Όσοι θυμούνται τις πετρελαϊκές κρίσεις μετά το 1970 καταλαβαίνουν καλά πώς μεταφράζεται η ενεργειακή αστάθεια στην καθημερινή ζωή: ουρές στα πρατήρια, εκτίναξη τιμών, πίεση στο κόστος ζωής και επιχειρηματικά περιθώρια που στενεύουν συνεχώς. Γι’ αυτό το τι θα συμβεί «την επόμενη ημέρα» στο Ιράν δεν είναι ένα μόνο διπλωματικό ή στρατιωτικό ζήτημα αλλά είναι θέμα προσφοράς ενέργειας, οικονομικής σταθερότητας και διεθνούς ισορροπίας δυνάμεων.
Το Ιράν βρίσκεται ανάμεσα στις χώρες (3η χώρα) με τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο. Οι εκτιμήσεις δείχνουν αποθέματα της τάξης των εκατοντάδων δισεκατομμυρίων βαρελιών, καθιστώντας το έναν κρίσιμο «παίκτη» στην προσφορά συμβατικών υδρογονανθράκων. Αυτό σημαίνει ότι, εάν η χώρα επανέλθει σε κανονικούς ρυθμούς εξαγωγών και οι διεθνείς κυρώσεις χαλαρώσουν, στην αγορά μπορεί να προστεθούν μερικά εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα (εκτιμήσεις κυμαίνονται σε ευρύ εύρος, συνήθως 1–3+ εκατ. βαρ./ημέρα, ανάλογα με το σενάριο και το βαθμό επανένταξης).
Το προφανές ωφέλιμο αποτέλεσμα τέτοιας προσφοράς θα ήταν πτωτική τάση στις ενεργειακές τιμές: φθηνότερη βενζίνη, μικρότερο κόστος θέρμανσης, φθηνότερα μεταφορικά και, συνακόλουθα, μικρότερες κόστος στην παραγωγή των τροφίμων και των υπηρεσιών. Για νοικοκυριά με σταθερό εισόδημα και για επιχειρήσεις με υψηλή ενεργειακή εξάρτηση, τέτοια «αναπνοή» στην τιμή της ενέργειας μεταφράζεται άμεσα σε αύξηση ρευστότητας και ανακούφιση. Τα μακροοικονομικά αποτελέσματα θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν χαμηλότερο δομικό πληθωρισμό και βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου χωρών-εισαγωγέων.
Όμως η μετάβαση από την πολιτική κρίση στην οικονομική «κανονικότητα» δεν είναι άμεση ούτε δεδομένη. Υπάρχουν τρεις μεγάλες προκλήσεις που καθορίζουν το ρυθμό και το εύρος της ενδεχόμενης επανένταξης του Ιράν στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον:
1) Νομικές ρυθμίσεις και επενδύσεις. Η επανασύνδεση του ιρανικού πετρελαίου με τις ευρωπαϊκές και αμερικανικές αγορές απαιτεί άρση (ή επαναπροσδιορισμό) νομικών περιορισμών, συμφωνίες για πυρηνικά και εγγυήσεις συμμόρφωσης, καθώς και δέσμευση τραπεζών και ασφαλιστικών εταιρειών να λειτουργήσουν ξανά για συναλλαγές που κάποτε θεωρούνταν «αδιανόητες». Η εμπιστοσύνη των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των ασφαλιστικών εταιρειών δεν επανέρχεται με ένα νόμο, αλλά χρειάζεται χρόνος, νομικά πλαίσια και διαφανείς εγγυήσεις. Παράλληλα, πολλά σημεία του ενεργειακού συστήματος του Ιράν — από πεδία άντλησης μέχρι τερματικούς σταθμούς εξαγωγών και διυλιστήρια — έχουν υποστεί χρόνια υποεπενδύσεων και τεχνολογικής φθοράς. Η ανανέωση υποδομών απαιτεί «δισεκατομμύρια» σε κεφάλαια και τεχνολογίες που συχνά προέρχονται από δυτικές εταιρείες και για να συμβεί κάτι τέτοιο χρειάζεται πολιτική σταθερότητα και νομική εγγύηση.
