Η συνάντηση ΗΠΑ–Κίνας και η νέα γεωοικονομία

Το πραγματικό διακύβευμα της συνάντησης Τραμπ–Σι.

Η επικείμενη συνάντηση των προέδρων των ΗΠΑ και της Κίνας δεν είναι μια ακόμη διπλωματική επαφή ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη. Είναι μια συνάντηση που πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα αλλάζει χαρακτήρα. Η εποχή της φθηνής ενέργειας, των απρόσκοπτων εμπορικών ροών και των εφοδιαστικών αλυσίδων χαμηλού κόστους φαίνεται να υποχωρεί. Στη θέση της αναδύεται ένας κόσμος όπου η ισχύς δεν κρίνεται μόνο από την παραγωγή, αλλά από τον έλεγχο των δρόμων μέσα από τους οποίους μετακινούνται η ενέργεια, τα εμπορεύματα, οι πρώτες ύλες, τα δεδομένα και το κεφάλαιο.

Η δημόσια συζήτηση για τη συνάντηση Τραμπ–Σι επικεντρώνεται συνήθως στους δασμούς, στις τεχνολογικές κυρώσεις, στην Ταϊβάν και στις εμπορικές ανισορροπίες. Όμως το βαθύτερο ζήτημα είναι πιο σύνθετο. Αφορά τον έλεγχο των παγκόσμιων ροών. Αφορά το ποιος μπορεί να διατηρεί ανοικτές τις εφοδιαστικές αλυσίδες, ποιος μπορεί να τις διαταράσσει και ποιος μπορεί να επιβάλλει κόστος στον αντίπαλο χωρίς να εμπλακεί απαραίτητα σε άμεση στρατιωτική σύγκρουση.

Στον 21ο αιώνα, η γεωπολιτική μετατρέπεται σταδιακά σε γεωοικονομία της τριβής. Οι μεγάλες δυνάμεις δεν επιδιώκουν μόνο να κατακτήσουν εδάφη ή να επιδείξουν στρατιωτική ισχύ. Επιδιώκουν να επηρεάσουν τις δομές της παγκόσμιας οικονομίας, να αυξήσουν το κόστος λειτουργίας των ανταγωνιστών τους και να αναδιατάξουν τις αλυσίδες αξίας προς όφελός τους. Σε αυτό το νέο περιβάλλον, τα Στενά του Ορμούζ δεν είναι απλώς ένας θαλάσσιος διάδρομος μεταφοράς πετρελαίου. Είναι εργαλείο γεωοικονομικής πίεσης.

Η σημασία των Στενών του Ορμούζ βρίσκεται στο γεγονός ότι συνδέουν την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια με τη βιομηχανική παραγωγή και την κατανάλωση. Ένα ενεργειακό σοκ στην περιοχή δεν πλήττει μόνο τις χώρες που εισάγουν πετρέλαιο. Πλήττει και τις χώρες που εξάγουν βιομηχανικά προϊόντα, επειδή μειώνει την αγοραστική δύναμη των πελατών τους. Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο για την Κίνα.

Η Κίνα οικοδόμησε την οικονομική της άνοδο πάνω σε ένα εξαιρετικά αποδοτικό μοντέλο μαζικής παραγωγής και εξαγωγών. Το μοντέλο αυτό όμως χρειάζεται δύο βασικές προϋποθέσεις: φθηνή και σταθερή πρόσβαση στην ενέργεια και ισχυρή διεθνή ζήτηση για κινεζικά προϊόντα. Η Κίνα δεν εξαρτάται μόνο από την ενέργεια που εισάγει. Εξαρτάται ακόμη περισσότερο από τη δυνατότητα των πελατών της (ΗΠΑ, Ευρώπης, των αναδυόμενων οικονομιών και του Παγκόσμιου Νότου κλπ.) να συνεχίζουν να αγοράζουν τα προϊόντα της.

