Μετά από 26 χρόνια διαπραγματεύσεων και μήνες έντονων παρασκηνιακών διαβουλεύσεων με στόχο να εξασφαλιστεί η στήριξη κρίσιμων κρατών μελών εγκρίθηκε σε επίπεδο αντιπροσώπων , με ειδική πλειοψηφία, η συμφωνία μεταξύ της ΕΕ και της Mercosur. Ανάμεσα στις χώρες που υποστήριξαν την συμφωνία ήταν και η Ελλάδα.
Η Συμφωνία υποστηρίχτηκε κυρίως από την Γερμανία και την Ισπανία.
Σκοπός της ΕΕ είναι το άνοιγμα νέων αγορών προκειμένου να αντισταθμιστούν οι απώλειες από τους δασμούς των ΗΠΑ, η αύξηση του Γεωστρατηγικού αποτυπώματος της ΕΕ, αλλά και η απόκτηση πρόσβασης, σε κρίσιμα ορυκτά απαραίτητα για την Ευρωπαϊκή βιομηχανία.
Αντίθετη στη συμφωνία είναι η Γαλλία και η Πολωνία, λόγω τον επιπτώσεων που θα έχει στον αγροτικό τομέα από τις εισαγωγές φτηνών τροφίμων που δεν ακολουθούν τα πρότυπα ποιότητας που είναι υποχρεωμένοι να ακολουθούν οι ευρωπαίοι παραγωγοί.
Η χώρα μας είναι υπέρ της συμφωνίας.
Τι είναι όμως η Mercosur;
Η Mercosur είναι η Κοινή Αγορά του Νότου — ένας εμπορικός συνασπισμός της Νότιας Αμερικής που ιδρύθηκε το 1991. Μέλη της είναι η Αργεντινή, η Βραζιλία, η Παραγουάη και η Ουρουγουάη. Η Βενεζουέλα προσχώρησε το 2012, αλλά η ιδιότητα μέλους της ανεστάλη το 2017. Τον Δεκέμβριο του 2012 υπεγράφη το πρωτόκολλο προσχώρησης της Βολιβίας στη Mercosur. Εκκρεμεί η επικύρωσή του από τα κοινοβούλια των χωρών της Mercosur.
Από κοινού, οι χώρες της Mercosur αποτελούν την 6η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο με συνολικό πληθυσμό 270 εκατομμύρια.
Εμπόριο αγαθών
Η ΕΕ είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εταίρος της Mercosur στο εμπόριο αγαθών, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν το 17% των συνολικών εμπορικών συναλλαγών της Mercosur το 2024. Η Mercosur είναι ο δέκατος μεγαλύτερος εταίρος της ΕΕ στο εμπόριο αγαθών.
Το 2024, η αξία των εμπορικών συναλλαγών της ΕΕ με τη Mercosur υπερέβη τα 111 δισ. ευρώ: 55,2 δισ. ευρώ σε εξαγωγές και 56 δισ. ευρώ σε εισαγωγές. Πάνω από το 80% των εμπορικών ροών πραγματοποιήθηκε μεταξύ ΕΕ και Βραζιλίας.
Μεταξύ 2014 και 2024, το εμπόριο αγαθών ΕΕ-Mercosur αυξήθηκε περισσότερο από 36%: οι εισαγωγές αυξήθηκαν περισσότερο από 50%, ενώ οι εξαγωγές 25%.
Η ΕΕ εξάγει στην Mercosur, μηχανολογικό εξοπλισμό, μηχανήματα, χημικά και φαρμακευτικά προϊόντα, ενώ εισάγει ορυκτά, χαρτί, χαρτοπολτό και γεωργικά προϊόντα.
Η συμφωνία προβλέπει ότι χώρες της Μercosur θα καταργήσουν τους δασμούς για το 91% των εξαγωγών της Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένων των αυτοκινήτων, από το σημερινό επίπεδο του 35%, σε ορίζοντα 15 ετών. Η Ε.Ε., από την πλευρά της, θα καταργήσει σταδιακά δασμούς στο 92% των εισαγωγών από τη Μercosur μέσα σε διάστημα έως 10 ετών.
https://www.consilium.europa.eu/el/infographics/eu-mercosur-trade/
Οι υποστηριχτές της συμφωνίας υποστηρίζουν ότι είναι η μεγαλύτερη εμπορική συμφωνία που έχει υπογράψει ποτέ η ΕΕ και δίνει πρόσβαση στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις σε μια μεγάλη αγορά.