2) Γεωστρατηγική αντιπαράθεση και θαλάσσιοι οδοί. Η σημασία του Περσικού Κόλπου και, ειδικά, του Στενού του Ορμούζ ως διαδρόμου για μεγάλο ποσοστό του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου (περίπου 20%) παραμένει κρίσιμη. Οποιαδήποτε μακράς διάρκειας αβεβαιότητα στην περιοχή αυξάνει τα ασφάλιστρα, τις τιμές και τη τάση επανδρομολόγησης φορτίων σε μακρύτερες και ακριβότερες διαδρομές. Η στρατιωτική ασφάλεια των θαλάσσιων λωρίδων, επομένως, γίνεται πολιτικο-οικονομική παράμετρος: η παρουσία Δυνάμεων (και ιδίως η διασφάλιση από ναυτικές συμμαχίες) θα επηρεάσει το πόσο γρήγορα και με ποιο κόστος οι αγορές θα αποδεχθούν ιρανικές προμήθειες.
3) Θεσμική σταθερότητα και πολιτική μετάβαση. Το ισχυρό αλλά αστάθμητο «στοίχημα» των διεθνών πόρων είναι ότι ένα νέο, πιο «συνεργάσιμο» πολιτικό σχήμα στην Τεχεράνη θα μπορούσε να οδηγήσει σε ομαλή επανένταξη. Αλλά αυτή η μετάβαση είναι εξαιρετικά ριψοκίνδυνη. Ιστορικά παραδείγματα (όπως η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης) δείχνουν ότι η αλλαγή από τη «μια μέρα στην άλλη» δεν εγγυάται ομοιογενή ή γρήγορη σταθεροποίηση σε κάθε περιφέρεια. Το νέο καθεστώς μπορεί να πάρει τη μορφή ενός περισσότερο προσανατολισμένου προς την αγορά και τις διεθνείς επενδύσεις κράτους, όπως έγινε σε ορισμένες ασιατικές χώρες ή, αντιθέτως, να εγκλωβιστεί σε εσωτερικές συγκρούσεις και περιφερειακές εντάσεις που θα κρατήσουν τις αγορές μακριά. Υπάρχουν πολλά πιθανά σενάρια για την «επόμενη ημέρα»:
A. Βέλτιστο (σταθερή μεταρρυθμιστική πορεία). Εάν σχηματιστεί ένα σχετικά σταθερό μεταβατικό σχήμα, με σαφείς εγγυήσεις για πυρηνικό έλεγχο και νομικές δεσμεύσεις προς διεθνείς επενδυτές, τότε σε βάθος 2–5 ετών μπορούν να αρχίσουν να ρέουν σημαντικά φορτία προς τις διεθνείς αγορές με άμεσο όφελος για τους καταναλωτές και θετική επίδραση στην παγκόσμια οικονομία. Η Κίνα θα απωλέσει την πρόσβαση σε φθηνό πετρέλαιο μετά την απώλεια του φθηνού πετρελαίου της Βενεζουέλας και δεν θα μπορεί να παράγει με χαμηλό κόστος και να εξάγει προϊόντα κάτω του κόστους και να απειλεί με συστημική εξαφάνιση πολλών βιομηχανικών κλάδων σε όλο τον κόσμο λόγω αθέμιτου ανταγωνισμού. Επίσης η Ρωσία δεν θα μπορεί με τις υψηλές τιμές του πετρελαίου να χρηματοδοτεί την εισβολή στην Ουκρανία. Αμερικανικές και ευρωπαϊκές εταιρείες υποδομών, κατασκευών και τεχνολογίας θα μπορούσαν να αναλάβουν έργα, δημιουργώντας θέσεις εργασίας και εισοδήματα.