Ένα ενεργειακό σοκ στα Στενά του Ορμούζ λειτουργεί ως ένας παγκόσμιος «ενεργειακός φόρος». Οι τιμές της ενέργειας αυξάνονται, τα μεταφορικά κόστη ανεβαίνουν, τα ασφάλιστρα κινδύνου επιβαρύνουν τη ναυτιλία και οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν μεγαλύτερη αβεβαιότητα. Οι οικονομίες αναγκάζονται να ανακατανείμουν τους πόρους τους. Περισσότερα κεφάλαια κατευθύνονται στην αγορά ενέργειας και λιγότερα απομένουν για κατανάλωση και εισαγωγές. Το αποτέλεσμα είναι άμεσο καθώς μειώνεται η ζήτηση για κινεζικά προϊόντα.

Επομένως, το πραγματικό πρόβλημα της Κίνας δεν είναι μόνο η ενεργειακή της εξάρτηση. Είναι η απώλεια εξωτερικής ζήτησης. Αν οι πελάτες της Κίνας πληρώνουν περισσότερο για ενέργεια, τρόφιμα, μεταφορές και χρηματοδότηση, τότε έχουν λιγότερο διαθέσιμο εισόδημα για εισαγωγές. Έτσι, μια ενεργειακό διατάραξη μετατρέπεται σε εμπορική διατάραξη για την Κίνα.

Οι ΗΠΑ φαίνεται να αντιλαμβάνονται αυτή την ευαλωτότητα. Η άμεση σύγκρουση με την Κίνα θα είχε υψηλό κόστος και για τις δύο πλευρές. Αντί γι’ αυτό, η Ουάσιγκτον επιλέγει μια πιο σύνθετη στρατηγική με επίκεντρο τον έλεγχο των κρίσιμων εμπορευματικών και ενεργειακών ροών του διεθνούς συστήματος. Η στρατηγική αυτή περιλαμβάνει θαλάσσια περάσματα όπως τα Στενά του Ορμούζ και το Σουέζ, εναλλακτικούς διαδρόμους όπως ο IMEC, αναδιάρθρωση εφοδιαστικών αλυσίδων, μεταφορά παραγωγής σε φιλικές χώρες, πρόσβαση σε πρώτες ύλες και περιορισμό της κινεζικής τεχνολογικής ανόδου.

Σε αυτό το πλαίσιο, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή αποκτά διαφορετικό νόημα. Οι ΗΠΑ δεν χρειάζεται απαραίτητα να κλείσουν τα Στενά του Ορμούζ. Αρκεί να επιτρέψουν την αύξηση της αβεβαιότητας, των καθυστερήσεων, των ασφαλίστρων και των γεωπολιτικών τριβών. Η παγκόσμια οικονομία γίνεται ακριβότερη, λιγότερο προβλέψιμη και πιο δύσκολη για το κινεζικό εξαγωγικό μοντέλο.

Υπό αυτό το πρίσμα, η συνάντηση Τραμπ–Σι αποκτά πολύ βαθύτερη σημασία από μια απλή εμπορική διαπραγμάτευση. Οι ΗΠΑ δεν επιδιώκουν μόνο καλύτερους όρους εμπορίου ή μείωση του αμερικανικού εμπορικού ελλείμματος. Επιδιώκουν να αναδιαμορφώσει την παγκόσμια οικονομική ισορροπία που επέτρεψε στην Κίνα να εξελιχθεί στη μεγαλύτερη βιομηχανική και εξαγωγική πλατφόρμα του κόσμου μέσω αθέμιτων πρακτικών (τεχνητή υποτίμηση του νομίσματος, κρατικές επιδοτήσεις επιχειρήσεων κλπ.).

Το κινεζικό εμπορικό πλεόνασμα, που προσεγγίζει τα 1,2 τρισ. δολάρια, δεν είναι απλώς ένα στατιστικό μέγεθος. Είναι ένδειξη μιας βαθιάς δομικής ανισορροπίας. Τα πλεονάσματα της Κίνας είναι τα ελλείμματα των άλλων. Για δεκαετίες, αυτά τα ελλείμματα χρηματοδοτήθηκαν μέσω χρέους, νομισματικής επέκτασης, φθηνής ενέργειας και παγκοσμιοποίησης χαμηλού κόστους. Όμως αυτή η εποχή τελειώνει.

