Προσωρινά κρατούμενοι κρίθηκαν με ομόφωνη απόφαση ανακριτή και εισαγγελέως Ρόδου, οι δύο από τους πέντε εμπλεκόμενους, οι οποίοι κατηγορούνται για διακίνηση επτά κιλών κοκαΐνης.
Το δρόμο για τις φυλακές πήραν σήμερα Τρίτη (24.02.2026) ο 40χρονος και ο 37χρονος με καταγωγή από την Αλβανία για την υπόθεση διακίνησης κοκαΐνης στη Ρόδο. Ελεύθερος αφέθηκε ο τρίτος εμπλεκόμενος, ο 42χρονος στρατιωτικός.
Η υπόθεση εξιχνιάστηκε την περασμένη Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026, από αστυνομικούς της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων Σωμάτων Ασφαλείας.
Σημειώνεται ότι ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους και καταβολή εγγυοδοσίας, αφέθηκαν (μετά την απολογία τους χθες Καθαρή Δευτέρα) ο 46χρονος επίσης Αλβανός και ο 34χρονος Έλληνας.
Όλοι οι εμπλεκόμενοι κατηγορούνται για:
- Διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης
- Ένταξη σε εγκληματική οργάνωση
- Ιδιαίτερα διακεκριμένη περίπτωση διακίνησης ναρκωτικών ουσιών
- Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα
Στη δικογραφία εμπλέκονται συνολικά 20 άτομα από τα οποία τα τέσσερα είναι μέλη της εγκληματικής οργάνωσης και τα δύο έγκλειστα στις φυλακές.
Παράλληλα, οι «αδιάφθοροι» της ΕΛΑΣ έχουν σχηματίσει και μία δεύτερη δικογραφία για δύο αστυνομικούς που υπηρετούν στη Ρόδο, καθώς επίσης και για μία γυναίκα, για κατά περίπτωση για τα αδικήματα της τοκογλυφίας, απάτης, συνέργειας σε απάτη, η οποία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, καθώς και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Πώς «ξεσκεπάστηκε» το κύκλωμα στη Ρόδο
Η διερεύνηση της υπόθεσης για τα ναρκωτικά ξεκίνησε έπειτα από ανώνυμη καταγγελία που τους έγινε στις 26 Μαΐου 2025, σύμφωνα με την οποία ο ένας εκ των αστυνομικών, ηλικίας 38 ετών, φέρονταν να δραστηριοποιούνταν στη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα κοκαΐνης, την οποία φέρονταν να προμηθεύονταν μέσω πλοίου που έρχονταν στο νησί της Ρόδου.
Ο 38χρονος αστυνομικός, σύμφωνα πάντα με την καταγγελία, φερόταν να προέβαινε σε παράνομη νομιμοποίηση εσόδων από την εγκληματική δραστηριότητα, μέσω αγοράς ακινήτων αλλά και μέσω εταιρείας ενοικιαζομένων οχημάτων, η οποία ήταν ιδιοκτησίας του άνδρα της ΕΛΑΣ.
Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, διαπιστώθηκε η ύπαρξη ιεραρχικά δομημένης εγκληματικής οργάνωσης και επιχειρησιακής ομάδας διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στην οποία ωστόσο δεν προέκυψε εμπλοκή των δύο αστυνομικών.
