Σε μια συγκυρία αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, με την ενεργειακή ασφάλεια να επανέρχεται δυναμικά στο επίκεντρο της διεθνούς πολιτικής και οικονομικής ατζέντας, η Ελλάδα επιχειρεί να επιταχύνει τις διαδικασίες αξιοποίησης των πιθανών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων, μετατρέποντας το αυξανόμενο ενδιαφέρον των διεθνών ενεργειακών ομίλων σε απτές επενδύσεις και επιχειρησιακά έργα.
Τα θαλάσσια μπλοκ νότια και νοτιοδυτικά της Κρήτης παραμένουν εδώ και χρόνια στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της διεθνούς πετρελαϊκής βιομηχανίας, λόγω των γεωλογικών ενδείξεων που παραπέμπουν σε μεγάλα συστήματα φυσικού αερίου αντίστοιχα με εκείνα της Ανατολικής Μεσογείου. Η επόμενη διετία θεωρείται κρίσιμη, καθώς αναμένεται να καθορίσει εάν η χώρα μπορεί να περάσει από τη φάση των σεισμικών δεδομένων στη φάση των ερευνητικών γεωτρήσεων.
Πιο ώριμο εμφανίζεται σήμερα το θαλάσσιο «οικόπεδο 2» στο Ιόνιο, όπου οι διαδικασίες επιταχύνονται με στόχο την πραγματοποίηση της πρώτης ερευνητικής γεώτρησης είτε προς τα τέλη του 2026 είτε στις αρχές του 2027. Στο επίκεντρο βρίσκεται η γεωλογική δομή «Ασωπός 1», η οποία θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική όχι μόνο για το ίδιο το Ιόνιο, αλλά και ως πιθανός γεωλογικός «οδηγός» για τις περιοχές νότια της Κρήτης.
Η συγκεκριμένη γεώτρηση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς θα πραγματοποιηθεί σε ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες με το συνολικό βάθος να ξεπερνάει τα 4 χιλιόμετρα κάτω από τον πυθμένα της θάλασσας, ενώ το βάθος του νερού στο σημείο ανέρχεται περίπου στα 840 μέτρα.
Τα χαρακτηριστικά αυτά προσομοιάζουν σε μεγάλο βαθμό με εκείνα των θαλάσσιων Block της Κρήτης, όπου τα μεγάλα βάθη και οι σύνθετες γεωλογικές δομές αποτελούν βασικές προκλήσεις για τη διεξαγωγή ερευνών.
Για τον λόγο αυτό, το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται μόνο στα πιθανά αποθέματα του Ιονίου, αλλά επεκτείνεται και στην επιχειρησιακή εμπειρία που θα αποκτηθεί. Για την υλοποίηση της γεώτρησης προβλέπεται να χρησιμοποιηθεί ένα από τα πλέον σύγχρονα πλοία-γεωτρύπανα διεθνώς, με δυνατότητα επιχειρήσεων σε περιβάλλον υπερβαθέων υδάτων.