Η νέα περίοδος χαρακτηρίζεται από ακριβότερη ενέργεια, γεωπολιτική αβεβαιότητα, επαναβιομηχάνιση, προστατευτισμό και στρατηγική αυτάρκεια. Το περιβάλλον που στήριξε την κινεζική άνοδο αρχίζει να αποδυναμώνεται. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν επιδιώκουν απαραίτητα την κατάρρευση της Κίνας. Επιδιώκουν όμως μια νέα ισορροπία, στην οποία η Κίνα θα παραμείνει σημαντική δύναμη, αλλά δεν θα είναι η κυρίαρχη παραγωγική βάση του πλανήτη.

Γι’ αυτό και η αμερικανική στρατηγική περιλαμβάνει τη σταδιακή μεταφορά παραγωγής εκτός Κίνας. Η Ινδία, το Μεξικό, το Βιετνάμ και τμήματα της Λατινικής Αμερικής προβάλλουν ως νέοι παραγωγικοί κόμβοι. Η λογική θυμίζει, σε κάποιο βαθμό, τη μετάβαση από την Ιαπωνία στην Κίνα μετά τη δεκαετία του 1990. Η Ιαπωνία τότε αντιμετώπισε υπερπαραγωγή, υπερβολικές επενδύσεις, χρηματοπιστωτικές φούσκες, δημογραφική επιβράδυνση και εξάρτηση από την εξωτερική ζήτηση. Σήμερα, η Κίνα εμφανίζει παρόμοια συμπτώματα: κρίση ακινήτων, δημογραφική συρρίκνωση, υπερχρέωση τοπικών κυβερνήσεων, υπερπαραγωγική δυναμικότητα και αστάθεια στις αγορές. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Κίνα καταρρέει. Σημαίνει όμως ότι εισέρχεται σε μια πιο δύσκολη, ασταθή και λιγότερο προβλέψιμη περίοδο. Και σε αυτή την περίοδο, η πρόσβαση στις αγορές, στην ενέργεια, στην τεχνολογία και στις χρηματοπιστωτικές ροές θα καθορίσει την ανθεκτικότητά της.

Η Ευρώπη βρίσκεται επίσης μπροστά σε κρίσιμες αποφάσεις. Με εμπορικό έλλειμμα περίπου 360 δισ. ευρώ απέναντι στην Κίνα, αρχίζει να επανεξετάζει τη στρατηγική της εξάρτηση από το κινεζικό παραγωγικό μοντέλο. Οι εναλλακτικοί εμπορικοί διάδρομοι, οι ενεργειακές οδοί της Ανατολικής Μεσογείου, η διαφοροποίηση προμηθευτών και η ενίσχυση της ευρωπαϊκής βιομηχανικής βάσης αποτελούν πλέον μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής αυτονομίας.

Το ερώτημα για την Ευρώπη είναι σαφές: θα συνεχίσει να λειτουργεί κυρίως ως αγορά κατανάλωσης κινεζικών προϊόντων ή θα επιδιώξει να αποκτήσει μεγαλύτερο έλεγχο στις δικές της παραγωγικές και ενεργειακές αλυσίδες; Η απάντηση δεν θα επηρεάσει μόνο την ευρωπαϊκή οικονομία. Θα επηρεάσει και το αποτέλεσμα της αμερικανοκινεζικής διαπραγμάτευσης.

