Η χθεσινή συνεδρίαση του Δημοτικού Λιμενικού Ταμείου Ιεράπετρας ανέδειξε ένα πρόβλημα που εδώ και χρόνια παραμένει άλυτο, αλλά πλέον πιέζει ασφυκτικά τη λειτουργία του αλιευτικού καταφυγίου. Τα όρια ενός μικρού και προβληματικού χώρου μπροστά στην αυξημένη ζήτηση για ελλιμενισμό επαγγελματικών σκαφών αναψυχής για εκδρομές στη νήσο Χρυσή.
Στο επίκεντρο της έντασης βρέθηκε η πρόθεση του προέδρου του Λιμενικού Ταμείου, Μιχάλη Μπαχλιτζανάκη, να προστεθούν νέες θέσεις ώστε να εξυπηρετηθούν περισσότερα σκάφη που έχουν ήδη εκδηλώσει ενδιαφέρον να δραστηριοποιηθούν το καλοκαίρι στις εκδρομές προς τη νήσο Χρυσή. Η πρόταση αυτή, ωστόσο, δεν πέρασε, καθώς συνάντησε αντιδράσεις όχι μόνο από την αντιπολίτευση και τους επαγγελματίες του χώρου, αλλά και από τα μέλη της ίδιας της δημοτικής αρχής. Ο ίδιος ο κ. Μπαχλιτζανάκης αναμένεται να τοποθετηθεί αργότερα έχοντας ανακοινώσει από χθες την πρόθεσή του να παραιτηθεί από τη θέση του προέδρου μετά τις χθεσινές εξελίξεις.
Σήμερα, τόσο ο δημοτικός σύμβουλος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Δημοτικού Λιμενικού Ταμείου, Αργύρης Πανταζής, όσο και ο πρόεδρος του Συλλόγου Σκαφών Αναψυχής Ιεράπετρας «Δελφίνι», Νίκος Βαρδάκης, κινήθηκαν στην ίδια βασική γραμμή: ότι η αλλαγή από την υφιστάμενη πλαγιοδέτηση στην πρυμνοδέτηση, με στόχο να δημιουργηθούν περισσότερες θέσεις, δεν είναι ασφαλής στις σημερινές συνθήκες του καταφυγίου. Παράλληλα όμως έγινε φανερή και μια πιο σύνθετη εικόνα που άλλοτε στηρίζονται στην ασφάλεια, άλλοτε στην εντοπιότητα και άλλοτε στην ανάγκη να προστατευθεί μια ήδη διαμορφωμένη επαγγελματική ισορροπία μέσα στο λιμάνι.
Ο κ. Πανταζής περιέγραψε τη χθεσινή συζήτηση ως την κατάληξη μιας συσσωρευμένης έντασης που υπέβοσκε εδώ και καιρό. Όπως ανέφερε, η βασική διαφωνία αφορούσε την προσπάθεια εφαρμογής της νομοθεσίας περί πρυμνοδέτησης σε έναν χώρο που, κατά την άποψή του, δεν διαθέτει ούτε τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά ούτε τις αναγκαίες αδειοδοτήσεις ώστε να λειτουργεί με τους όρους ενός κανονικού λιμένα. Χαρακτήρισε μάλιστα το αλιευτικό καταφύγιο της Ιεράπετρας ως «μια τρύπα στο νερό», θέλοντας να υπογραμμίσει ότι πρόκειται για υποδομή χωρίς πλήρη νομιμοποίηση και χωρίς επαρκή τεχνική συγκρότηση.
Σύμφωνα με τον ίδιο, αφενός γίνεται επίκληση της νομοθεσίας για να αλλάξει ο τρόπος ελλιμενισμού και να αυξηθεί η χωρητικότητα, αφετέρου, η ίδια αυτή νομοθεσία επιχειρείται να εφαρμοστεί σε έναν χώρο που, δεν πληροί τα βασικά προαπαιτούμενα. Ο κ. Πανταζής επέμεινε ότι δεν μπορεί να εφαρμόζεται αποσπασματικά ένας κανόνας μόνο και μόνο επειδή υπόσχεται λίγες επιπλέον θέσεις και κάποια πρόσθετα έσοδα για το Λιμενικό Ταμείο, όταν το συνολικό περιβάλλον παραμένει τεχνικά και θεσμικά ελλιπές.
