Αμερικανική βάση στη Σούδα: Τα απόρρητα έγγραφα, οι διαπραγματεύσεις και ο ρόλος της στην Ανατολική Μεσόγειο

Το CRETA24 έκανε μία εξονυχιστική έρευνα ανατρέχοντας σε επίσημα έγγραφα αναφορικά με την αμερικανική βάση στη Σούδα - Η αρχή, οι διαπραγματεύσεις - θρίλερ και η συμφωνία που καθόρισε το νέο πλαίσιο συνεργασίας

Μπορεί όλοι να την γνωρίζουμε ως  «αμερικανική βάση στη Σούδα», ωστόσο ουσιαστικά πρόκειται για ένα σύνθετο σχήμα, σύμφωνα με το οποίο η κύρια στρατιωτική υποδομή στον κόλπο της Σούδας είναι ελληνική (και σε τμήματά της ΝΑΤΟϊκή), ενώ εντός αυτής της βάσης λειτουργεί μια αμερικανική εγκατάσταση υποστήριξης του πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ (U.S. Navy), η Naval Support Activity (NSA) Souda Bay.

Η Naval Support Activity (NSA) Souda Bay είναι μια στρατηγική εγκατάσταση του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ που βρίσκεται στη χερσόνησο του Ακρωτηρίου στην Κρήτη, στην Ελλάδα, και παρέχει κρίσιμες δυνατότητες αεροδρομίου παντός καιρού και λιμένα βαθιών υδάτων (all-weather airfield, deep-water pier ) για τις δυνάμεις των ΗΠΑ, των συμμάχων και του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Μεσόγειο, λειτουργώντας ως βασικός κόμβος υλικοτεχνικής υποστήριξης. Επίσης παρέχει υπηρεσίες ανεφοδιασμού και υποστήριξης.

 

Το CRETA24.GR έκανε μία εξονυχιστική έρευνα ανατρέχοντας σε επίσημα έγγραφα αναφορικά με την αμερικανική βάση στη Σούδα –  η οποία τις τελευταίες ημέρες βρίσκεται στο επίκεντρο ενώ σήμερα έγινε σημείο αντιπαράθεσης ανάμεσα σε Δένδια και Κουτσούμπα – μέσα από την ανάλυση των γεγονότων που οδήγησαν στην λειτουργία της.

Το «κλειδί» της Σούδας για το U.S. Navy και η συμφωνία του 1959 

Πολύ πριν εγκατασταθεί μόνιμη αμερικανική διοίκηση/μονάδα στη Σούδα, τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα του U.S. State Department (FRUS) δείχνουν ότι οι ΗΠΑ θεωρούσαν τη Σούδα κρίσιμη για την Ανατολική Μεσόγειο. Έγγραφο του FRUS αναφέρει ρητά ότι το πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ χρησιμοποιούσε το αεροδρόμιο της Σούδας βάσει συμφωνίας του 1959 με την ελληνική κυβέρνηση και ότι, με τα χρόνια, η χρήση (ιδίως από ανθυποβρυχιακά αεροσκάφη) είχε ξεπεράσει τα επίπεδα που προέβλεπε το αρχικό πλαίσιο. Το ίδιο κείμενο σημειώνει επίσης εκτεταμένη χρήση της Σούδας ως κόμβου για τον 6ο Στόλο και έξω από το στενό πλαίσιο της συμφωνίας.

Σημαντικής σημασίας είναι η επισήμανση πως είναι διαφορετική η χρήση της Σούδας από τις ΗΠΑ  και άλλο η ίδρυση μόνιμης αμερικανικής εγκατάστασης (NAVDET/NSA), που έρχεται αργότερα.

Η αρχή 

Η τεκμηρίωση για το πότε ξεκινά η μόνιμη αμερικανική διοικητική παρουσία στη Σούδα προέρχεται από επίσημο υλικό της ίδιας της NSA Souda Bay. Εκεί αναφέρεται ότι η U.S. Naval Detachment (NAVDET) Souda Bay λειτούργησε στις 28 Μαΐου 1969, αρχικά με δύναμη 16 ατόμων.
Η ημερομηνία αυτή πέφτει στην αρχή της προεδρίας Ρίτσαρντ Νίξον (Ιανουάριος 1969–Αύγουστος 1974). Στο ίδιο επίσημο αμερικανικό υλικό περιγράφεται η σταδιακή «οικοδόμηση» υποδομών:
-Το 1973 ξεκινά πρόγραμμα ανάπτυξης εγκαταστάσεων (χώροι διαμονής, συνεργείο, ιατρείο, υποστηρικτικές υποδομές).
-Στη 1 Οκτωβρίου 1980 η NAVDET καταργείται και ιδρύεται επίσημα η U.S. Naval Support Activity (NSA) Souda Bay.
-Η ίδρυση της NSA (1/10/1980) έγινε επί προεδρίας του Τζέιμς Ερλ «Τζίμι» Κάρτερ Τζούνιορ.