Στο ίδιο σκηνικό πρέπει να ενταχθεί και το πρόσφατο τηλεφώνημα του Βλαντίμιρ Πούτιν προς τον Τραμπ. Η Ρωσία πιθανόν ανησυχεί ότι μια ευρύτερη συνεννόηση ΗΠΑ–Κίνας θα μπορούσε να διαμορφώσει μια νέα παγκόσμια τάξη χωρίς τη δική της συμμετοχή. Μια Ρωσία αποδυναμωμένη από τον πόλεμο στην Ουκρανία, τις κυρώσεις και την οικονομική φθορά κινδυνεύει να βρεθεί στο περιθώριο μιας συμφωνίας μεταξύ των δύο πραγματικά μεγάλων οικονομικών πόλων.

Για να κατανοήσει κανείς γιατί οι εμπορικοί διάδρομοι αποτελούν βασικό παράγοντα παγκόσμιας ισχύος, πρέπει να αντιληφθεί ότι η παραγωγή από μόνη της δεν αρκεί. Η οικονομική δύναμη εξαρτάται από το ποιος μπορεί να διακινεί τα αγαθά του, να προστατεύει τις διαδρομές του και να έχει ασφαλή πρόσβαση στις αγορές. Η παραγωγή είναι μόνο το πρώτο μέρος της εξίσωσης. Το δεύτερο είναι ο έλεγχος των δικτύων μεταφοράς, των λιμένων, των θαλάσσιων διαύλων, των αγωγών και των χρηματοπιστωτικών μηχανισμών που μετατρέπουν την παραγωγή σε πλούτο.

Κάθε διατάραξη αυτών των ροών έχει αλυσιδωτές συνέπειες καθώς αυξάνει τον πληθωρισμό, πιέζει τα επιτόκια, περιορίζει τις επενδύσεις, αυξάνει το κόστος δανεισμού και μπορεί να οδηγήσει σε στασιμοπληθωρισμό ή ύφεση. Το πετρέλαιο, μάλιστα, δεν είναι μόνο καύσιμο. Είναι πρώτη ύλη για πλαστικά, φάρμακα, χημικά προϊόντα, συνθετικά υλικά και γεωργικές εισροές. Η σύγχρονη γεωργία εξαρτάται από λιπάσματα, καύσιμα και μηχανήματα. Άρα η ενεργειακή αστάθεια μετατρέπεται γρήγορα σε επισιτιστική πίεση.

Αν η συνάντηση Τραμπ–Σι πρόκειται να έχει ουσιαστικό όφελος για τους απλούς ανθρώπους, πρέπει να οδηγήσει σε ένα ελάχιστο πλαίσιο σταθερότητας. Κανένας δρώντας δεν πρέπει να μπορεί να διαταράσσει ανεξέλεγκτα την παραγωγή και τη διακίνηση βασικών αγαθών. Οι εφοδιαστικές αλυσίδες πρέπει να γίνουν ξανά λειτουργικές, ασφαλείς και όσο το δυνατόν φθηνές.

Αυτό θα αποτελούσε μήνυμα όχι μόνο προς την Κίνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και προς το Ιράν, την Τουρκία και κάθε δύναμη που επιχειρεί να μετατρέψει τους εμπορικούς και ενεργειακούς διαδρόμους σε εργαλεία γεωοικονομικού εκβιασμού.

Η νέα παγκόσμια τάξη δεν θα κριθεί μόνο στις αίθουσες των διαπραγματεύσεων. Θα κριθεί στα λιμάνια, στα στενά, στους αγωγούς, στα εργοστάσια, στα δίκτυα μεταφορών και στις αλυσίδες εφοδιασμού. Εκεί όπου η οικονομία συναντά τη γεωπολιτική. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα της συνάντησης Τραμπ–Σι.

Προηγούμενο

Το «ευχαριστώ» στους Metallica για το «Δεν χωράς πουθενά»

Επόμενο

Στις εκδηλώσεις μνήμης για τον Μανώλη Μπικάκη στον Αμύγδαλο η Ελένη Βατσινά

Σχετικά Άρθρα
Περισσότερα

Σ’ αναζητώ!

Κι είναι αλήθεια λοιπόν, πως σε όλους κάτι λείπει και συνεχώς βρίσκονται στο ψάξιμο και την αναζήτηση. Άλλοι…