ΙΟΒΕ: Μεγάλες εισοδηματικές ανισότητες στην Ελλάδα – Η στέγη γίνεται όλο και πιο δυσπρόσιτη

Η Ελλάδα παραμένει η 4η πιο άνιση χώρα της ΕΕ - Η οικονομική αφετηρία εξακολουθεί να καθορίζει τις ευκαιρίες κοινωνικής ανέλιξης και την πρόσβαση στην υγεία

Μην χάνεις είδηση. Βάλε το CRETA24 στην Google
ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΟ CRETA24 ΣΤΗΝ GOOGLE

Παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση των εισοδηματικών ανισοτήτων που ακολούθησε την οικονομική κρίση, το πλουσιότερο 1% των νοικοκυριών στην Ελλάδα συγκεντρώνει πλέον το μεγαλύτερο μερίδιο εισοδήματος της τελευταίας εικοσαετίας. Την ίδια ώρα, η χώρα εξακολουθεί να κατατάσσεται τέταρτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς την εισοδηματική ανισότητα, ενώ σχεδόν επτά στα δέκα νοικοκυριά δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα.

Αυτά είναι ορισμένα από τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης «Οι πολλαπλές πτυχές της ανισότητας στην Ελλάδα» που παρουσίασε το ΙΟΒΕ, καταγράφοντας μια σύνθετη εικόνα: από τη μία πλευρά, ο δείκτης Gini – το βασικό διεθνές μέτρο μέτρησης της εισοδηματικής ανισότητας – υποχώρησε στο 31,6% το 2025 από 34,2% το 2015, αντανακλώντας τη βελτίωση που έφερε η ανάκαμψη της οικονομίας και της απασχόλησης. Από την άλλη, τα στοιχεία δείχνουν ότι μετά την πανδημία αρχίζουν να διαμορφώνονται νέες γραμμές ανισότητας, με το χάσμα να διευρύνεται εκ νέου στην κορυφή της εισοδηματικής πυραμίδας.

Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η ανισότητα στην Ελλάδα δεν μπορεί πλέον να ερμηνευθεί αποκλειστικά μέσα από το εισόδημα. Η πρόσβαση στη στέγη, στην εκπαίδευση, στις υπηρεσίες υγείας, αλλά και στη μακροχρόνια φροντίδα αναδεικνύονται σε καθοριστικούς παράγοντες που διαμορφώνουν τις ευκαιρίες και τις προοπτικές των πολιτών. Και είναι ακριβώς αυτές οι διαστάσεις που εξηγούν γιατί η καθημερινή εμπειρία των νοικοκυριών συχνά αποκλίνει από τη βελτίωση που καταγράφουν οι παραδοσιακοί οικονομικοί δείκτες.

Η επιστροφή του 1%

Αν υπάρχει ένα εύρημα που ξεχωρίζει στη μελέτη του ΙΟΒΕ, αυτό αφορά την εξέλιξη των εισοδημάτων στην κορυφή της κατανομής. Παρότι οι παραδοσιακοί δείκτες καταγράφουν βελτίωση σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης, τα στοιχεία δείχνουν ότι μετά την πανδημία αρχίζει να διαμορφώνεται εκ νέου μια τάση διεύρυνσης του χάσματος στα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα.

Ειδικότερα, το μερίδιο του συνολικού εισοδήματος που συγκεντρώνει το ανώτερο 1% των νοικοκυριών, έπειτα από μια μακρά περίοδο σχετικής σταθερότητας, αυξάνεται αισθητά από το 2023 και μετά, φτάνοντας το 2025 στο υψηλότερο επίπεδο ολόκληρης της περιόδου που εξετάζει η μελέτη, από το 2003 έως σήμερα. Σύμφωνα με τους ερευνητές, η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί μεμονωμένο στατιστικό εύρημα, καθώς κινείται παράλληλα με άλλους δείκτες ανισότητας και σχετικής φτώχειας, υποδηλώνοντας πραγματικές μεταβολές στη δομή της κατανομής του εισοδήματος στην ελληνική οικονομία.

