Ερώτηση προς τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κ. Κυριάκο Πιερρακάκη, κατέθεσε ο πρ. Υπουργός – Βουλευτής Ηρακλείου, Λευτέρης Αυγενάκης, αναδεικνύοντας την ανάγκη επανεξέτασης βασικών παραμέτρων της Δράσης «Παράγουμε στην Ελλάδα», με γνώμονα την ενίσχυση της παραγωγικής βάσης και τη διασφάλιση ίσων όρων συμμετοχής για τις επιχειρήσεις.
Η παρέμβαση στηρίζεται στα τεκμηριωμένα αιτήματα του Περιφερειακού Επιμελητηριακού Συμβουλίου Κρήτης (Π.Ε.Σ.Κ.), το οποίο εκπροσωπεί το σύνολο του επιχειρηματικού κόσμου του νησιού και έχει ήδη επισημάνει κρίσιμα ζητήματα που επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα και τη δικαιοσύνη της εφαρμογής της δράσης.
Ζητήματα επιλεξιμότητας και αποκλεισμός βασικών κλάδων
Όπως επισημαίνεται στην ερώτηση, «παρά το στόχο ενίσχυσης της παραγωγικής βάσης και της μεταποίησης, από το πεδίο επιλεξιμότητας εξαιρούνται σημαντικοί κλάδοι αγροδιατροφικής μεταποίησης», οι οποίοι αποτελούν βασικούς πυλώνες της οικονομίας της Κρήτης και της χώρας.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον αποκλεισμό δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την παραγωγή, επεξεργασία και τυποποίηση ελαιολάδου, παρά το γεγονός ότι «περιλαμβάνονταν στην αρχική πρόσκληση». Πρόκειται για δραστηριότητες με ισχυρό εξαγωγικό προσανατολισμό, σημαντική προστιθέμενη αξία και ουσιαστική συμβολή στην απασχόληση.
Όπως τονίζεται, «η εξαίρεσή τους δημιουργεί εμφανή ανισότητα μεταχείρισης εντός του ίδιου παραγωγικού τομέα», γεγονός που καθιστά αναγκαία την επανεξέταση του πλαισίου.
Προβληματισμοί για το σύστημα αξιολόγησης
Η κοινοβουλευτική παρέμβαση αναδεικνύει επίσης σημαντικές επισημάνσεις ως προς τη διαδικασία αξιολόγησης των επενδυτικών σχεδίων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατίθενται, «το προβλεπόμενο ελάχιστο όριο επιλεξιμότητας των 75 βαθμών κρίνεται υπερβολικά υψηλό», ιδιαίτερα για μικρομεσαίες μεταποιητικές επιχειρήσεις, ενώ γίνεται λόγος για την ύπαρξη «υποκειμενικών κριτηρίων – όπως η αξιολόγηση της περιγραφής του επενδυτικού σχεδίου – [που] εισάγει αβεβαιότητα».
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι πολλές επιχειρήσεις με ουσιαστική παραγωγική δραστηριότητα και αξιόλογη προστιθέμενη αξία ενδέχεται να αποκλείονται, καθώς «δεν διαθέτουν αναπτυγμένο εξαγωγικό ιστορικό», παρότι αποτελούν τον πυρήνα που η δράση καλείται να στηρίξει.
Ανάγκη προσαρμογής δεικτών στη σύγχρονη μεταποίηση
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και σε συγκεκριμένους δείκτες αξιολόγησης, όπως ο λόγος «Δαπάνες Προσωπικού προς Συνολικές Πωλήσεις», ο οποίος – όπως υπογραμμίζεται – «δεν λαμβάνει υπόψη τη φύση της μεταποίησης ως δραστηριότητας εντάσεως κεφαλαίου και τεχνολογίας».
Η προσέγγιση αυτή ενδέχεται να δημιουργεί στρεβλώσεις εις βάρος επιχειρήσεων που έχουν επενδύσει στον εκσυγχρονισμό και την παραγωγικότητα, σε μια περίοδο που ο τεχνολογικός μετασχηματισμός και η κατεύθυνση προς τη βιομηχανία 4.0 αποτελούν στρατηγική προτεραιότητα.
Στόχος: ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και της δίκαιης πρόσβασης
Η παρέμβαση του Βουλευτή Ηρακλείου αναδεικνύει τη σημασία της προσαρμογής των χρηματοδοτικών εργαλείων στις πραγματικές ανάγκες της παραγωγικής οικονομίας, με ιδιαίτερη έμφαση στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις της περιφέρειας.
Όπως προκύπτει, στόχος είναι η διαμόρφωση ενός πλαισίου που θα διασφαλίζει τόσο την αποτελεσματικότητα της δράσης όσο και την ισότιμη συμμετοχή επιχειρήσεων με ουσιαστικό αναπτυξιακό αποτύπωμα.
Τα ερωτήματα προς το αρμόδιο Υπουργείο
Με βάση τα παραπάνω, ο Λευτέρης Αυγενάκης θέτει τα εξής ερωτήματα:
1. «Προτίθεστε να επανεξετάσετε τη λίστα των επιλέξιμων δραστηριοτήτων της Δράσης “Παράγουμε στην Ελλάδα”, επανεντάσσοντας τους ανωτέρω ΚΑΔ και διευρύνοντας το πεδίο ώστε να περιλαμβάνει το σύνολο των δραστηριοτήτων αγροδιατροφικής μεταποίησης υψηλής προστιθέμενης αξίας;»
2. «Προτίθεστε να αναθεωρήσετε το σύστημα αξιολόγησης της Δράσης, ιδίως ως προς τη μείωση της ελάχιστης απαιτούμενης βαθμολογίας από 75 σε 50 βαθμούς και την προσαρμογή δεικτών, όπως οι “Δαπάνες Προσωπικού προς Πωλήσεις”, ώστε να αποτυπώνουν ορθά τις ιδιαιτερότητες της σύγχρονης μεταποίησης και τον τεχνολογικό μετασχηματισμό των επιχειρήσεων;»
Η συγκεκριμένη κοινοβουλευτική παρέμβαση αναδεικνύει την ανάγκη διαρκούς βελτίωσης των εργαλείων στήριξης της παραγωγής, με σεβασμό στις ιδιαιτερότητες της ελληνικής οικονομίας και στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, της περιφερειακής ανάπτυξης και της βιώσιμης επιχειρηματικότητας.