Ευάλωτοι στην ενεργειακή κρίση οι Έλληνες

Σπίτια χωρίς μόνωση και αυτοκίνητα 20ετίας - Τα ελληνικά νοικοκυριά μπαίνουν στον χειμώνα με πολύ μεγαλύτερες ενεργειακές ανάγκες σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη

Μην χάνεις είδηση. Βάλε το CRETA24 στην Google
ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΟ CRETA24 ΣΤΗΝ GOOGLE

Η σύσταση του επιτρόπου Ενέργειας Νταν Γιόγκερσεν για μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης συναντά μια πραγματικότητα στην Ελλάδα που περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια εξοικονόμησης για τα ελληνικά νοικοκυριά. Η ενεργειακή φτώχεια από τη μια, ένας γερασμένος στόλος αυτοκινήτων και ένα ακόμη πιο γερασμένο κτιριακό απόθεμα συνθέτουν ένα παράδοξο για την Ελλάδα, που αντανακλά τις δομικές αδυναμίες της όλης προσπάθειας.

Η Ελλάδα έχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη ενεργειακά φτωχών νοικοκυριών (20%) διπλάσιο του μέσου ευρωπαϊκού όρου. Σχεδόν ένα στα πέντε νοικοκυριά δεν έχει πρόσβαση σε θέρμανση, ψύξη, φωτισμό και λειτουργία οικιακών συσκευών που να διασφαλίζει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Ταυτόχρονα όμως η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με την υψηλότερη κατανάλωση ενέργειας ανά κατοικία. Συμβαίνει δηλαδή τα ελληνικά νοικοκυριά να κρυώνουν το χειμώνα αλλά να πληρώνουν ενέργεια που χάνεται σε «σπάταλα» ενεργειακά κτίρια.

Η Ελλάδα είναι η χώρα με τα περισσότερα νοικοκυριά που δεν μπορούν να κρατήσουν επαρκώς τα σπίτια τους τον χειμώνα ζεστά, μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. Το 2023 το ποσοστό αυτό ήταν 19,2% έναντι 10,6% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, το 2024 το ποσοστό παρέμεινε σχεδόν σταθερό στο 19% έναντι 9,2% μέσου ευρωπαϊκού όρου και το 2025 υποχώρησε στο 18,1% έναντι 8,8% μέσου ευρωπαϊκού όρου, φέρνοντας τη χώρα στην πρώτη θέση της Ευρώπης.

Η εξοικονόμηση ενέργειας με τη μορφή της «στέρησης» αναμένεται πάντως, όπως αναφέρει η Καθημερινή, να αυξηθεί καθώς ο πληθωρισμός «ροκανίζει» το διαθέσιμο εισόδημα και ταυτόχρονα το νέο κύμα αυξήσεων στις τιμές ενέργειας επιτείνει το ενεργειακό κόστος. Από τα διαθέσιμα στοιχεία καταναλώσεων σε ρεύμα, φυσικό αέριο και καύσιμα, υπολογίζεται ότι με βάση τις τρέχουσες τιμές το πρόσθετο κόστος για τα νοικοκυριά σε σχέση με πέρυσι θα προσεγγίσει φέτος τα 500 εκατ. ευρώ από τη στιγμή που θα ανάψουν και οι καυστήρες για θέρμανση.

Παλιές κατοικίες

Πάνω από το 50% των κατοικιών στην Ελλάδα έχει κατασκευαστεί πριν από το 1980, ενώ το 35,7% χτίστηκε μόνο στις δεκαετίες του 1960 και του 1970. Περίπου έξι στις δέκα κατοικίες δεν διαθέτουν επαρκή θερμομόνωση, ενώ το 75% του κτιριακού αποθέματος κατατάσσεται στις χαμηλές ενεργειακές κατηγορίες Ε-Η. Μόλις το 3,76% βρίσκεται στις κατηγορίες Α-Β.

Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται και στην εξέλιξη της κατανάλωσης. Την περίοδο 2010-2023 η ενέργεια για θέρμανση ανά τετραγωνικό μέτρο μειώθηκε κατά περίπου 3,6% ετησίως. Ωστόσο, μέρος αυτής της μείωσης συνδέεται με την ενεργειακή φτώχεια και τον περιορισμό της θέρμανσης και όχι με τεχνικές παρεμβάσεις σε κτίρια για ενεργειακή αναβάθμιση. Αντίθετα, μεταξύ 2000 και 2023 η κατανάλωση ανά κατοικία για ηλεκτρικές συσκευές και φωτισμό αυξήθηκε κατά 57% και για ψύξη κατά 353%. Σε απόλυτους αριθμούς η Ελλάδα εμφανίζει σχετικά χαμηλή οικιακή κατανάλωση λόγω του ήπιου κλίματος.

Μετά την κλιματική διόρθωση, όμως, η εικόνα αλλάζει αισθητά: από την έκτη χαμηλότερη θέση στην Ε.Ε. υποχωρεί στη 17η, ενώ με αναγωγή στο μέσο ευρωπαϊκό κλίμα βρίσκεται μεταξύ των πέντε χωρών με την υψηλότερη κατανάλωση ανά κατοικία.

Τα τελευταία 15 χρόνια έχουν κινητοποιηθεί περίπου 2,5 δισ. ευρώ μέσω των προγραμμάτων «Εξοικονομώ» για την ενεργειακή αναβάθμιση σχεδόν 200.000 κατοικιών.

