Κάθε πολιτική παράταξη που αντέχει στον χρόνο δοκιμάζεται όχι μόνο από τις πολιτικές της νίκες, αλλά κυρίως από την ικανότητά της να αναστοχάζεται. Να επιστρέφει στις ιδρυτικές της αρχές, όχι για να τις επικαλείται τελετουργικά, αλλά για να τις μετρά απέναντι στις ανάγκες κάθε εποχής. Να αποτιμά όσα πέτυχε χωρίς αυταρέσκεια, να αναγνωρίζει όσα απομένουν χωρίς υπεκφυγές και να σχεδιάζει το αύριο χωρίς εύκολες υποσχέσεις.
Μέσα από αυτό το πρίσμα, ο χρόνος στον οποίο πραγματοποιείται το 16ο Συνέδριο της παράταξής μας τού προσδίδει μια ιδιαίτερη σημασία, που το διαφοροποιεί αισθητά από μια τυπική κομματική διαδικασία. Το καθιστά μια ουσιαστική στιγμή πολιτικού αναστοχασμού. Μια ευκαιρία να δούμε τι άλλαξε στη χώρα, τι παραμένει ανοιχτό και ποια Ελλάδα θέλουμε να οικοδομήσουμε στα χρόνια που έρχονται. Αυτό είναι, άλλωστε, το πραγματικό περιεχόμενο του κεντρικού συνθήματος του Συνεδρίου «Μαζί για την Ελλάδα του 2030». Να κοιτάξουμε την πορεία της παράταξης όχι με τη βεβαιότητα εκείνων που πιστεύουν ότι όλα έχουν απαντηθεί, αλλά με την ευθύνη εκείνων που γνωρίζουν ότι η πολιτική κρίνεται τελικά από τη διάρκεια, τη συνέπεια και το αποτέλεσμα.
Το 2019, με την ανάληψη της διακυβέρνησης από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τη Νέα Δημοκρατία, η Ελλάδα δεν έβγαινε απλώς από μια οικονομική κρίση. Έβγαινε από μια μακρά δοκιμασία που είχε κλονίσει την εθνική της αυτοπεποίθηση. Είχε βιώσει τη δημοσιονομική της αδυναμία ως πολιτική ταπείνωση, είχε δει την ευρωπαϊκή της θέση να δοκιμάζεται, είχε συνηθίσει να μετρά τις δυνατότητές της περισσότερο με όρους περιορισμού παρά προοπτικής. Από εκεί ξεκινήσαμε. Και αυτό πρέπει να το θυμόμαστε όχι ως άλλοθι, αλλά ως μέτρο σύγκρισης.
Σήμερα η εικόνα της χώρας είναι διαφορετική. Όχι επειδή λύθηκαν όλα τα προβλήματα, ούτε επειδή η καθημερινότητα των πολιτών έπαψε να έχει δυσκολίες. Αλλά επειδή σε κρίσιμα πεδία η Ελλάδα έκανε βήματα που δεν ήταν αυτονόητα. Η ανεργία υποχώρησε στα χαμηλότερα επίπεδα πολλών ετών. Η απασχόληση αυξήθηκε ουσιαστικά. Το δημόσιο χρέος ακολουθεί καθοδική πορεία ως ποσοστό του ΑΕΠ και η χώρα κινείται σταθερά προς την απαλλαγή από το στίγμα της ευρωπαϊκής εξαίρεσης. Η καλύτερη φύλαξη των συνόρων, η σοβαρότερη διαχείριση του μεταναστευτικού, η ενίσχυση της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας και η πρόοδος στην ψηφιακή λειτουργία του κράτους αποτυπώνουν μια ευρύτερη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί και εκπέμπει η Ελλάδα. Το gov.gr δεν έλυσε όλα τα προβλήματα του ελληνικού Δημοσίου, αλλά απέδειξε κάτι βαθύτερο. Ότι το κράτος μπορεί να γίνει απλούστερο, ταχύτερο, πιο φιλικό, λιγότερο εχθρικό προς τον πολίτη.
