Μην χάνεις είδηση. Βάλε το
CRETA24
στην Google
ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΟ CRETA24 ΣΤΗΝ GOOGLE
Τσίπρας στο POLITICO: Ο Μητσοτάκης δίνει «λευκή επιταγή» στις ΗΠΑ
Ο πρώην πρωθυπουργός κατηγορεί την κυβέρνηση για υπερβολικές παραχωρήσεις στην Ουάσινγκτον, μιλά για τον «φόρο της διαφθοράς» και παρουσιάζει την ατζέντα του ενόψει των εκλογών
Την ανάγκη η Ελλάδα να επαναπροσδιορίσει τη σχέση της με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αποφεύγοντας –όπως υποστηρίζει– μια πολιτική «λευκής επιταγής» απέναντι στην Ουάσινγκτον, τονίζει ο Αλέξης Τσίπρας σε συνέντευξή του στο POLITICO. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ασκεί σκληρή κριτική στον Κυριάκο Μητσοτάκη για τους χειρισμούς του στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, μιλά για την ανάγκη πολιτικής αλλαγής στην Ελλάδα και παρουσιάζει τις προτεραιότητές του ενόψει των επόμενων εκλογών.
Ο Αλέξης Τσίπρας υποστηρίζει ότι η Ελλάδα πρέπει να «ψυχράνει» την, κατά τον ίδιο, υπερβολικά στενή σχέση της με το κίνημα MAGA, την ώρα που μεγάλο μέρος της Ευρώπης απομακρύνεται από τον πολιτικό χώρο που εκφράζει ο Ντόναλντ Τραμπ.
Σύμφωνα με τον πρώην πρωθυπουργό, η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει προχωρήσει σε υπερβολικές παραχωρήσεις προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, παρέχοντας πρόσβαση αόριστης διάρκειας σε κρίσιμες στρατιωτικές βάσεις σε όλη τη χώρα, μεταξύ των οποίων και η ναυτική βάση στην Κρήτη, χωρίς να προβλέπεται τακτική ανανέωση της συμφωνίας και επαναδιαπραγμάτευση των όρων.
Ο κ. Τσίπρας αντιπαραβάλλει τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης με εκείνη του πρωθυπουργού της Ισπανίας Πέδρο Σάντσεθ, ο οποίος απέκλεισε τη χρήση ισπανικών στρατιωτικών βάσεων από τις αμερικανικές δυνάμεις.
«Οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις έχουν στρατηγικό χαρακτήρα και πρέπει να διέπονται από την αρχή του αμοιβαίου οφέλους», δηλώνει ο Αλέξης Τσίπρας. «Η κυβέρνηση ακολουθεί μια πολιτική λευκής επιταγής και αυτό δεν εξυπηρετεί τα εθνικά μας συμφέροντα», προσθέτει.
Όπως υποστηρίζει, η προτεραιότητα στη χρήση των στρατιωτικών βάσεων πρέπει να είναι η ασφάλεια της ίδιας της Ελλάδας και όχι η απλή ικανοποίηση των αμερικανικών απαιτήσεων. «Το ζήτημα αυτό αναδείχθηκε με ιδιαίτερη ένταση κατά τη διάρκεια του πρόσφατου πολέμου στο Ιράν. Είδαμε ποια ήταν η αντίδραση του Έλληνα πρωθυπουργού και ποια εκείνη του Ισπανού πρωθυπουργού», σημειώνει.
Η θέση του κ. Τσίπρα για μεγαλύτερη απόσταση από την Ουάσινγκτον φαίνεται να στοχεύει και στη δυσπιστία που καταγράφεται στην ελληνική κοινή γνώμη απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ. Σύμφωνα με έρευνα του Pew Research Center, μόλις το 22% των Ελλήνων που συμμετείχαν δήλωσαν ότι εμπιστεύονται τον πρόεδρο των ΗΠΑ στη διαχείριση των διεθνών υποθέσεων.
Ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος έχασε την εξουσία το 2019, έγινε διεθνώς γνωστός ως ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ, του κόμματος που συγκρούστηκε με τις Βρυξέλλες και το Βερολίνο στην κορύφωση της κρίσης χρέους της ευρωζώνης. Τον Μάιο ίδρυσε νέο πολιτικό κόμμα, την ΕΛ.Α.Σ., με στόχο, όπως λέει, να ενώσει την κατακερματισμένη αντιπολίτευση απέναντι στη Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Σύμφωνα με τη δημοσκοπική ανάλυση του POLITICO, η Νέα Δημοκρατία συγκεντρώνει 30%, ενώ η ΕΛ.Α.Σ. βρίσκεται στο 17%, έχοντας αναδειχθεί σε δεύτερη πολιτική δύναμη, αλλά παραμένοντας ακόμη αρκετά πίσω από το κυβερνών κόμμα.