Όσες χώρες είναι αντίθετες στην συμφωνία και ιδιαίτερα η Γαλλία, που διαθέτει ένα πολύ σημαντικό αγροτικό τομέα, εστιάζει στο γεγονός ότι η αγορά της ΕΕ θα κατακλυστεί από φτηνά γεωργικά προϊόντα που δεν ανταποκρίνονται στα περιβαλλοντικά και υγειονομικά πρότυπα παραγωγής που ισχύουν για τα προϊόντα της ΕΕ, δημιουργώντας περιβάλλον αθέμιτου ανταγωνισμού για τα προϊόντα της ΕΕ, αλλά και κίνδυνους για την υγεία των ευρωπαίων καταναλωτών.
Με τις ανησυχίες της Γαλλίας συμφωνούν οι εκπρόσωποι των αγροτών της ΕΕ, αλλά και περιβαλλοντικές οργανώσεις, όπως η οργάνωση Friends of the Earth, η οποία επισημαίνει ότι:
Η συμφωνία εξυπηρετεί αποκλειστικά μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες και ότι θα υπονομεύσει σε μεγάλο βαθμό τη συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα και θα οδηγήσει σε:
- Περισσότερες πυρκαγιές και αποψίλωση στις Αμαζόνες, Cerrado, Pantanal και Gran Chaco
- Κλιμάκωση της εισβολής σε εδάφη των αυτοχθόνων λαών, αρπαγής γης και βίαιες επιθέσεις
- Εκτίναξη των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου
- Αυξημένες εξαγωγές φυτοφαρμάκων που απαγορεύονται στην ΕΕ, εξάγονται στη Mercosur, με ολέθριες συνέπειες στην ανθρώπινη υγεία και τη βιοποικιλότητα
Μαζικά κέρδη για μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις, σε βάρος των μικρών οικογενειακών εκμεταλλεύσεων.
Περαιτέρω εξορύξεις σπάνιων γαιών με καταστροφικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, κλειδώνοντας την περιοχή της Mercosur στο ρόλο του παραγωγού πρώτων υλών
Αύξηση των ανισοτήτων μεταξύ των περιφερειών και αποβιομηχάνιση στις χώρες της Mercosur.
https://friendsoftheearth.eu/stop-the-eu-mercosur-trade-deal/
Επίσης, o Romulo Batista, ακτιβιστής για τα δάση της Greenpeace Brazil, δήλωσε πως: «Πρόκειται για μια επιβλαβή συμφωνία που θα θέσει σε κίνδυνο τις προσπάθειες των χωρών να αντιμετωπίσουν την κλιματική κρίση και τη δίκαιη μετάβαση. Είναι λυπηρό το γεγονός ότι μια συμφωνία με τόσο οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό και περιβαλλοντικό αντίκτυπο στην βραζιλιάνικη κοινωνία, το τροπικό δάσος του Αμαζονίου και άλλες χώρες της Mercosur διαπραγματεύτηκε κεκλεισμένων των θυρών, χωρίς κοινωνική συμμετοχή ή διαφάνεια. Αυτή η συμφωνία ενθαρρύνει την εισαγωγή στη Λατινική Αμερική εξαιρετικά ρυπογόνων και επιβλαβών για την υγεία προϊόντων, όπως αυτοκίνητα, πλαστικά και φυτοφάρμακα, από την Ευρώπη, σε αντάλλαγμα για προϊόντα που συχνά προέρχονται από αποψιλωμένες περιοχές.
Το ερώτημα είναι πως όλα τα παραπάνω συμβαδίζουν με τις αποφάσεις της ΕΕ για την πράσινη συμφωνία και ιδιαίτερά με την εφαρμογή της στον αγροτικό τομέα.
Στις 11 Δεκεμβρίου 2019 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, ανοίγοντας τη συζήτηση για το πώς η Ευρώπη μπορεί να καταστεί η πρώτη κλιματική ουδέτερη ήπειρος στον κόσμο έως το 2050.
Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια πολιτική για την κλιματική αλλαγή. Προτείνει ένα νέο μοντέλο βιώσιμης ανάπτυξης για την ΕΕ, στο οποίο η απανθρακοποίηση, η βιωσιμότητα, η προστασία των φυσικών πόρων, η δημόσια υγεία και η οικονομική ανταγωνιστικότητα πρέπει να συμβαδίζουν.
Αυτό το νέο εμβληματικό πλαίσιο της ΕΕ επιβεβαιώνει την ανάγκη για μια διατομεακή, συνεκτική και σφαιρική προσέγγιση και τονίζει τη σημασία της εδαφικής διάστασης, η οποία είναι ζωτικής σημασίας για τους γεωργικούς πόρους και τη βιοποικιλότητα.