Η ίδια μεταβολή αποτυπώθηκε και στον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα στέκεται στον κόσμο και υπερασπίζεται τα συμφέροντά της. Στο πεδίο της εθνικής ασφάλειας και της διεθνούς παρουσίας της χώρας, η πρόοδος υπήρξε εξίσου ουσιαστική. Η Ελλάδα κινείται πλέον με σχέδιο, συνέπεια και συστηματικό τρόπο. Οι συμφωνίες οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών με την Ιταλία και ΑΟΖ με την Αίγυπτο, ο Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός, η ενίσχυση των στρατηγικών σχέσεων με τη Γαλλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και κρίσιμους εταίρους στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά και η αναβάθμιση της αποτρεπτικής μας ισχύος, συγκροτούν ένα ενιαίο πλαίσιο εθνικής στρατηγικής. Η ενίσχυση του Πολεμικού Ναυτικού με τις φρεγάτες Belharra, η αναβάθμιση των F-16 σε Viper, η πορεία προς την απόκτηση των F-35, η προώθηση της «Ασπίδας του Αχιλλέα» ως νέας αρχιτεκτονικής αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής προστασίας και τα σημαντικά βήματα για την ανασυγκρότηση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας δεν είναι μεμονωμένες κινήσεις. Είναι στοιχεία μιας ευρύτερης στρατηγικής αποτροπής, που αποδίδει ακριβώς επειδή στηρίζεται σε συνέχεια, συμμαχίες και καθαρή αντίληψη των εθνικών συμφερόντων. Σε μια περιοχή όπου οι ισορροπίες παραμένουν σύνθετες, η Ελλάδα δεν κινείται πια αμήχανα. Κινείται με αυτοπεποίθηση, θεσμική σοβαρότητα και σχέδιο. Γιατί η ασφάλεια δεν είναι αφηρημένη έννοια. Είναι η προϋπόθεση μέσα στην οποία μπορεί να υπάρξει οικονομία, κοινωνική συνοχή, δημοκρατική ομαλότητα και καθημερινή ελευθερία.
Όλα αυτά, όμως, δεν είναι μόνο ο απολογισμός μιας περιόδου. Είναι και η έκφραση μιας βαθύτερης πολιτικής αντίληψης. Πίσω από τις επιλογές που έγιναν υπάρχει ένα σταθερό ιδεολογικό νήμα που μας καθορίζει. Η πεποίθηση ότι η πρόοδος της χώρας δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς θεσμική σοβαρότητα, χωρίς ευρωπαϊκό προσανατολισμό, χωρίς διεθνή αξιοπιστία και χωρίς εθνική αυτοπεποίθηση.
Από την ένταξη της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ, με την υπογραφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή, μέχρι την υπεράσπιση της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας στις δυσκολότερες στιγμές της κρίσης, διακρίνεται η ίδια πολιτική αντίληψη. Ότι η Ελλάδα προοδεύει όταν δεν απομονώνεται, όταν δεν υποκύπτει στον εύκολο αντιευρωπαϊσμό, όταν επιλέγει το απαιτητικό πλαίσιο της ευθύνης αντί για την άνεση της δημαγωγίας.
Η ίδια αντίληψη μάς επιβάλλει και κάτι ακόμη. Να μη συγχέουμε την αυτοπεποίθηση με την αυταρέσκεια. Η πολιτική ωριμότητα αρχίζει εκεί όπου ο απολογισμός συναντά την επίγνωση των εκκρεμοτήτων. Υπάρχουν πεδία στα οποία η κοινωνία δικαιούται να περιμένει πιο απτές απαντήσεις. Το κόστος της καθημερινότητας εξακολουθεί να πιέζει νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Το στεγαστικό βάρος δυσκολεύει ιδιαίτερα τους νέους στη μετάβασή τους προς την αυτονομία, την επαγγελματική σταθερότητα, την παραμονή στον τόπο τους και τη δημιουργία οικογένειας. Και το δημογραφικό, στην ουσία του, συμπυκνώνει ακριβώς αυτή την αγωνία: αν οι άνθρωποι μπορούν να σχεδιάζουν τη ζωή τους με ασφάλεια, εμπιστοσύνη και προοπτική.