Παρά τη σημαντική χρηματοδότηση, η Ελλάδα καταγράφει την τρίτη χειρότερη επίδοση στην Ε.Ε. ως προς το ποσοστό των πολιτών που δηλώνουν ότι η κατοικία τους αναβαθμίστηκε ενεργειακά την τελευταία πενταετία: μόλις 9,5%, έναντι 23,9% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Ο ρυθμός ανακαίνισης παραμένει λίγο πάνω από το 1% του κτιριακού αποθέματος ετησίως, εξέλιξη που συνδέεται και με τον σχεδιασμό, τις καθυστερήσεις και εν πολλοίς τη χαμηλή αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων ενεργειακής αναβάθμισης.

Τα προγράμματα αντικατάστασης συσκευών λειτούργησαν περισσότερο ως επιδότηση κατανάλωσης και επιδότηση αγοράς συσκευών χωρίς κριτήρια. Το «Ανακυκλώνω – Αλλάζω Συσκευή» με πόρους ύψους 150 εκατ. ευρώ δέχτηκε 879.026 αιτήσεις και έκρινε επιλέξιμες τις 149.948, ποσοστό μόλις 17%. Το «Αλλάζω σύστημα θέρμανσης και θερμοσίφωνα» με προϋπολογισμό 647,1 εκατ. και 192.000 αιτήσεις, και επιδότηση 50% ακόμη και για υψηλά εισοδήματα, προχώρησε με λάθος σχεδιασμό ως προς τη σειρά των παρεμβάσεων. Μια αντλία σε σπίτι που δεν έχει μονωθεί πρώτα, θα πρέπει για να θερμάνει την κατοικία να είναι μεγάλης δυναμικότητας και να καταναλώνει πολύ ρεύμα.

Το βάρος μεταφέρεται πλέον στο νέο «Εξοικονομώ», ύψους 1,2 δισ. ευρώ, και στις δράσεις του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου, με χρηματοδότηση 930 εκατ. ευρώ για 130.000 αντλίες θερμότητας και 70.000 ηλιακούς θερμοσίφωνες. Προτεραιότητα, όπως τονίζει στην «Κ» ο καθηγητής Ενεργειακής Οικονομίας του ΕΜΠ, Παντελής Κάπρος, «πρέπει να δοθεί στις βαθιές ανακαινίσεις κτιρίων υψηλής κατανάλωσης, στη μόνωση ολόκληρων πολυκατοικιών αντί μεμονωμένων διαμερισμάτων και στην ανεξάρτητη αξιολόγηση των προγραμμάτων με πραγματικές μετρήσεις του ενεργειακού αποτελέσματος».

Παλιά αυτοκίνητα

Ανάλογο πρόβλημα εμφανίζεται στις μεταφορές, οι οποίες αντιστοιχούν περίπου στο 43% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας στην Ελλάδα. Ο ελληνικός στόλος επιβατικών αυτοκινήτων έχει μέση ηλικία περίπου 17,8 έτη, έναντι 12,7 ετών στην Ε.Ε., ενώ περίπου ένα στα δύο Ι.Χ. είναι ηλικίας άνω των 20 ετών. Η διείσδυση της ηλεκτροκίνησης παραμένει περιορισμένη. Τα αμιγώς ηλεκτρικά αυτοκίνητα αντιστοιχούσαν περίπου στο 6,2% των νέων πωλήσεων το 2025 και μαζί με τα plug-in υβριδικά στο 14,3%.

Παρότι ο δείκτης ενεργειακής αποδοτικότητας των ελληνικών μεταφορών έχει βελτιωθεί, μέρος της προόδου στα Ι.Χ. αποδίδεται, όπως και στις κατοικίες, στην αλλαγή συμπεριφοράς λόγω της συμπίεσης του διαθέσιμου εισοδήματος. «Ενα ταχύρρυθμο πρόγραμμα δικτύων φόρτισης από κρατικό φορέα όπως ο ΔΕΔΔΗΕ, είναι κλειδί για τη διάδοση της ηλεκτροκίνησης», τονίζει ο κ. Κάπρος. Σύμφωνα με τον ίδιο, χρειάζεται επίσης πρόγραμμα απόσυρσης παλαιών αυτοκινήτων, μέτρα υποχρεωτικής ηλεκτροκίνησης σε επαγγελματικά οχήματα (και αυτά με leasing) και ενίσχυση των δημοσίων μέσων μεταφοράς.

Η εξάρτηση από το αυτοκίνητο, πάντως, αφήνει μικρά περιθώρια άμεσης αντίδρασης ακόμη και όταν οι τιμές εκτοξεύονται. Στο εξάμηνο Μαρτίου – Αυγούστου, παρά την άνοδο της βενζίνης πάνω από τα 2 ευρώ το λίτρο, η κατανάλωσή της μειώθηκε μόλις κατά 1,3%, ενώ στο ντίζελ κίνησης η πτώση περιορίστηκε μόλις στο 0,1%. Η στάση των καταναλωτών το επόμενο διάστημα θα κριθεί αφενός από την πορεία των τιμών και αφετέρου από τα κυβερνητικά μέτρα που θα ανακοινωθούν σήμερα για τη συγκράτησή τους από την κυβέρνηση και τις αποφάσεις των διυλιστηρίων για παράταση των επιδοτήσεων.

Προηγούμενο

Λ. Αυγενάκης: Στο τραπέζι συγκεκριμένες λύσεις για το επιτραπέζιο σταφύλι και την αμπελουργία της Κρήτης

Επόμενο

Κακοκαιρία στην Κρήτη: Μεγάλες καταστροφές σε πολλές περιοχές - 22.000 κεραυνοί έπεσαν σε ένα 24ωρο στο νησί - Πότε υποχωρούν τα φαινόμενα

Μην χάνεις είδηση. Βάλε το CRETA24 στην Google
ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΟ CRETA24 ΣΤΗΝ GOOGLE
Σχετικά Άρθρα