Οι συνιστώσες της Πράσινης Συμφωνίας είναι στενά αλληλένδετες και αλληλοενισχύονται με στόχο να μετατρέψουν την ΕΕ σε μια αποδοτική ως προς τη χρήση των πόρων, φιλική προς το κλίμα και την ανταγωνιστική οικονομία. Πολλές από τις πολιτικές πρωτοβουλίες της δέσμης επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα τον γεωργικό και τον αγροδιατροφικό τομέα.
Ως αναπόσπαστο μέρος της Πράσινης Συμφωνίας, η στρατηγική «Από το αγρόκτημα στο πιάτο» επιδιώκει να προωθήσει την επιλογή ενός δικαιώματος, υγιέστερου και πιο βιώσιμου συστήματος τροφίμων εντός της ΕΕ.
Είναι η πρώτη φορά που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσιάζει μια ολοκληρωμένη προσέγγιση που καλύπτει κάθε στάδιο της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων, από την παραγωγή έως την κατανάλωση, και υποστηρίζει την προσαρμογή της αγροτικής κοινότητας.
Στόχοι και είδη παρεμβάσεων
Η στρατηγική «Από το αγρόκτημα στο πιάτο» θεμελιώνει ένα συνεκτικό πλαίσιο δημόσιας πολιτικής, το οποίο αρθρώνεται γύρω από έναν οριζόντιο στόχο και τέσσερις επιμέρους στόχους που εκτείνονται σε όλα τα στάδια της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων: (α) την προώθηση βιώσιμων πρακτικών στην παραγωγή τροφίμων, (β) τη βιωσιμότητα στη μεταποίηση και στη διανομή, (γ) τη διαμόρφωση βιώσιμων προτύπων κατανάλωσης, και (δ) την πρόληψη και μείωση της απώλειας και της σπατάλης τροφίμων.
Η σχετική ανακοίνωση που εισάγει τη στρατηγική, υπό τον τίτλο «Από το αγρόκτημα στο πιάτο – Μια στρατηγική για ένα δίκαιο, υγιές και φιλικό προς το περιβάλλον σύστημα τροφίμων», ενσωματώνει ένα αρχικό σχέδιο δράσης. Το σχέδιο αυτό προβλέπει δέσμη νέων παρεμβάσεων, οι οποίες αποσκοπούν στην αναθεώρηση και/ή στην ενίσχυση του υφιστάμενου κανονιστικού πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα τρόφιμα και τη γεωργία.
Παράλληλα, η ανακοίνωση επισημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι σε θέση, από μόνη της, να υλοποιήσει πλήρως τον γενικό στόχο της διασφάλισης βιώσιμων συστημάτων τροφίμων. Για τον λόγο αυτό, προκρίνεται η συνεργασία με τρίτες χώρες και λοιπούς διεθνείς φορείς, ώστε να υποστηριχθεί μια ευρύτερη, παγκόσμια μετάβαση προς βιώσιμα συστήματα τροφίμων.
https://www.europarl.europa.eu/
Η Πράσινη Συμφωνία συσχετίζεται άμεσα με τις χρηματοδοτήσεις του αγροτικού τομέα, τόσο τις άμεσες ενισχύσεις όσο και με τα επενδυτικά προγράμματα.
Οι Ευρωπαίοι παραγωγοί, προκειμένου τα προϊόντα τους να έχουν πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές, είναι αναγκασμένοι να καλλιεργούν εφαρμόζοντας συγκεκριμένα πρότυπα ποιότητας, κάτι που δεν ισχύει για τους παραγωγούς των χωρών της Mercosur, γεγονός που δημιουργεί μείωση παραγωγής και αύξηση του κόστους παραγωγής.
Επιπτώσεις στην Ελληνική Αγροτική Οικονομία
Ο Αγροτικός τομέας στην Ελλάδα έχει δεχθεί μεγάλες πιέσεις τα τελευταία χρόνια λόγω της αδυναμίας του να προσαρμοστεί σε ένα περιβάλλον με ισχυρό ανταγωνισμό σε μια διεθνοποιημένη αγορά.
Συνέπεια της έλλειψης στρατηγικής προσαρμογής σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον χωρίς προστατευτισμούς, είναι η μείωση των καλλιεργουμένων εκτάσεων και της εγκατάλειψης του γεωργικού επαγγέλματος.
Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, κατά την περίοδο 2009–2020 καταγράφεται μείωση των γεωργικών εκμεταλλεύσεων κατά 26,6%, ενώ η χρησιμοποιούμενη γεωργική έκταση περιορίστηκε κατά 18%. Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει τάση εγκατάλειψης τόσο του αγροτικού επαγγέλματος όσο και της αγροτικής γης. Επιπλέον, φαίνεται ότι η γη που εγκαταλείπεται δεν απορροφάται από τις υφιστάμενες εκμεταλλεύσεις, με αποτέλεσμα να μην επιτυγχάνεται συγκέντρωση και αναδιάρθρωση του παραγωγικού δυναμικού, και ο αγροτικός κλήρος να διατηρείται μικρός και πολυτεμαχισμένος.
Την ίδια στιγμή οι ανάγκες της χώρας σε προϊόντα διατροφής αυξάνονται με το κενό να καλύπτεται με εισαγωγές.
Η συμφωνία της Mercosur θα αυξήσει την πίεση των εισαγωγών αγροτικών προϊόντων στην Ελληνική αγορά αυξάνοντας περισσότερο το εμπορικό έλλειμα και οδηγώντας τους Έλληνες παράγωγους σε έξοδο από το γεωργικό επάγγελμα.
Εισαγωγές Αγροτικών Προϊόντων 2015 – 2022
Οι εισαγωγές αγροτικών προϊόντων (με έτος βάσης το 2015) ακολουθούν συνολικά ανοδική πορεία, με σχετικά μικρές διακυμάνσεις. Ειδικότερα, η αξία των εισαγωγών αυξάνεται σταθερά κατά την πρώτη τετραετία (2015–2019) και στη συνέχεια υποχωρεί κατά 9% το 2020. Από το 2021 και μετά επανέρχεται σε έντονα ανοδική τροχιά, καταγράφοντας αύξηση 53% μέσα σε δύο χρόνια (έως το 2022). Σε συνολικό ορίζοντα οκταετίας, η αξία των εισαγωγών τροφίμων αυξήθηκε κατά 62%, ενώ το 2024 διαμορφώθηκε στα 11,20 εκατ. ευρώ.
https://www.kepe.gr/wp-content/uploads/2025/07/4.3.pdf
Μπορούν τα προϊόντα ΠΟΠ/ΠΓΕ να λύσουν το πρόβλημα;
Ένα από τα επιχειρήματα όσων υποστηρίζουν την συμφωνία είναι ότι προστατεύονται τα Ελληνικά προϊόντα (ΠΟΠ-ΠΓΕ).
Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ διαφορετική, οι Ελληνικές επιχειρήσεις τροφίμων δεν διαθέτουν τις απαραίτητές δεξιότητες, μέγεθος και στρατηγικές, προκειμένου να αξιοποιήσουν τον τεράστιο πλούτο που η Ελληνική Γη μας δίνει απλόχερα.
Απόδειξη το γεγονός ότι έως σήμερα διαπιστώνεται δυσκολία στην αποτελεσματική προώθηση ακόμη και των ποιοτικών προϊόντων με ενδείξεις ΠΟΠ/ΠΓΕ σε μια αγορά όπως η Ευρωπαϊκή, η οποία παραδοσιακά εμφανίζει αυξημένη ζήτηση για ποιοτικά, τοπικά και πιστοποιημένα προϊόντα.
- Η συνολική αξία της αγοράς στην ΕΕ για προϊόντα ΠΟΠ/ΠΓΕ/ΕΠΙΠ ανέρχεται σε 77,15 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 7% της συνολικής αξίας των ευρωπαϊκών πωλήσεων στον κλάδο τροφίμων και ποτών.
- Η Ελλάδα μόλις 1,3% του συνόλου της αγοράς, ενώ τα υψηλότερα μερίδια συγκεντρώνουν η Ιταλία (33%), η Γερμανία (25%), η Γαλλία (17%) και το Ηνωμένο Βασίλειο (8%)
Ενδεικτικό είναι ότι, παρότι η Ελλάδα έχει καταχωρήσει σημαντικά περισσότερα προϊόντα σε σύγκριση με τη Γερμανία και τη Μεγάλη Βρετανία, το γεγονός αυτό δεν αποτυπώνεται αντίστοιχα στις επιδόσεις της στην αγορά. Η αντίφαση αυτή καταδεικνύει ότι ο κλάδος εμπορίας και αξιοποίησης προϊόντων ΠΟΠ/ΠΓΕ/ΕΠΙΠ παραμένει ακόμη σχετικά υπο-αναπτυγμένος, καθώς συνεχίζει να υφίσταται περιορισμένη δυνατότητα αποτελεσματικής προώθησης και εμπορικής διείσδυσης προϊόντων υψηλής ποιότητας σε αγορές με σαφή δυναμική και αγοραστική ικανότητα για premium προϊόντα.