Το εύρημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς καταγράφεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική οικονομία έχει επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, η ανεργία έχει αποκλιμακωθεί σημαντικά και η απασχόληση έχει ενισχυθεί. Όπως επισημαίνει η μελέτη, η εμπειρία πολλών χωρών δείχνει ότι τα οφέλη των φάσεων οικονομικής ανάκαμψης δεν κατανέμονται πάντοτε ομοιόμορφα, αλλά συχνά συγκεντρώνονται δυσανάλογα στα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν ληφθεί υπόψη η σημαντική βελτίωση που έχει καταγραφεί στην αγορά εργασίας. Σύμφωνα με τη μελέτη, το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 8,8% το 2025 από 24,9% το 2015, ενώ η απασχόληση ενισχύθηκε σημαντικά. Ωστόσο, περισσότεροι από τους μισούς ανέργους εξακολουθούν να ανήκουν στην κατηγορία της μακροχρόνιας ανεργίας, γεγονός που δείχνει ότι μέρος των ανισοτήτων στην αγορά εργασίας παραμένει ενεργό παρά τη συνολική βελτίωση των δεικτών.

Την ίδια στιγμή, ορισμένες κοινωνικές ομάδες εξακολουθούν να βρίσκονται σε σαφώς πιο δυσμενή θέση. Οι νέοι παραμένουν διαχρονικά πιο εκτεθειμένοι στον κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, ενώ τα μονογονεϊκά νοικοκυριά και οι οικογένειες με πολλά παιδιά συγκαταλέγονται σταθερά μεταξύ των πλέον ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού. Η μελέτη καταγράφει επίσης ότι τα νεότερα νοικοκυριά παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό εγκλωβισμένα στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου ανάκαμψης, στοιχείο που αναδεικνύει τη γενεακή διάσταση των ανισοτήτων στην Ελλάδα.

Γιατί οι πολίτες δεν βλέπουν τη βελτίωση

Παρά τη βελτίωση των βασικών δεικτών ανισότητας, η καθημερινή εμπειρία των πολιτών παραμένει πολύ πιο αρνητική. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η μελέτη, σχεδόν επτά στα δέκα νοικοκυριά στην Ελλάδα δηλώνουν ότι τα βγάζουν πέρα με δυσκολία ή με μεγάλη δυσκολία, ποσοστό που φτάνει το 68%, έναντι μόλις 19% στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η απόκλιση αυτή αποτελεί ένα από τα κεντρικά ευρήματα της έρευνας. Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, η μείωση της εισοδηματικής ανισότητας που καταγράφεται από τον δείκτη Gini δεν αποτυπώνει απαραίτητα τον τρόπο με τον οποίο βιώνουν οι πολίτες την οικονομική τους κατάσταση. Η αίσθηση οικονομικής ανασφάλειας, η πίεση από το κόστος ζωής, αλλά και οι δυσκολίες πρόσβασης σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες επηρεάζουν καθοριστικά την αντίληψη των νοικοκυριών για το βιοτικό τους επίπεδο.

Η εικόνα αυτή αντανακλάται και στις αντιλήψεις για τις ίσες ευκαιρίες και την κοινωνική κινητικότητα. Τα στοιχεία του Ευρωβαρόμετρου που αξιοποιεί η μελέτη δείχνουν ότι οι Έλληνες εμφανίζονται σημαντικά πιο απαισιόδοξοι από τον μέσο Ευρωπαίο ως προς τη λειτουργία της αξιοκρατίας και τις δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης. Με άλλα λόγια, η αίσθηση της ανισότητας δεν συνδέεται μόνο με το ύψος του εισοδήματος, αλλά και με το κατά πόσο κάποιος θεωρεί ότι μπορεί να βελτιώσει τη θέση του μέσα από την εργασία, την εκπαίδευση ή την επιχειρηματική δραστηριότητα.

Ακριβώς εκεί, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, εντοπίζεται η νέα διάσταση του προβλήματος. Οι σύγχρονες ανισότητες δεν αφορούν αποκλειστικά την κατανομή του εισοδήματος αλλά ολοένα περισσότερο την πρόσβαση στις ευκαιρίες. Και είναι αυτές οι ανισότητες που εξηγούν γιατί η βελτίωση των στατιστικών δεικτών δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αίσθημα ευημερίας για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας.

