Η υπόθεση του 54χρονου σμηνάρχου της Πολεμικής Αεροπορίας, που κατηγορείται για κατασκοπεία υπέρ της Κίνας, δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη αστυνομικό επεισόδιο, αλλά μία υπόθεση με σαφείς προεκτάσεις εθνικής ασφάλειας. Φαίνεται, μάλιστα, πως για πρώτη φορά μετά από χρόνια στο επίκεντρο των ερευνών βρίσκεται εν ενεργεία ανώτερος αξιωματικός, τοποθετημένος σε θέση αυξημένης ευθύνης, με πρόσβαση σε πληροφορίες στρατιωτικής σημασίας.
Η έρευνα της Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, σε συνεργασία με τις στρατιωτικές δικαστικές αρχές, αποκάλυψε ένα πλέγμα επαφών, μεταφοράς δεδομένων και οικονομικών συναλλαγών που, αν επιβεβαιωθεί στο σύνολό του, συνιστά μία από τις σοβαρότερες υποθέσεις κατασκοπείας που έχουν αποκαλυφθεί στη χώρα τις τελευταίες δεκαετίες.
Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής στοιχεία, ο σμήναρχος φέρεται να μετέδιδε απόρρητες πληροφορίες στρατιωτικού χαρακτήρα σε Κινέζο «χειριστή», χρησιμοποιώντας κρυπτογραφημένες εφαρμογές και αμειβόμενος με χρηματικά ποσά ή κρυπτονομίσματα. Η σύλληψή του πραγματοποιήθηκε αιφνιδιαστικά εντός της στρατιωτικής μονάδας όπου υπηρετούσε, ενώ καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της έρευνας έπαιξε η ανάλυση δεύτερου, αδήλωτου κινητού τηλεφώνου.
Γνώριμο μοτίβο που επανέρχεται
Η υπόθεση αυτή έχει λειτουργήσει ως καταλύτης για να επανέλθει στο προσκήνιο ένα γνώριμο, αλλά συχνά υποτιμημένο φαινόμενο: τη συστηματική παρακολούθηση στρατιωτικών εγκαταστάσεων, υποδομών και μετακινήσεων στην Ελλάδα. Από απλές φωτογραφήσεις και πτήσεις drone, μέχρι οργανωμένα δίκτυα συλλογής πληροφοριών και, πλέον, ακόμη και δράση «εκ των έσω», τα περιστατικά των τελευταίων δεκαπέντε ετών δείχνουν ότι η χώρα παραμένει σταθερά πεδίο ενδιαφέροντος για ξένες υπηρεσίες και πρόσωπα που κινούνται πέρα από το όριο της νομιμότητας.
Ήδη από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, το 2012, οι ελληνικές αρχές είχαν προχωρήσει στη σύλληψη δύο Τσέχων στη Λήμνο, όταν διαπιστώθηκε ότι είχαν στην κατοχή τους φωτογραφικό και βιντεοληπτικό υλικό από στρατιωτικές εγκαταστάσεις του νησιού. Οι ίδιοι υποστήριξαν ότι το υλικό προοριζόταν για επαγγελματική χρήση, ωστόσο η υπόθεση είχε προκαλέσει έντονη ανησυχία λόγω της γεωγραφικής σημασίας της περιοχής.
Το περιστατικό αυτό δεν ήταν μεμονωμένο. Το CRETA24 ανέτρεξε στα προηγούμενα καταγεγραμμένα περιστατικά, προκειμένου να αποτυπωθούν οι ομοιότητες αλλά και οι διαφοροποιήσεις υποθέσεων που αφορούν κατασκοπεία στρατιωτικών βάσεων και υποδομών.
Από τη «χαμηλής έντασης» κατασκοπεία στις πρώτες σοβαρές δικογραφίες
Ένα χρόνο αργότερα, το 2013, στη Χίο συνελήφθη 72χρονος Γερμανός, ο οποίος φέρεται να φωτογράφιζε στρατόπεδα και άλλες στρατιωτικές υποδομές. Η υπόθεση ανέδειξε, για πρώτη φορά τόσο καθαρά, το ζήτημα της λεγόμενης «απλής» ή χαμηλής έντασης κατασκοπείας, όπου η συλλογή πληροφοριών γίνεται με πρόχειρα μέσα, αλλά με σαφή στόχο τη χαρτογράφηση ευαίσθητων σημείων.