Αγροτική οικονομία προσανατολισμένη στην αγορά και Στρατηγική διαφοροποίησης
Η αγροτική μας οικονομία — με ορισμένες μόνο εξαιρέσεις — χαρακτηρίζεται από παραγωγοκεντρικό και όχι αγορακεντρικό προσανατολισμό. Δηλαδή, σε μεγάλο βαθμό συνεχίζουμε να παράγουμε ό,τι μας εξυπηρετεί ή ό,τι έχει κληρονομηθεί ως πρακτική από προηγούμενες γενιές, χωρίς συστηματική ανάγνωση των σημάτων της αγοράς και χωρίς τεκμηριωμένη ανάλυση του ανταγωνισμού.
Ως αποτέλεσμα, παράγονται κυρίως προϊόντα χαμηλής προστιθέμενης αξίας, ελάχιστα διαφοροποιημένα, σε μικρές και κατακερματισμένες εκτάσεις, με υψηλό κόστος παραγωγής.
Τι μέλλει Γενέσθαι – Προτάσεις για την επιβίωση και ανάπτυξη του Αγροτικού τομέα.
Το υφιστάμενο παραγωγικό πρότυπο της αγροτικής μας οικονομίας έχει εδώ και χρόνια εξαντλήσει τα περιθώρια αποτελεσματικότητάς του και πλέον διατηρείται, σε συρρικνωμένη μορφή, κυρίως χάρη στις επιδοτήσεις της ΚΑΠ.
Για να διασφαλιστούν η βιωσιμότητα και η αναπτυξιακή προοπτική του αγροτικού τομέα, η πρωταρχική αλλαγή που απαιτείται αφορά τον παραγωγικό προσανατολισμό και δη τη μετάβαση σε μια στρατηγική που εδράζεται στην αγορά, στη διαφοροποίηση, στην ποιότητα και στη στοχευμένη εμπορική αξιοποίηση.
Είναι απαραίτητο ένα πραγματικό Στρατηγικό Σχέδιο
Απαιτείται ένα ολοκληρωμένο στρατηγικό σχέδιο που θα αποτυπώνει με σαφήνεια τα ισχυρά και αδύνατα σημεία της ελληνικής αγροτικής οικονομίας, αναδεικνύοντας τόσο τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα όσο και τις κρίσιμες υστερήσεις.
Παράλληλα, θα πρέπει να λειτουργεί ως πλαίσιο προτεραιοτήτων, κατευθύνοντας τους διαθέσιμους πόρους με βάση εμπορικά και επιστημονικά κριτήρια προς εκείνους τους κλάδους παραγωγής που διαθέτουν συγκριτικά και ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα στο διεθνές περιβάλλον.
Βιώσιμη αγροτική οικονομία χωρίς έρευνα και καινοτομία δεν υπάρχει
Στη χώρα μας παράγεται αξιόλογη ερευνητική γνώση στον αγροδιατροφικό τομέα, η οποία όμως, σε μεγάλο βαθμό, δεν μετασχηματίζεται σε εφαρμογές για την ελληνική γεωργία και δεν αποδίδει οικονομική και αναπτυξιακή υπεραξία. Αυτό οφείλεται, αφενός, στο ότι η έρευνα δεν εντάσσεται σε ένα συνεκτικό, μακροπρόθεσμο πλαίσιο σχεδιασμού και προτεραιοτήτων και, αφετέρου, στην απουσία ενός λειτουργικού μηχανισμού «μεταφοράς» των ερευνητικών αποτελεσμάτων προς την παραγωγική διαδικασία (technology/knowledge transfer).
Για να αξιοποιηθούν ουσιαστικά τα ερευνητικά αποτελέσματα, απαιτείται η συγκέντρωση και ευθυγράμμιση των ερευνητικών πόρων με τις ανάγκες και τους στόχους του στρατηγικού σχεδίου, καθώς και η δημιουργία μιας «Food Valley»: ενός εξειδικευμένου ερευνητικού οικοσυστήματος/κέντρου που θα εστιάζει αποκλειστικά στην αγροτική έρευνα και καινοτομία, καλύπτοντας όλο το φάσμα από τη γενετική βελτίωση των φυτών και την παραγωγική τεχνολογία έως το μάρκετινγκ, την επιχειρηματική καινοτομία και την ανάπτυξη δεξιοτήτων. Με αυτόν τον τρόπο, ο αγροδιατροφικός τομέας θα ενίσχυση τη βιωσιμότητά του και θα αποκτήσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε ένα ολοένα πιο απαιτητικό διεθνές περιβάλλον.