Διαπραγματεύσεις-θρίλερ

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις της Ελλάδας αποτέλεσε αντικείμενο εκτεταμένων διπλωματικών διαπραγματεύσεων. Σύμφωνα με έκθεση του αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών για την πορεία των συνομιλιών τότε, οι διαπραγματεύσεις για την αναθεώρηση της αμυντικής συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών είχαν ξεκινήσει στις αρχές του 1975 με πρωτοβουλία της ελληνικής κυβέρνησης με τότε πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ωστόσο, στα τέλη Μαρτίου 1976 η Αθήνα αποφάσισε να διακόψει προσωρινά τις συνομιλίες και πρότεινε την κατάρτιση μιας νέας συμφωνίας, παρόμοιας σε ύφος και μορφή με εκείνη που οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν μόλις υπογράψει με την Τουρκία. Η αμερικανική πλευρά αποδέχθηκε το αίτημα και οι δύο κυβερνήσεις προχώρησαν στη σύνταξη μιας δήλωσης «Αρχών», η οποία θα αποτελούσε το πλαίσιο για τις μελλοντικές διαπραγματεύσεις σχετικά με μια Συμφωνία Αμυντικής Συνεργασίας. Η δήλωση αυτή υπογράφηκε στην Ουάσινγκτον στις 15 Απριλίου 1976 από τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Χένρι Κίσινγκερ και τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών Δημήτριο Μπίτσιο.

Μέχρι τον Ιούνιο του ίδιου έτους οι διαπραγματευτές είχαν ολοκληρώσει το βασικό κείμενο της Συμφωνίας Αμυντικής Συνεργασίας, καθώς και δύο σημαντικά παραρτήματα που αφορούσαν το καθεστώς των αμερικανικών δυνάμεων στην Ελλάδα και ζητήματα διοίκησης και ελέγχου. Ωστόσο, παρέμενε αδιέξοδο στις συζητήσεις για τέσσερα ακόμη παραρτήματα που αφορούσαν τις βασικές αμερικανικές εγκαταστάσεις στη χώρα: τη Νέα Μάκρη, τον κόλπο της Σούδας στην Κρήτη, το Ηράκλειο και το Ελληνικό. Σε αντίθεση με την περίπτωση της Τουρκίας, η ελληνική πλευρά αρνήθηκε να αποδεχθεί τον διαχωρισμό της βασικής συμφωνίας από τα επιμέρους παραρτήματα για τις εγκαταστάσεις, γεγονός που καθιστούσε δύσκολη την άμεση υποβολή της συμφωνίας στο αμερικανικό Κογκρέσο. Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ εκτιμούσαν ότι η ελληνική κυβέρνηση πιθανόν καθυστερούσε σκόπιμα τη διαδικασία, προκειμένου να επηρεάσει και την πορεία της αντίστοιχης συμφωνίας των ΗΠΑ με την Τουρκία.

Προσπαθώντας να ξεπεραστεί το αδιέξοδο, ο πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αθήνα Τζακ Κούμπις συναντήθηκε στις 17 Ιουλίου 1976 με τον υπουργό Εξωτερικών Δημήτριο Μπίτσιο, επιδιώκοντας να επαναβεβαιώσει τη σταθερότητα της αμερικανικής θέσης. Σύμφωνα με την αμερικανική έκθεση, η ελληνική πλευρά εμφανίστηκε τότε σχετικά θετική σε ορισμένες από τις αμερικανικές προτάσεις και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο συμβιβασμού σε άλλα ζητήματα. Οι Έλληνες διαπραγματευτές συμφώνησαν, μεταξύ άλλων, να μην ζητήσουν επιπλέον χρηματοδότηση πέρα από το ανώτατο όριο των 700 εκατομμυρίων δολαρίων για τετραετή περίοδο, ποσό που είχε συμφωνηθεί τον Απρίλιο του 1976 μεταξύ του Κίσινγκερ και του Μπίτσιου. Παρά τα σημεία σύγκλισης, ωστόσο, παρέμεναν σημαντικές διαφωνίες. Η ελληνική κυβέρνηση εξακολουθούσε να αντιτίθεται στο αίτημα των Ηνωμένων Πολιτειών για επέκταση της χρήσης του αεροδρομίου της Σούδας στην Κρήτη, ενώ ταυτόχρονα ζητούσε σημαντική μείωση του αμερικανικού προσωπικού και τη μετεγκατάσταση ορισμένων βοηθητικών εγκαταστάσεων από το Ελληνικό. Επιπλέον, η Αθήνα επιδίωκε αμερικανική βοήθεια για την επέκταση του ελληνικού Συστήματος Αμυντικών Επικοινωνιών σε περιοχές του Αιγαίου.