Οι εκλογές αναμένεται να διεξαχθούν πριν από την ανάληψη της εκ περιτροπής προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ από την Ελλάδα, τον Ιούλιο του 2027. Ο Αλέξης Τσίπρας δηλώνει ότι, εφόσον είναι πρωθυπουργός κατά τη διάρκεια της ελληνικής προεδρίας, θα δώσει έμφαση στην πολιτική συνοχής και στη μείωση των οικονομικών ανισοτήτων μεταξύ των περιφερειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Παράλληλα, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο υψηλότερης φορολόγησης των μεγάλων επιχειρήσεων. «Η κοινωνική συνοχή πρέπει να ενισχυθεί και οι ίδιοι πόροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να αυξηθούν. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υπάρξει η πολιτική βούληση για τη φορολόγηση των πολυεθνικών εταιρειών, καθώς και των εκπομπών άνθρακα», αναφέρει.
Για την ευρωπαϊκή άμυνα, ο Αλέξης Τσίπρας συμφωνεί ότι οι επενδύσεις πρέπει να αυξηθούν, λόγω των απειλών ασφαλείας που αντιμετωπίζει η Ευρώπη. Προειδοποιεί, ωστόσο, ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει εις βάρος των κοινωνικών δαπανών. «Αν συμβεί αυτό, σε λίγα χρόνια θα βρεθούμε με μια Ευρωπαϊκή Ένωση που θα είναι ισχυρότερη αμυντικά, αλλά θα κυβερνάται από ακροδεξιές κυβερνήσεις», υποστηρίζει.
Ο πρώην πρωθυπουργός παραδέχεται ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης παραμένει σταθερά πρώτος στις δημοσκοπήσεις, παρά τα μεγάλα σκάνδαλα που, όπως λέει, έχουν συγκλονίσει τη χώρα. Αναφέρεται στην κυβερνητική διαχείριση της τραγωδίας στα Τέμπη, αλλά και στην εκτεταμένη απάτη με ευρωπαϊκά αγροτικά κονδύλια, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση διατηρεί το προβάδισμά της λόγω του κατακερματισμού της αντιπολίτευσης.
«Η εικόνα δεν είναι θετική για την κυβέρνηση, αλλά είναι μάλλον αρνητική για την αντιπολίτευση, και γι’ αυτό δημιουργήθηκε η ΕΛ.Α.Σ.», αναφέρει.
Ο κ. Τσίπρας υποστηρίζει ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια για τη διαφθορά και το κόστος ζωής πρέπει να οδηγήσει σε πολιτική αλλαγή. Επικαλείται δημοσκοπήσεις σύμφωνα με τις οποίες περίπου το 70% των Ελλήνων επιθυμεί πολιτική αλλαγή, περίπου το 90% θεωρεί ότι η διαφθορά είναι εκτεταμένη, ενώ περίπου το 55% δηλώνει ότι ζούσε καλύτερα το 2019 απ’ ό,τι σήμερα.
Όπως λέει, τα ελληνικά νοικοκυριά έχουν δεχθεί τα τελευταία χρόνια ένα «διπλό πλήγμα»: το υψηλό κόστος ζωής και την ευρεία διαφθορά. Αναφέρεται στον πληθωρισμό, ο οποίος τον Μάιο του 2026 διαμορφώθηκε στο 5,2%, πάνω από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, αλλά και στην αύξηση της ανισότητας στον πλούτο, σύμφωνα με την έκθεση UBS Global Wealth Report 2026.
«Έχουμε τον αόρατο φόρο της διαφθοράς — και τον αποκαλώ φόρο, επειδή πιστεύω ότι το κόστος των εκτεταμένων και πρωτοφανών επιπέδων διαφθοράς στην Ελλάδα είναι τόσο μεγάλο, ώστε στερεί πόρους από την κοινωνική πολιτική», δηλώνει.
«Κάθε ευρώ που χάνεται μέσω απευθείας αναθέσεων σε δημόσιους διαγωνισμούς και μέσω της υπεξαίρεσης ευρωπαϊκών κονδυλίων είναι ένα ευρώ που λείπει από τα δημόσια σχολεία, τους μισθούς των εκπαιδευτικών, τα δημόσια νοσοκομεία και τις αμοιβές των νοσηλευτών», προσθέτει.
Ερωτηθείς για την εικόνα του ως ριζοσπάστη και απρόβλεπτου πολιτικού από την περίοδο της κρίσης της ευρωζώνης, ο Αλέξης Τσίπρας απαντά ότι πολλοί επιλέγουν να θυμούνται μόνο τους πρώτους έξι μήνες της διακυβέρνησής του, όταν η Ελλάδα βρέθηκε στο χείλος της εξόδου από το ευρώ.
Ο ίδιος, ωστόσο, παρουσιάζει τη διακυβέρνησή του ως περίοδο σταθεροποίησης μετά την κρίση. «Γίνεται μια προσπάθεια να επικεντρώνεται η συζήτηση μόνο στους πρώτους έξι μήνες της διακυβέρνησης, από τον Ιανουάριο έως τον Ιούλιο του 2015. Όμως υπάρχει και η περίοδος πριν και μετά. Η χώρα δεν μπήκε στην κρίση εξαιτίας των δικών μας πολιτικών», σημειώνει.
«Καταλήξαμε σε μια δύσκολη συμφωνία, μέσα από συγκρούσεις και εντάσεις, αλλά βάλαμε τέλος στα μνημόνια, αποκαταστήσαμε την αξιοπιστία της οικονομίας και πετύχαμε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης», καταλήγει.