Η ΑΑΔΕ βάζει «στο συρτάρι» 7,72 δισ. παλιά χρέη προς την εφορία

Η ΑΑΔΕ ξεκίνησε «ξεσκαρτάρισμα» για τα «ανεπίδεκτα είσπραξης» - Ποια είναι τα χρέη που για χρόνια φούσκωναν τα στοιχεία χωρίς καμία ουσιαστική πιθανότητα είσπραξης

Ήρθε η ώρα να φύγουν οι «σκελετοί» από τις λίστες των οφειλετών της εφορίας. Η ΑΑΔΕ βάζει στο συρτάρι ληξιπρόθεσμες οφειλές που επί χρόνια σέρνονταν στα κιτάπια της εφορίας, ανέβαζαν το συνολικό χρέος, αλλά στην πράξη δεν είχαν καμία ρεαλιστική πιθανότητα να εισπραχθούν.

Αυτό δείχνει καθαρά η αύξηση των ανεπίδεκτων είσπραξης, τα οποία από 27,31 δισ. ευρώ τον Οκτώβριο του 2025 έφτασαν στα 35,03 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο, καταγράφοντας άνοδο κατά 28,27% . Δηλαδή μέσα σε δύο μήνες μπήκαν σε άλλο «συρτάρι» οφειλές ύψους 7,72 δισ. ευρώ, οι οποίες έπαψαν να εμφανίζονται ως πραγματικά εισπράξιμες, χωρίς όμως να διαγράφονται.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η οφειλή των 5,51 δισ. ευρώ που χαρακτηρίστηκε ανεπίδεκτη είσπραξης και, σύμφωνα με πληροφορίες, συνδέεται με την υπόθεση της Ακρόπολις Χρηματιστηριακή. Πρόκειται για μία από τις μεγάλες, παλιές εκκρεμότητες που επί χρόνια βάραιναν τις λίστες των ληξιπρόθεσμων, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα για τα ταμεία.

Το κρίσιμο, όμως, είναι πώς φτάνει μια οφειλή να χαρακτηριστεί ανεπίδεκτη είσπραξης. Δεν πρόκειται για μια απλή διοικητική πράξη, αλλά για διαδικασία που περνά από «κόσκινο». Η φορολογική διοίκηση εξετάζει αν έχουν εξαντληθεί όλα τα μέσα αναγκαστικής είσπραξης: κατασχέσεις τραπεζικών λογαριασμών, δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων, πλειστηριασμοί και διασταυρώσεις για εισοδήματα και περιουσία. Αν δεν εντοπιστεί τίποτα εισπράξιμο, τότε η υπόθεση μπορεί να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο.

Παράλληλα, ελέγχεται αν ο οφειλέτης είναι ενεργός. Σε πολλές περιπτώσεις πρόκειται για επιχειρήσεις που έχουν πτωχεύσει ή διαλυθεί εδώ και χρόνια, για φυσικά πρόσωπα χωρίς περιουσία ή για περιπτώσεις όπου οι κληρονόμοι έχουν αποποιηθεί την κληρονομιά. Σε άλλες, έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς καμία εξέλιξη στην υπόθεση, κάτι που αποτελεί βασικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό.

Με το ισχύον καθεστώς, το πότε ένα χρέος χαρακτηρίζεται ως ανεπίδεκτο είσπραξης προκύπτει από τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.

Συγκεκριμένα, πρέπει:

• Να έχουν ολοκληρωθεί οι έρευνες με βάση τα διαθέσιμα ηλεκτρονικά μέσα της φορολογικής διοίκησης, ώστε να διαπιστωθεί η μη ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη ή των συνυπόχρεων, καθώς και απαιτήσεων έναντι τρίτων.

• Να έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών, ακινήτων ή απαιτήσεων του οφειλέτη, είτε με ενέργειες του Δημοσίου είτε τρίτων, ή να έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία εκκαθάρισης και να έχει παύσει η πτώχευση, εφόσον πρόκειται για πτωχό.

• Να έχει πραγματοποιηθεί έλεγχος από αρμόδιο ελεγκτή, ο οποίος πιστοποιεί με ειδικά αιτιολογημένη έκθεση ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις και ότι η είσπραξη είναι αντικειμενικά αδύνατη.

• Να έχει υποβληθεί αίτηση ποινικής δίωξης, όπου προβλέπεται, ή να μην είναι δυνατή η υποβολή της.

• Για χρέη εταιριών υπό εκκαθάριση ή πτώχευση, να έχει γίνει αναγγελία του Δημοσίου στις σχετικές διαδικασίες.

Η διαδικασία είναι κλιμακωτή, ανάλογα με το ύψος της οφειλής. Για ποσά έως 300.000 ευρώ η απόφαση λαμβάνεται σε επίπεδο ΔΟΥ ή τελωνείου, έως 3 εκατ. ευρώ από τον διοικητή της ΑΑΔΕ, ενώ για μεγαλύτερα ποσά εμπλέκεται η Ειδική Μονάδα Είσπραξης (ΕΜΕΙΣ).

Το βασικό στοιχείο είναι ότι ο χαρακτηρισμός ως ανεπίδεκτης είσπραξης δεν σημαίνει «κούρεμα» ή διαγραφή. Οι οφειλές παραμένουν καταγεγραμμένες για τουλάχιστον δέκα χρόνια, η παραγραφή τους αναστέλλεται, οι δεσμεύσεις λογαριασμών και περιουσίας διατηρούνται και ο οφειλέτης δεν μπορεί να λάβει φορολογική ενημερότητα. Αν στο μεταξύ εντοπιστεί εισόδημα ή περιουσιακό στοιχείο, η υπόθεση ανοίγει ξανά και η διαδικασία είσπραξης επανεκκινεί.

Πηγή: protothema.gr

Προηγούμενο

Ένα ακόμη βήμα προς το νέο κόμμα ο Τσίπρας

Επόμενο

Ο ΟΠΕΚΕΠΕ και το αφήγημα των διαχρονικών ευθυνών

Σχετικά Άρθρα