Οι συνομιλίες αυτές καταδεικνύουν ότι η Σούδα βρισκόταν ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 στο επίκεντρο των ελληνοαμερικανικών διαπραγματεύσεων για τη στρατιωτική συνεργασία, καθώς η στρατηγική σημασία της για τις επιχειρήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ανατολική Μεσόγειο συνδυαζόταν με τις πολιτικές και διπλωματικές ισορροπίες της εποχής.

Αεροπορική βάση στη Σούδα / Intime

1990: Η συμφωνία που καθόρισε το νέο πλαίσιο συνεργασίας

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 διαμορφώθηκε το βασικό νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει έως σήμερα τη στρατιωτική συνεργασία μεταξύ Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών. Πρόκειται για τη Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας (Mutual Defense Cooperation Agreement – MDCA), η οποία αποτέλεσε την «ομπρέλα» μέσα στην οποία εντάχθηκαν οι διευθετήσεις για τη χρήση στρατιωτικών εγκαταστάσεων, ανάμεσά τους και εκείνες της Σούδας.

Η συμφωνία υπογράφηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 1990 και στη συνέχεια κυρώθηκε από την ελληνική Βουλή με τον Νόμο 1893/1990 (ΦΕΚ 106/Α/16-8-1990). Σύμφωνα με τα επίσημα έγγραφα, η MDCA τέθηκε σε ισχύ λίγους μήνες αργότερα, στις 6 Νοεμβρίου 1990, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανταλλαγής ρηματικών διακοινώσεων μεταξύ των δύο κυβερνήσεων. Τα ίδια έγγραφα εξηγούν επίσης ότι η διάρκεια της συμφωνίας και η δυνατότητα ανανέωσής της προβλέπονταν στο άρθρο XII, το οποίο καθόριζε τον τρόπο παράτασης ή τροποποίησης της συνεργασίας.

Με τη συμφωνία αυτή δημιουργήθηκε το θεσμικό πλαίσιο που ρυθμίζει μέχρι σήμερα την παρουσία και τη δραστηριότητα των αμερικανικών δυνάμεων στην Ελλάδα, ενώ παράλληλα επιβεβαιώθηκε ο ρόλος ορισμένων στρατιωτικών εγκαταστάσεων –μεταξύ των οποίων και της Σούδας– ως σημαντικών κόμβων υποστήριξης για τις επιχειρήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Χρονολογικά, η MDCA του 1990 υπογράφηκε επί προεδρίας George H. W. Bush.

Τι εξυπηρετεί το λιμάνι στην καθημερινή λειτουργία και σε περιόδους επιχειρήσεων

Σύμφωνα με πρόσφατο επίσημο δελτίο του Πολεμικού Ναυτικού των Ηνωμένων Πολιτειών, το συγκρότημα προβλητών NATO στη Σούδα λειτουργεί ως βασικός κόμβος υποστήριξης για πλοία του ΝΑΤΟ και του 6ου Στόλου των ΗΠΑ.

Στην πράξη, η εγκατάσταση επιτρέπει τον ελλιμενισμό πολεμικών πλοίων, τον ανεφοδιασμό τους με καύσιμα, καθώς και τη διαχείριση πυρομαχικών και άλλων στρατιωτικών υλικών. Παράλληλα, παρέχει υπηρεσίες γενικού εφοδιασμού και τη δυνατότητα για μικρής κλίμακας συντήρηση και επισκευές πλοίων, ώστε οι μονάδες που επιχειρούν στην Ανατολική Μεσόγειο να μπορούν να συνεχίζουν την αποστολή τους χωρίς να επιστρέφουν σε μακρινά ναυπηγεία ή βάσεις. Οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται τόσο κατά την καθημερινή λειτουργία του λιμανιού όσο και σε περιόδους αυξημένων επιχειρησιακών αναγκών ή έκτακτων αποστολών.

*Πηγές εντός του κειμένου 

Προηγούμενο

Νέα απειλή Πούτιν: Θα μπορούσαμε να διακόψουμε τη μεταφορά φυσικού αερίου στην Ευρώπη

Επόμενο

Δεν θα παραδοθούμε, η υπομονή έχει και όρια, λέει ο ηγέτης της Χεζμπολάχ

Σχετικά Άρθρα