Αντίστροφα μετρά ο χρόνος για την υποβολή των φορολογικών δηλώσεων του 2025, καθώς η πλατφόρμα αναμένεται να ανοίξει στα μέσα του Μαρτίου.
Η διαδικασία των προσυμπληρωμένων δηλώσεων διευκολύνει σημαντικά τους φορολογούμενους, απαιτεί, ωστόσο, προσεκτικό έλεγχο των στοιχείων προκειμένου να αποφευχθούν λάθη που κοστίζουν.
Αν διαπιστωθούν λάθη ή ελλείψεις, οι φορολογούμενοι θα πρέπει είτε να απευθυνθούν στους φορείς για τις διορθώσεις είτε να υποβάλουν τροποποιητική δήλωση. Αν δεν εντοπιστούν ανακρίβειες οι παραλήψεις μπορούν να πατήσουν το κουμπί της υποβολής της φορολογικής δήλωσης. Σημειώνεται ότι σε περίπτωση που η προσυμπληρωμένη δήλωση δεν αποσταλεί από τον φορολογούμενο, θα το κάνει η ΑΑΔΕ.
Πόση έκπτωση δικαιούνται όσοι επιλέξουν την εφάπαξ εξόφληση
Υπενθυμίζεται ότι, η καταβολή του φόρου πραγματοποιείται σε οκτώ μηνιαίες δόσεις, με την πρώτη να λήγει στο τέλος Ιουλίου. Οι φορολογούμενοι που θα επιλέξουν την εφάπαξ εξόφληση δικαιούνται έκπτωση 4% για δηλώσεις που υποβάλλονται έως τις 30 Απριλίου, 3% έως τις 15 Ιουνίου και 2% έως τις 15 Ιουλίου 2026.
Πέρυσι περισσότεροι από 1,4 εκατομμύρια φορολογούμενοι κατέβαλαν τον φόρο εφάπαξ με το συνολικό ποσό να φτάνει τα 2,17 δισ. ευρώ, σε σύνολο χρεωστικών εκκαθαριστικών περίπου 5 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΑΔΕ από τους 1,4 εκατομμύρια πολίτες που έσπευσαν να τακτοποιήσουν σε μία δόση τις υποχρεώσεις τους:
-Περισσότεροι από τους μισούς -περίπου 750.000- υπέβαλαν εγκαίρως τη δήλωσή τους και εξασφάλισαν έκπτωση 4% επί φόρων 1,3 δισ. ευρώ.
-410.000 φορολογούμενοι εκμεταλλεύτηκαν την έκπτωση 3% για φόρους 480 εκατ. ευρώ.
-260.000 φορολογούμενοι πέτυχαν έκπτωση 2% για φόρο 390 εκατ. ευρώ.
«Φορολογικό διαζύγιο» 2026: Πότε συμφέρει, πότε κοστίζει και τι πρέπει να προσέξουν τα ζευγάρια
Υπενθυμίζεται ότι, τα έγγαμα ζευγάρια έχουν περιθώριο έως τις 2 Μαρτίου να αποφασίσουν αν θα πάνε σε κοινή δήλωση ή αν θα επιλέξουν το λεγόμενο «φορολογικό διαζύγιο».
Η απόφαση δεν είναι τυπική, ούτε ουδέτερη φορολογικά. Συμφέρει κυρίως ζευγάρια με οφειλές ή επιστροφές φόρου που δεν θέλουν να συμψηφιστούν, αλλά δεν συμφέρει όσους καλύπτουν τα τεκμήριά τους «οριακά» μέσω του συνολικού οικογενειακού εισοδήματος. Εκεί, οι χωριστές δηλώσεις μπορεί να οδηγήσουν σε υψηλότερο φόρο.
Η γνωστοποίηση της επιλογής γίνεται μέσω ειδικής εφαρμογής στον ιστότοπο της ΑΑΔΕ και αρκεί να την κάνει ένας από τους δύο συζύγους για να δεσμεύσει και τον άλλον. Αν δεν γίνει καμία ενέργεια εντός της προθεσμίας, το σύστημα οδηγεί αυτόματα σε κοινή φορολογική δήλωση. Όσοι είχαν επιλέξει και πέρυσι χωριστές δηλώσεις, δεν χρειάζεται να κάνουν κάτι, εκτός αν θέλουν να ανακαλέσουν την επιλογή τους, κάτι που επίσης μπορεί να γίνει έως το τέλος Φεβρουαρίου.
Στην πράξη, οι χωριστές δηλώσεις συμφέρουν όταν ο ένας σύζυγος έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές και ο άλλος χρειάζεται φορολογική ενημερότητα ή δικαιούται επιστροφή φόρου. Με το «φορολογικό διαζύγιο» δεν μπλοκάρεται η ενημερότητα του ενός λόγω χρεών του άλλου και δεν γίνεται αυτόματος συμψηφισμός επιστροφών με οφειλές. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που όλο και περισσότερα ζευγάρια στρέφονται στη λύση των χωριστών δηλώσεων.
Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν σοβαρά σημεία προσοχής. Με τις χωριστές δηλώσεις χάνεται η δυνατότητα κάλυψης τεκμηρίων μέσω του εισοδήματος του άλλου συζύγου. Κάθε φορολογούμενος κρίνεται αποκλειστικά με βάση το ατομικό του εισόδημα και τα δικά του τεκμήρια διαβίωσης, όπως κατοικία, ΙΧ, δίδακτρα παιδιών ή άλλα περιουσιακά στοιχεία. Αν αυτά δεν δικαιολογούνται από τα δηλωθέντα εισοδήματα, ο φόρος αυξάνεται, ακόμη κι αν συνολικά το ζευγάρι «βγαίνει».
Αντίστοιχα, δεν επιτρέπεται μεταφορά ηλεκτρονικών αποδείξεων από τον έναν σύζυγο στον άλλον, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε πρόσθετο φόρο αν κάποιος δεν καλύπτει το απαιτούμενο όριο μόνος του. Το εισόδημα των ανήλικων τέκνων προστίθεται στον γονέα με το υψηλότερο εισόδημα, ενώ τα παιδιά δηλώνονται ως εξαρτώμενα μέλη και από τους δύο συζύγους.
Σημαντικό είναι ότι τα κοινωνικά επιδόματα δεν επηρεάζονται από την επιλογή χωριστών δηλώσεων, καθώς υπολογίζονται με βάση το συνολικό οικογενειακό εισόδημα και όχι το αποτέλεσμα της εκκαθάρισης κάθε δήλωσης ξεχωριστά.
Το «φορολογικό διαζύγιο» αφορά επίσης ζευγάρια που έχουν διακόψει τη συμβίωση, έχουν λύσει σύμφωνο συμβίωσης ή περιπτώσεις όπου ένας εκ των δύο βρίσκεται σε πτώχευση ή δικαστική συμπαράσταση, με την ευθύνη απόδειξης να βαραίνει τον φορολογούμενο.