Οι νέοι μένουν πίσω

Αν υπάρχει μία ομάδα στην οποία συμπυκνώνονται πολλές από τις νέες μορφές ανισότητας που καταγράφει η μελέτη, αυτή είναι οι νεότερες γενιές. Παρά τη σημαντική μείωση της ανεργίας και τη βελτίωση των οικονομικών δεικτών, τα νεότερα νοικοκυριά παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό εγκλωβισμένα στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου ανάκαμψης, ενώ οι νέοι ηλικίας 16 έως 24 ετών εξακολουθούν να εμφανίζουν από τα υψηλότερα ποσοστά κινδύνου φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η γενεακή αυτή διάσταση της ανισότητας δεν αποτυπώνεται μόνο στο εισόδημα. Επηρεάζει την πρόσβαση στην εκπαίδευση, τη δυνατότητα κοινωνικής ανέλιξης, τη δημιουργία περιουσίας και τελικά την οικονομική ασφάλεια των νεότερων νοικοκυριών. Με άλλα λόγια, η αφετηρία εξακολουθεί να παίζει καθοριστικό ρόλο στις προοπτικές της επόμενης γενιάς.

Και ίσως πουθενά αλλού αυτή η εξέλιξη δεν αποτυπώνεται τόσο καθαρά όσο στη στέγαση. Η δυνατότητα απόκτησης κατοικίας, που επί δεκαετίες αποτελούσε βασικό πυλώνα οικονομικής ασφάλειας για τα ελληνικά νοικοκυριά, εξελίσσεται πλέον σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες διεύρυνσης των κοινωνικών και γενεακών ανισοτήτων.

Η νέα μάχη της στέγης

Η επιβάρυνση από το κόστος στέγασης παραμένει ιδιαίτερα υψηλή για τα οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά. Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΟΒΕ, τα νοικοκυριά με εισόδημα κάτω από το 60% του διάμεσου εισοδήματος εξακολουθούν να δαπανούν περίπου το 60% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στεγαστικές δαπάνες, παρά τη βελτίωση που έχει καταγραφεί σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης, όταν το αντίστοιχο ποσοστό είχε φθάσει ακόμη και το 77%. Αντίθετα, στα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα το κόστος στέγασης απορροφά σημαντικά μικρότερο μέρος του εισοδήματος, αναδεικνύοντας το εύρος της απόκλισης.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική στον δείκτη υπερβολικής στεγαστικής επιβάρυνσης, δηλαδή στο ποσοστό των νοικοκυριών που δαπανούν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για τη στέγαση. Για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα το ποσοστό αυτό διαμορφώνεται διαχρονικά μεταξύ 68% και 93%, όταν στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κινείται περίπου μεταξύ 35% και 40%. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις χώρες όπου το στεγαστικό κόστος επιβαρύνει δυσανάλογα τους οικονομικά ασθενέστερους.

Η πίεση αυτή αποτυπώνεται και στην ικανότητα των νοικοκυριών να ανταποκριθούν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις. Σύμφωνα με τη μελέτη, σχεδόν τέσσερα στα πέντε νοικοκυριά που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας καθυστερούν πληρωμές ενοικίων, στεγαστικών δανείων ή λογαριασμών κοινής ωφέλειας, ποσοστό που αυξήθηκε αισθητά μετά την ενεργειακή κρίση και την έκρηξη του πληθωρισμού από το 2021 και μετά.

Την ίδια στιγμή, η ιδιοκατοίκηση, η οποία για δεκαετίες αποτελούσε ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας, εμφανίζει σημάδια υποχώρησης στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Το ποσοστό ιδιοκατοίκησης των οικονομικά ασθενέστερων νοικοκυριών έχει περιοριστεί στο 67% το 2025 και ακολουθεί επιταχυνόμενη πτωτική πορεία τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με τους ερευνητές, η εξέλιξη αυτή αυξάνει την έκθεση των πιο ευάλωτων ομάδων στις διακυμάνσεις της αγοράς ενοικίασης και καθιστά την πρόσβαση στην κατοικία ολοένα περισσότερο συνδεδεμένη με την ύπαρξη οικογενειακής περιουσίας ή κληρονομικών μεταβιβάσεων.

Η ανισότητα των ευκαιριών

Η δυσκολία πρόσβασης στη στέγη αποτελεί μόνο μία από τις εκφάνσεις ενός ευρύτερου προβλήματος που καταγράφει η μελέτη: της άνισης πρόσβασης στις ευκαιρίες κοινωνικής και οικονομικής ανέλιξης. Παρά τη σημαντική επέκταση της εκπαίδευσης και τη βελτίωση των οικονομικών συνθηκών μετά την κρίση, η κοινωνική αφετηρία εξακολουθεί να επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τις προοπτικές των πολιτών.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το ΙΟΒΕ, η πιθανότητα ένα άτομο που προέρχεται από το κατώτερο 50% της κοινωνικής και οικονομικής κλίμακας να βρεθεί στο ανώτερο 25% διαμορφώνεται μόλις στο 11,97%, επίδοση που συγκαταλέγει την Ελλάδα μεταξύ των χωρών με τη χαμηλότερη κοινωνική κινητικότητα. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι η οικογενειακή αφετηρία εξακολουθεί να επηρεάζει καθοριστικά την τελική θέση ενός ατόμου στην κοινωνική και οικονομική πυραμίδα.