Το 2014, στην Κω, ήρθε στο φως ακόμη μία παρόμοια υπόθεση, όταν Γερμανός υπήκοος συνελήφθη για φωτογράφιση στρατιωτικών εγκαταστάσεων. Η συγκεκριμένη υπόθεση απασχόλησε εκ νέου τη Δικαιοσύνη τα επόμενα χρόνια, με δικαστικές εξελίξεις και αντιπαραθέσεις γύρω από τα πραγματικά κίνητρα του κατηγορούμενου.
Το 2020 και η «υπόθεση» στο Αιγαίο
Το πρώτο πραγματικά σοβαρό περιστατικό κατασκοπείας καταγράφηκε το 2020, όταν αποκαλύφθηκε υπόθεση που αφορούσε την καταγραφή στρατιωτικών κινήσεων στο Αιγαίο, με επίκεντρο τη Ρόδο και το Καστελλόριζο. Δύο Έλληνες, εκ των οποίων ο ένας πρώην υπάλληλος του τουρκικού προξενείου, είχαν συλληφθεί και, χρόνια αργότερα, καταδικάστηκαν σε δεύτερο βαθμό.
Η συγκεκριμένη υπόθεση θεωρείται από τις πλέον πολύκροτες και «δεμένες» δικογραφίες κατασκοπείας της τελευταίας δεκαπενταετίας.
Drones, νέες τεχνολογίες και αμφισβητούμενες υποθέσεις
Τρία χρόνια αργότερα, το 2023, στον Πόρο, δύο Τούρκοι υπήκοοι συνελήφθησαν μετά από πτήση drone κοντά σε εγκαταστάσεις του Πολεμικού Ναυτικού. Αν και αρχικά η υπόθεση παρουσιάστηκε ως κατασκοπεία, μεταγενέστερα δημοσιεύματα ανέφεραν ότι από το υλικό που κατασχέθηκε δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις οργανωμένης δράσης. Το περιστατικό, ωστόσο, ανέδειξε τον ρόλο των νέων τεχνολογιών στη σύγχρονη συλλογή πληροφοριών.
Αλεξανδρούπολη, Σούδα και Τανάγρα στο μικροσκόπιο
Το 2025, η Αλεξανδρούπολη — κρίσιμος κόμβος μεταφοράς στρατιωτικού υλικού για το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ — βρέθηκε στο επίκεντρο νέας υπόθεσης. Άνδρας συνελήφθη με την κατηγορία ότι φωτογράφιζε και βιντεοσκοπούσε στρατιωτικές εγκαταστάσεις και μετακινήσεις, μεταδίδοντας το υλικό μέσω κρυπτογραφημένων καναλιών.
Λίγους μήνες αργότερα, στη Σούδα της Κρήτης, συνελήφθη 26χρονος για φωτογράφιση στρατιωτικών εγκαταστάσεων και πολεμικών πλοίων στη βάση, μία από τις σημαντικότερες στρατιωτικές υποδομές της Ανατολικής Μεσογείου.
Την ίδια χρονιά, στην Τανάγρα, τέσσερις Κινέζοι υπήκοοι συνελήφθησαν για φωτογράφιση μαχητικών Rafale και εγκαταστάσεων της Πολεμικής Αεροπορίας και της ΕΑΒ, υπόθεση που προκάλεσε έντονη αίσθηση λόγω της σύνδεσής της με ευαίσθητα εξοπλιστικά προγράμματα.
Από την έρευνα του CRETA24 προέκυψαν και περιπτώσεις όπου οι αρχικές κατηγορίες δεν επιβεβαιώθηκαν. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό του 2025 στις Σέρρες, όπου 67χρονος συνελήφθη έξω από στρατόπεδο, αλλά στη συνέχεια απαλλάχθηκε λόγω ανεπαρκών στοιχείων.
Παζλ δεκαπέντε ετών
Η σημερινή υπόθεση του σμηνάρχου έρχεται, τελικά, να προστεθεί σε ένα παζλ κατασκοπείας δεκαπέντε και πλέον ετών, αποτυπώνοντας ότι η Ελλάδα, λόγω της γεωπολιτικής της θέσης και των στρατιωτικών της υποδομών, παραμένει σταθερά πεδίο ενδιαφέροντος για δίκτυα συλλογής στρατιωτικών πληροφοριών. Άλλοτε με ερασιτεχνικές μεθόδους, άλλοτε με οργανωμένα δίκτυα και, πλέον, ακόμη και εκ των έσω.
Πηγές:
ΤΑ ΝΕΑ, News247, Πρώτο Θέμα, Newsbeast, Reuters, Καθημερινή, Associated Press, Έθνος, AP, ΑΠΕ-ΜΠΕ, CNN.gr, in.gr