Απέναντι σε αυτά τα ζητήματα, δεν αρκούν οι καλές προθέσεις ούτε οι αποσπασματικές παρεμβάσεις. Χρειάζονται πολιτικές με συνέχεια, εφαρμογή και μετρήσιμο αποτέλεσμα. Χρειάζεται ένα κράτος που γίνεται διαρκώς πιο αποτελεσματικό, πιο γρήγορο, πιο δίκαιο απέναντι στον πολίτη. Εδώ ακριβώς αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο και η συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Όχι ως θεσμική πολυτέλεια, αλλά ως ευκαιρία να δούμε τι κράτος θέλουμε για την επόμενη περίοδο και ποιες εγγυήσεις πρέπει να ενσωματώσουμε στον πυρήνα της δημοκρατικής μας λειτουργίας.
Ένα κράτος με δημοσιονομική μνήμη και θεσμικές εγγυήσεις σταθερότητας. Με δημόσια διοίκηση που αξιολογείται, λογοδοτεί και υπηρετεί. Με Δικαιοσύνη ταχύτερη, ανεξάρτητη και πιο αξιόπιστη. Με ανώτατη εκπαίδευση ανοιχτή στον κόσμο, χωρίς φοβικά σύνδρομα απέναντι στη γνώση, την εξωστρέφεια, τον διεθνή ανταγωνισμό και τις θεσμικές τομές που έχει ανάγκη η χώρα. Και με τη στέγαση να αντιμετωπίζεται όχι μόνο ως οικονομικό μέγεθος, αλλά ως κοινωνικό αγαθό, ως προϋπόθεση αξιοπρέπειας, οικογενειακού σχεδιασμού και κοινωνικής συνοχής.
Αυτό είναι και το πραγματικό βάθος της συζήτησης για την Ελλάδα του 2030. Δεν αρκεί να περιγράψουμε μια χώρα με καλύτερους δείκτες. Πρέπει να διαμορφώσουμε μια χώρα με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη. Εμπιστοσύνη στους θεσμούς, στην οικονομία, στη Δικαιοσύνη, στην εκπαίδευση, στην ίδια την προοπτική της. Μια χώρα που μπορεί να παράγει περισσότερο, να μοιράζει πιο δίκαια τις ευκαιρίες, να προστατεύει αποτελεσματικότερα και να δίνει στους πολίτες της την αίσθηση ότι το αύριο δεν είναι απειλή, αλλά δυνατότητα.
Αυτό είναι, τελικά, το νόημα ενός Συνεδρίου για μια παράταξη ευθύνης όπως η δική μας. Να μη σταθεί μόνο σε όσα πέτυχε, αλλά να αναμετρηθεί με την επόμενη μέρα. Να μπορεί να μετουσιώνει τις δυσκολίες σε σχέδιο, τις εκκρεμότητες σε πρόοδο και τις προσδοκίες της κοινωνίας σε απτό αποτέλεσμα. Να μην αρκεστεί στη διαχείριση του παρόντος, αλλά να δώσει καθαρή κατεύθυνση στο μέλλον.
Η διάρκεια μιας παράταξης δεν εξασφαλίζεται από την επίκληση της ιστορίας της. Κρίνεται από την ικανότητά της να παραμένει χρήσιμη στη χώρα, να ακούει την κοινωνία, να διορθώνει, να σχεδιάζει και να προχωρά. Αυτή είναι, για μένα, η ουσία της πολιτικής. Να γνωρίζεις από πού έρχεσαι, να βλέπεις καθαρά πού βρίσκεσαι και να έχεις την πειθαρχία να υπηρετείς έναν δρόμο μεγαλύτερο από την τρέχουσα συγκυρία. Αυτόν τον δρόμο οφείλουμε να συνεχίσουμε. Μαζί, για την Ελλάδα του 2030.