Η εικόνα αποτυπώνεται και στην εκπαίδευση. Παρότι η συμμετοχή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση έχει διευρυνθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, οι ανισότητες δεν έχουν εξαλειφθεί. Τα παιδιά που προέρχονται από χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα έχουν μικρότερες πιθανότητες πρόσβασης σε σχολές υψηλής ζήτησης σε σχέση με τους συνομηλίκους τους, αλλά και σε σχέση με όσα καταγράφονται σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, η εκτεταμένη εξάρτηση από την ιδιωτική και την «παράλληλη» εκπαίδευση λειτουργεί ως μηχανισμός μέσω του οποίου η οικονομική δυνατότητα μετατρέπεται σε εκπαιδευτικό πλεονέκτημα. Την ίδια στιγμή, η επαγγελματική εκπαίδευση παραμένει σχετικά αδύναμος κρίκος του συστήματος, ενώ περισσότεροι από τους μισούς φοιτητές υπερβαίνουν την τυπική διάρκεια σπουδών τους.

Όταν η ανισότητα γίνεται ζήτημα υγείας

Οι διαφορές στο εισόδημα και στις ευκαιρίες αποτυπώνονται τελικά και σε έναν ακόμη πιο κρίσιμο δείκτη: την υγεία. Η μελέτη του ΙΟΒΕ καταγράφει σαφείς διαφοροποιήσεις τόσο στην κατάσταση της υγείας όσο και στην πρόσβαση στις υπηρεσίες περίθαλψης ανάλογα με το εισοδηματικό επίπεδο των πολιτών.

Τα άτομα που ανήκουν στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα εμφανίζουν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά χρόνιων παθήσεων σε σχέση με τα υψηλότερα. Συγκεκριμένα, το 30% των πολιτών στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο δηλώνει ότι αντιμετωπίζει χρόνια προβλήματα υγείας, έναντι 18% στο ανώτερο. Αντίστοιχα, το ποσοστό όσων αξιολογούν αρνητικά την κατάσταση της υγείας τους φθάνει περίπου το 10% στα χαμηλά εισοδήματα, έναντι μόλις 4% στα υψηλότερα.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόκλιση στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, το 32% των πολιτών στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα δηλώνει ότι δεν μπόρεσε να καλύψει επαρκώς τις ανάγκες του για ιατρική περίθαλψη, ποσοστό υπερτριπλάσιο σε σχέση με το 10% που καταγράφεται στα υψηλότερα εισοδήματα. Το εύρημα αυτό αναδεικνύει ότι η οικονομική κατάσταση εξακολουθεί να επηρεάζει καθοριστικά τη δυνατότητα πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες υγείας.

Οι ανισότητες αυτές συνδέονται και με ένα διαρθρωτικό χαρακτηριστικό του ελληνικού συστήματος υγείας. Όπως επισημαίνει το ΙΟΒΕ, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τις υψηλότερες ιδιωτικές δαπάνες υγείας και τις χαμηλότερες δημόσιες δαπάνες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ως αποτέλεσμα, ένα σημαντικό μέρος του κόστους μεταφέρεται απευθείας στα νοικοκυριά, γεγονός που εντείνει τις διαφορές μεταξύ όσων μπορούν να χρηματοδοτήσουν ιδιωτικές υπηρεσίες και όσων εξαρτώνται αποκλειστικά από το δημόσιο σύστημα.

Με άλλα λόγια, η ανισότητα δεν επηρεάζει μόνο το ύψος του εισοδήματος ή τις δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης. Επηρεάζει πλέον και την ίδια την κατάσταση της υγείας των πολιτών, αλλά και τη δυνατότητά τους να έχουν έγκαιρη πρόσβαση στις υπηρεσίες που χρειάζονται.

