Στο επόμενο 15νθήμερο θα υπογραφούν οι συμβάσεις μεταξύ της CHEVRON της Helleniq Energy και του Ελληνικού Δημοσίου για την ανάθεση ερευνών υδρογονανθράκων στα 4 θαλάσσια οικόπεδα νοτίως της Κρήτης και νοτιοδυτικά της Πελοποννήσου.
Εν τω μεταξύ συνάντηση των υπουργών Ενέργειας των χωρών που συμμετέχουν στον «κάθετο διάδρομο» φυσικού αερίου στα τέλη Φεβρουαρίου στην Ουάσιγκτον ανήγγειλαν σήμερα (29/1) ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου και ο ειδικός απεσταλμένος του υπουργείου Ενέργειας των ΗΠΑ, Joshua Volz μιλώντας στο Athens Energy Summit.
Σε συνέχεια του χαμηλού ενδιαφέροντος – όπως καταγράφηκε στις τελευταίες δημοπρασίες – από την αγορά για αξιοποίηση του κάθετου διαδρόμου , που θα μεταφέρει φυσικό αέριο μέσω Ελλάδας, Βουλγαρίας, Ρουμανίας. Μολδαβίας στην Ουκρανία, ο κ. Παπασταύρου έκανε λόγο για «παιδικές ασθένειες» του διαδρόμου. Έκανε λόγο επίσης για πολυσύνθετο και απαιτητικό εγχείρημα, χωρίς ιστορικό προηγούμενο με μοναδική στρατηγική σημασία για τη σταθερότητα στην περιοχή.
Ο κ. Volz ανέφερε ότι στην υπουργική συνάντηση θα εξεταστούν τα εμπόδια στην υλοποίηση του εγχειρήματος το οποίο, όπως είπε, θα πρέπει να λειτουργήσει προς όφελος όλων, ώστε να περάσουμε από τη δέσμευση στην υλοποίηση. «Η Ελλάδα, είπε, βρίσκεται στην καρδιά ενός από τους πιο σημαντικούς ενεργειακούς διαδρόμους. Η πολιτική δέσμευση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του υπουργού Ενέργειας Σταύρου Παπασταύρου είναι ξεκάθαρη. Χρειάζεται όμως δέσμευση και σε εμπορικό επίπεδο. Ο κάθετος διάδρομος ενώνει χώρες που δεν είχαν ιστορικό συνεργασίας και αυτό αποτελεί σημαντική πρόκληση», είπε.
Αναφερόμενος στις συμβάσεις με τη Chevron, ο κ. Παπασταύρου δήλωσε ότι «το Ελεγκτικό Συνέδριο ενέκρινε τις τέσσερις συμβάσεις» και ότι το επόμενο στάδιο είναι η υπογραφή τους. «Τις επόμενες δύο εβδομάδες θα έρθουν οι εκπρόσωποι της εταιρείας για να υπογράψουν τις συμβάσεις και στη συνέχεια αυτές θα κατατεθούν στη Βουλή», σημείωσε.
Το χρονοδιάγραμμα προβλέπει ότι «το φθινόπωρο του 2026 θα ξεκινήσουν οι έρευνες στο πεδίο», ενώ το ύψος της επένδυσης που απαιτείται εκτιμάται στα «5 έως 7 δισ. ευρώ». Ο υπουργός ξεκαθάρισε ότι «το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι οι απειλές από τη Λιβύη, αλλά αν υπάρχουν επαρκή κοιτάσματα», δίνοντας έμφαση στην τεχνική και γεωλογική διάσταση του εγχειρήματος.
Σε ό,τι αφορά τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή, υπενθύμισε ότι «η Τουρκία ανακοίνωσε MOU για την ανάπτυξη του τομέα των υδρογονανθράκων», επισημαίνοντας ωστόσο πως «όλες οι χώρες της Μεσογείου θέλουν να αναπτύξουν τα φυσικά τους κοιτάσματα», σε ένα περιβάλλον αυξημένου ανταγωνισμού αλλά και ευκαιριών.