Το δεύτερο επιχείρημα που προέβαλε ήταν εκείνο της ασφάλειας. Κατά τον ίδιο, το αλιευτικό καταφύγιο είναι πολύ μικρό για να υποστηρίξει ελιγμούς πρυμνοδέτησης από μεγαλύτερα σκάφη, ειδικά όταν αυτό είναι ήδη γεμάτο. Υποστήριξε ότι η περιστροφή μεγάλων σκαφών στον περιορισμένο χώρο, σε συνδυασμό με τις άγκυρες και τα σχοινιά των υπόλοιπων σκαφών, αυξάνει την πιθανότητα ατυχήματος ή ακόμη και δυστυχήματος. Με αυτή τη λογική, η διατήρηση της πλαγιοδέτησης παρουσιάστηκε ως μια αναγκαία πρακτική προσαρμογή στις πραγματικές συνθήκες του λιμανιού.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο κ. Βαρδάκης, ο οποίος έδωσε πιο πρακτική και ναυτική διάσταση στο ζήτημα. Εξήγησε ότι για να εφαρμοστεί η πρυμνοδέτηση σύμφωνα με τους κανόνες, ένα σκάφος μήκους 18 έως 20 μέτρων χρειάζεται άγκυρα με αλυσίδα περίπου τριπλάσια του μήκους του, γεγονός που οδηγεί σε συνολικό απαιτούμενο χώρο σχεδόν 100 μέτρων μαζί με τα περιθώρια ασφαλείας. Με τα σημερινά δεδομένα, είπε, μια τέτοια διαδικασία θα έβγαζε ουσιαστικά την άγκυρα έξω από το λιμάνι. Υπενθύμισε επίσης ότι παρόμοια προσπάθεια είχε γίνει στο παρελθόν στην πάνω προβλήτα, αλλά εγκαταλείφθηκε γρήγορα, κυρίως λόγω των μελτεμιών και της έκθεσης της περιοχής στους βοριάδες.
Η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης εμφανίστηκε ως η μόνη ρεαλιστική επιλογή. Ωστόσο παραμένει ασαφές το ζήτημα που αφορά το ποιος πρέπει τελικά να ωφεληθεί από τις όποιες διαθέσιμες θέσεις. Ο κ. Πανταζής έθεσε καθαρά θέμα προτεραιότητας των τοπικών επαγγελματιών, λέγοντας ότι δεν μπορεί «να έρθουν ξένοι και οι δικοί μας να μείνουν εκτός». Στο ίδιο πνεύμα, ο κ. Βαρδάκης δήλωσε ότι ο σύλλογός του στηρίζει την εντοπιότητα και ότι, όταν στο παρελθόν βρέθηκε επιπλέον χώρος, αυτός αξιοποιήθηκε για τα σκάφη των ντόπιων και όχι για αιτούντες από άλλες περιοχές. Αυτό φάνηκε ακόμη πιο καθαρά στις αναφορές για τρία νέα σκάφη ντόπιων που, σύμφωνα με τον κ. Βαρδάκη, ετοιμάζονται να μπουν σε περίπου ενάμιση μήνα στην τοπική δραστηριότητα. Ο ίδιος υποστήριξε ότι με «λίγο στρίμωγμα» μπορούν να βρεθούν τρεις μεγάλες θέσεις, επικαλούμενος και την αποχώρηση ενός σκάφους από το λιμάνι, χωρίς σε αυτή την περίπτωση να μπαίνει θέμα ασφαλείας εντός του καταφυγίου. Παράλληλα, τόνισε ότι το λιμάνι πρέπει να κρατά δύο-τρεις θέσεις κενές για διερχόμενα σκάφη, ενώ τόσο ο ίδιος όσο και ο κ. Πανταζής υπογράμμισαν ότι ένα μικρό λιμάνι δεν πρέπει να γεμίζει μέχρι τέλους.
Παράλληλα ο κ. Πανταζής, ζήτησε να υπάρξει νομική γνωμοδότηση από τους δικηγόρους του Δήμου αλλά και οικονομοτεχνική μελέτη για να αποτυπωθεί ποιο θα ήταν το πραγματικό οικονομικό όφελος από την κατάργηση της πλαγιοδέτησης. Υποστήριξε ότι η προτεινόμενη αλλαγή δεν συνοδευόταν από επαρκή τεκμηρίωση και πως δεν ήταν σαφές αν το κέρδος από τέσσερις ή πέντε επιπλέον θέσεις θα άξιζε το ρίσκο που κατά τον ίδιο, συνεπάγεται η αύξηση των θέσεων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και το ζήτημα της ενημέρωσης για τις αιτήσεις ελλιμενισμού. Ο κ. Πανταζής υποστήριξε ότι, αν και είχε εκδοθεί σχετική ανακοίνωση του Λιμενικού Ταμείου τον Ιανουάριο, αρκετοί από τους ντόπιους επαγγελματίες δήλωσαν ότι δεν την έλαβαν ή δεν την είδαν εγκαίρως στα email τους. Γι’ αυτό, όπως είπε, εγκρίθηκε ομόφωνα τετραήμερη παράταση ώστε να υποβληθούν και νέες αιτήσεις. Ο κ. Βαρδάκης, πάντως, έδωσε μια κάπως διαφορετική διάσταση, λέγοντας ότι η διαδικασία ελλιμενισμού δεν κλείνει ουσιαστικά ποτέ και ότι κάθε χρόνο τέτοια εποχή γίνονται αιτήσεις από τους ενδιαφερόμενους. Και εδώ ανακύπτει μια ακόμη ασάφεια: αν πράγματι η διαδικασία είναι διαρκώς ανοικτή, τότε η ειδική παράταση αποκτά περισσότερο πολιτικό και συμβολικό χαρακτήρα, ως προσπάθεια να κατοχυρωθεί ότι οι ντόπιοι δεν θα βρεθούν προ τετελεσμένων.
Πηγή: radiolasithi.gr