Η εικόνα αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια χώρα που γερνά με ταχείς ρυθμούς. Καθώς αυξάνονται οι ανάγκες υποστήριξης ηλικιωμένων και ευάλωτων ατόμων, οι ανισότητες μεταφέρονται πλέον και σε έναν τομέα που παραμένει λιγότερο ορατός από τη δημόσια συζήτηση, αλλά αποκτά ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα: τη μακροχρόνια φροντίδα.

Ο αόρατος λογαριασμός της φροντίδας

Η γήρανση του πληθυσμού φέρνει στο προσκήνιο μια ακόμη διάσταση των ανισοτήτων, η οποία συχνά παραμένει εκτός δημόσιας συζήτησης: τη μακροχρόνια φροντίδα ηλικιωμένων και ατόμων με αυξημένες ανάγκες υποστήριξης. Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΟΒΕ, η Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά των ευρωπαϊκών χωρών τόσο ως προς τη χρηματοδότηση όσο και ως προς την ανάπτυξη οργανωμένων υπηρεσιών φροντίδας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι δημόσιες δαπάνες για τη μακροχρόνια φροντίδα αντιστοιχούν μόλις στο 0,16% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανέρχεται στο 1,71%. Η απόσταση αυτή αναδεικνύει το περιορισμένο εύρος των διαθέσιμων υπηρεσιών και τη μεγάλη εξάρτηση από την άτυπη φροντίδα που παρέχεται εντός της οικογένειας.

Η απόκλιση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη η δημογραφική εξέλιξη της χώρας. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις ταχύτερα γηράσκουσες κοινωνίες της Ευρώπης, γεγονός που αναμένεται να αυξήσει σημαντικά τις ανάγκες φροντίδας τα επόμενα χρόνια. Σύμφωνα με τη μελέτη, η περιορισμένη ανάπτυξη οργανωμένων υπηρεσιών μακροχρόνιας φροντίδας δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στα νοικοκυριά και αναδεικνύει ένα κενό κοινωνικής πολιτικής που αναμένεται να γίνεται ολοένα πιο εμφανές όσο αυξάνεται το ποσοστό των ηλικιωμένων στον πληθυσμό.

Ως αποτέλεσμα, το μεγαλύτερο βάρος της υποστήριξης ηλικιωμένων και ατόμων με αναπηρία εξακολουθεί να επωμίζεται το οικογενειακό περιβάλλον. Η μελέτη επισημαίνει ότι η πραγματικότητα αυτή μεταφράζεται σε σημαντικό οικονομικό και κοινωνικό κόστος για τα νοικοκυριά, ενώ επηρεάζει ιδιαίτερα τις γυναίκες, οι οποίες εξακολουθούν να αναλαμβάνουν δυσανάλογα μεγάλο μέρος των σχετικών υποχρεώσεων.

Πέρα όμως από την κοινωνική της διάσταση, η μακροχρόνια φροντίδα συνδέεται άμεσα και με την οικονομική ανισότητα. Τα νοικοκυριά με υψηλότερα εισοδήματα έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα να αγοράσουν υπηρεσίες φροντίδας ή να εξασφαλίσουν ιδιωτική υποστήριξη, ενώ τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από τις δυνατότητες της οικογένειας. Με τον τρόπο αυτό, οι διαφορές στο εισόδημα μεταφράζονται σταδιακά και σε διαφορές στην ποιότητα και την επάρκεια της φροντίδας.

Η μελέτη του ΙΟΒΕ καταλήγει ότι η ανισότητα στην Ελλάδα δεν μετριέται πλέον μόνο από το ύψος του εισοδήματος. Μετριέται όλο και περισσότερο από το ποιος μπορεί να αποκτήσει κατοικία, να έχει πρόσβαση σε καλύτερη εκπαίδευση, σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας και σε επαρκή φροντίδα. Και είναι ακριβώς αυτές οι ανισότητες που εξηγούν γιατί πολλοί πολίτες εξακολουθούν να αισθάνονται ότι μένουν πίσω, ακόμη και σε μια περίοδο οικονομικής ανάκαμψης.

 

Προηγούμενο

Δράση καθαρισμού στο Ενετικό λιμάνι του Ηρακλείου: Τι έβγαλαν οι οκτώ δύτες που έπεσαν στο νερό

Επόμενο

Μαρινάκης: Αν βασιζόμασταν στα δημοσιεύματα, όλοι θα είχαν γίνει υπουργοί

Μην χάνεις είδηση. Βάλε το CRETA24 στην Google
ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΟ CRETA24 ΣΤΗΝ GOOGLE
Σχετικά Άρθρα