B. Ενδιάμεσο (θολό, βραδείας αποκατάστασης). Μια παρατεταμένη περίοδος αβεβαιότητας με μερική χαλάρωση κυρώσεων και επιλεκτική επανένταξη (μέσω τρίτων χρηματοδοτών και αγοραστών) πιθανότατα θα δοκιμάσει τις τιμές, με ρηχές μειώσεις και υψηλότερη μεταβλητότητα, ενώ οι μεγάλες ξένες επενδύσεις θα αργήσουν. Η αγορά θα αντιμετωπίζει υψηλότερα ασφάλιστρα και δισταγμό τραπεζών/ασφαλιστών.
Γ. Χειρότερο (ανεξέλεγκτη αστάθεια). Αν η μετάβαση συνοδευθεί από εσωτερική ένοπλη σύγκρουση ή εκτεταμένο εξωτερικό μπλοκάρισμα ροών, τότε οι τιμές μπορούν να εκτοξευθούν βραχυπρόθεσμα. Οι επιπτώσεις σε οικονομίες υψηλής εξάρτησης από εισαγόμενο πετρέλαιο θα είναι σοβαρές. Επιπλέον, οι γεωπολιτικοί «κερδισμένοι» όπως η Ρωσία (που θέλει υψηλές τιμές) ή η Κίνα (που έχει πρόσβαση σε φτηνό αργό) θα αναπροσαρμόσουν στρατηγικές, και το παγκόσμιο σύστημα θα αντιμετωπίσει αυξημένο ρίσκο.
Η «επόμενη ημέρα» στο Ιράν μπορεί να ερμηνευθεί ως ευκαιρία ή ως παγκόσμια πρόκληση, ανάλογα με το πώς θα σχεδιαστούν και θα υλοποιηθούν η πολιτική, η οικονομική και η στρατιωτική διαχείριση της νέας κατάστασης. Αν η μετάβαση προσφέρει σταθερότητα, οι συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία θα είναι καθοριστικές, από μείωση του κόστους ενέργειας μέχρι ευκαιρίες επενδύσεων. Αντιθέτως, αν επικρατήσει διάχυτη αστάθεια, οι επιπτώσεις θα είναι πολύ δυσμενείς και θα επηρεάσουν βαθιά τις ενεργειακές, χρηματοπιστωτικές και κοινωνικές δομές πολλών χωρών. Η κρίσιμη παράμετρος είναι η θεσμική σταθερότητα και αυτή εξαρτάται εξίσου από εσωτερικές πολιτικές επιλογές όσο και από διεθνείς αποφάσεις για εμπιστοσύνη και συνεργασία.
Επί πλέον όσα συμβαίνουν στη Μέση Ανατολή αντιπροσωπεύουν μια συστημική μετατόπιση στη διεθνή τάξη. Η επίμονη προσπάθεια του Ιράν να αναβιώσει την χαμένη αυτοκρατορική του επιρροή στην Μέση Ανατολή μέσω στρατιωτικών εξοπλισμών επί σχεδόν 50 χρόνια αποδείχθηκε μια λάθος στρατηγική για την χώρα. Μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο όλες αυτές οι προσπάθειες χάθηκαν. Η προβολή σύγχρονης ισχύος δεν αφορά την ιδεολογία του κάθε καθεστώτος, αλλά αφορά τις συμμαχίες, την αλυσίδα εφοδιασμού, την τεχνολογία και την ταχύτητα. Οι ΗΠΑ δείχνουν ότι ακόμη και αν ενεργοποιηθεί μόνο ένα μέρος της στρατιωτικής ισχύος τους, το μήνυμα γίνεται σαφές και στην παγκόσμια πολιτική οι επιδείξεις δύναμης έχουν σημασία. Το μήνυμα αφορά και τις άλλες αναθεωρητικές χώρες που υπέρ εξοπλίζονται, εις βάρος της ευημερίας των λαών τους, για να αναβιώσουν τις αυτοκρατορικές τους βλέψεις με επόμενο αποδέκτη την Τουρκία.