύνη και όχι από τη Βουλή; Πώς μπορεί να απορρίπτει την καθολική εφαρμογή της επιστολικής ψήφου, δίνοντας τη δυνατότητα συμμετοχής στους Έλληνες που ζουν μακριά από τον τόπο όπου ψηφίζουν; Πώς μπορεί να αρνείται τη συνταγματική κατοχύρωση θεσμικών δικλίδων που θα προστατεύουν τη χώρα από δημοσιονομικές περιπέτειες σαν εκείνες που λίγο έλειψε να την οδηγήσουν στην καταστροφή;

Το ίδιο ισχύει για την αναθεώρηση του άρθρου 16 και τη δυνατότητα λειτουργίας μη κρατικών πανεπιστημίων, με αυστηρές προϋποθέσεις, πραγματική εποπτεία και υψηλά ακαδημαϊκά κριτήρια. Για την ενίσχυση της συμμετοχής των δικαστών στην ανάδειξη της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Για τη σύνδεση της αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων με την εξέλιξή τους. Για την κατοχύρωση της προσιτής στέγης ως συνταγματικής επιταγής, αλλά και για μια σύγχρονη πρόβλεψη σύμφωνα με την οποία η τεχνητή νοημοσύνη θα τίθεται πάντοτε στην υπηρεσία του ανθρώπου.

Σε όλα αυτά, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ένα τυφλό «όχι» μόνο και μόνο επειδή οι προτάσεις προέρχονται από την κυβέρνηση.

Η μεγαλύτερη ευθύνη βαραίνει ασφαλώς το ΠΑΣΟΚ, μια παράταξη που έχει συμμετάσχει σε προηγούμενες αναθεωρήσεις και γνωρίζει ότι οι μεγάλες θεσμικές αλλαγές απαιτούν συναινέσεις. Η Νέα Δημοκρατία απέδειξε στην αναθεώρηση της περιόδου 1999–2001 ότι μπορεί, ακόμη και από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, να συμβάλει υπεύθυνα σε μια διαδικασία που υπερβαίνει τον κομματικό ανταγωνισμό.

Σήμερα, αντίστοιχη θεσμική ωριμότητα δεν διακρίνεται. Ακόμη και εκεί όπου υπάρχουν κοινές διακηρυγμένες θέσεις, επικρατεί η καχυποψία, η υπεκφυγή και η αγωνία να μη φανεί οποιαδήποτε σύγκλιση με την κυβέρνηση. Όμως, η χώρα δεν μπορεί να μείνει θεσμικά ακίνητη επειδή ορισμένοι θεωρούν ότι κάθε κυβερνητική πρόταση πρέπει αυτομάτως να απορρίπτεται. Η Ελλάδα του 2030 χρειάζεται ένα Σύνταγμα σύγχρονο, λειτουργικό και ανθεκτικό. Ένα Σύνταγμα που θα ενισχύει τη λογοδοσία, θα διευρύνει τη συμμετοχή, θα προστατεύει τη δημοσιονομική σταθερότητα και θα απαντά στις νέες κοινωνικές και τεχνολογικές προκλήσεις.

Η Συνταγματική Αναθεώρηση δεν προσφέρεται για τακτικισμούς. Δεν αφορά την επόμενη δημοσκόπηση ούτε την επόμενη κομματική αντιπαράθεση. Αφορά την ποιότητα της Δημοκρατίας μας για τις επόμενες δεκαετίες.

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας κατέθεσε συγκεκριμένες προτάσεις και άνοιξε τον δρόμο του διαλόγου. Η αντιπολίτευση κλήθηκε να συμβάλει δημιουργικά, όχι να συμφωνήσει σε όλα. Αντί γι’ αυτό, επέλεξε σε μεγάλο βαθμό την ακινησία και το «όχι», ακόμη και απέναντι σε αλλαγές που η ίδια αναγνωρίζει ως αναγκαίες.

Η σημερινή ψηφοφορία είναι, επομένως, μια δοκιμασία θεσμικής συνέπειας και πολιτικής αξιοπιστίας. Οι πολίτες θα κρίνουν ποιοι επέλεξαν να ανοίξουν τον δρόμο για τις μεγάλες αλλαγές και ποιοι επιχείρησαν να τον κλείσουν για λόγους μικροκομματικής σκοπιμότητας.

Γιατί η συναίνεση δεν είναι αδυναμία. Είναι δύναμη ευθύνης. Και όταν πρόκειται για το Σύνταγμα της χώρας, η ευθύνη απέναντι στην πατρίδα οφείλει να βρίσκεται πάνω από κάθε πρόσκαιρο κομματικό υπολογισμό.

Προηγούμενο

«Καταπέλτης» για τους δύο γιατρούς του Μαζωνάκη το σκεπτικό της προφυλάκισης -Αγνόησαν τα alert, άργησαν να καλέσουν το ΕΚΑΒ, έκρυψαν στοιχεία

Επόμενο

Μνημόσυνο για τον Γιώργο Μαζωνάκη στη Σητεία

Μην χάνεις είδηση. Βάλε το CRETA24 στην Google
ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΟ CRETA24 ΣΤΗΝ GOOGLE
Σχετικά Άρθρα