Σε ένα περιβάλλον διαρκούς μεταβλητότητας βρίσκονται οι Κρητικοί αμπελώνες τα τελευταία τρία χρόνια, μία χρονική περίοδος που χαρακτηρίζεται από ελάχιστες βροχοπτώσεις, παρατεταμένες υψηλές θερμοκρασίες και συχνή και έντονη παρουσία ασθενειών που βλάπτουν τους καρπούς. Η ολοένα και σταδιακή, ποσοτική συρρίκνωση της παραγωγής και η εγκατάλειψη των καλλιεργήσιμων εκτάσεων γης είναι συνέπειες ενός επίσης υψηλού κόστους παραγωγής και μιας μόνιμης έλλειψης διαθεσίμων εργατικών χεριών. Οι φυτοϋγειονομικές, κλιματικές, παραγωγικές και οικονομικές πιέσεις συσσωρεύονται και οδηγούν σε σημαντικές απώλειες παραγωγής και κινδύνους που χρήζουν άμεσα εφαρμόσιμων λύσεων, προκειμένου η κρητική αμπελουργία να μπορέσει να επιβιώσει μακροπρόθεσμα. Σύμφωνα με στοιχεία του Περιφερειακού Κέντρου Προστασίας Φυτών, Ποιοτικού και Φυτοϋγειονομικού Ελέγχου Ηρακλείου, τα οποία δημοσιεύτηκαν σε πρόσφατη έρευνα με τίτλο: «Εμφάνιση και εξέλιξη εχθρών και ασθενειών του αμπελιού στην Κρήτη τις καλλιεργητικές περιόδους των ετών 2023-2024-2025», πέρα από τη γενικευμένη μείωση των βροχοπτώσεων στην Κρήτη τα τελευταία χρόνια, η μέση θερμοκρασία στο νησί αυξάνεται διαρκώς, εντείνοντας τη θερμική και υδατική καταπόνηση των αμπελιών. Το 2023-2024 μάλιστα συγκαταλέγεται στα ξηρότερα των τελευταίων δεκαετιών και αποτελεί το θερμότερο έτος καταγραφής, σύμφωνα με το Κέντρο. Συνεπώς, οι ανάγκες για άρδευση αυξάνονται, την ώρα που οι παρατεταμένες ξηρές περίοδοι και τα συχνότερα ακραία φαινόμενα περιορίζουν τη βιωσιμότητα της καλλιέργειας, αναγκάζοντας τους παραγωγούς να προσαρμόσουν τις πρακτικές κλαδέματος, διαχείρισης εδάφους και προστασίας των σταφυλιών, αναφέρουν σε ρεπορτάζ τα «Ρεθεμνιώτικα νέα».
Η οικονομική πίεση, με την αστάθεια του εισοδήματος των παραγωγών είναι επίσης σημαντική εστία προβληματισμού, με τους αμπελώνες να μειώνονται και την αναμπέλωση να καθυστερεί λόγω κόστους και χρόνου απόσβεσης. Οι γηρασμένοι και πιο επιβαρυμένοι αμπελώνες έχουν χαμηλότερη ανθεκτικότητα και παραγωγικότητα, ενώ συχνά παρατηρούνται αστοχίες στην επιλογή ποικιλιών, και θέσεων εγκατάστασης των αμπέλων, χωρίς επαρκή προσαρμογή στις εδαφοκλιματικές συνθήκες. Επιπλέον, σύμφωνα με στοιχεία του Περιφερειακού Κέντρου, το ωίδιο, η ευδερμίδα, τα τζιτζικάκια και ο περονόσπορος αποτελούν τις σοβαρότερες ασθένειες που βλάπτουν τους κρητικούς αμπελώνες τα τελευταία χρόνια. Το ωίδιο παραμένει σταθερά η σοβαρότερη ασθένεια, η οποία ευνοείται ετησίως στο νησί και δύναται να προκαλέσει σημαντικές ζημιές χωρίς συστηματική και ορθολογική αντιμετώπιση. Η ευδεμίδα δεν παρουσίασε γενικευμένα σοβαρά προβλήματα κατά την τελευταία τριετία, ενώ τα τζιτζικάκια εμφάνισαν αυξημένη δυναμική κατά τόπους και σε συγκεκριμένους αμπελώνες. Το 2023 αποτέλεσε χαρακτηριστική χρονιά περονόσπορου, με σοβαρές επιπτώσεις στην παραγωγή. Παρά την ποσοτική κρίση, η ποιότητα του κρητικού κρασιού παραμένει ισχυρή και διεθνώς αναγνωρισμένη, με συγκριτικά πλεονεκτήματα απέναντι σε αντίστοιχα προϊόντα του εξωτερικού. Απαραίτητη προϋπόθεση ωστόσο για τη συνέχιση αυτής της πορείας είναι ένας μακροπρόθεσμος, κοινός στρατηγικός σχεδιασμός, που να συνδέει την επιστημονική γνώση με την πράξη και την επένδυση με την καινοτομία, την εκπαίδευση και την εφαρμοσμένη έρευνα. Αυτήν την πορεία επιθυμεί να χαράξει η ειδική Ομάδα Εργασίας για την ανάδειξη και την Προστασία του Κρητικού αμπελώνα, που σύστησε το 2025 η Περιφέρεια Κρήτης, σε συνεργασία με το Δίκτυο Οινοποιών Κρήτης. Η ομάδα έχει ήδη συλλέξει ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα για τον κρητικό αμπελώνα και βρίσκεται σε φάση επεξεργασίας τους, για την κατάθεση και εφαρμογή προτάσεων.
«Το κρασί περνάει μία παγκόσμια κρίση, που ακουμπάει προφανώς και το Κρητικό κρασί»
Γενικευμένη πρέπει να θεωρείται η μείωση των βροχοπτώσεων στο νησί, την ώρα που η τρέχουσα υδρολογική περίοδος, από τον Σεπτέμβριο του 2025, μέχρι τον Ιανουάριο του 2026, δείχνει σημάδια ανάκαμψης σε σχέση με τα τελευταία χρόνια, υπολείπεται όμως σε σχέση με τον ιστορικό μέσο όρο για την αντίστοιχη περίοδο, πιο έντονα στην ανατολική Κρήτη. Σύμφωνα με όσα ανέφερε μεταξύ άλλων μιλώντας στα «Ρεθεμνιώτικα Νέα», ο Στέλιος Ζαχαριουδάκης, πρόεδρος του Δικτύου Οινοποιών Κρήτης, «τα μέχρι τώρα στοιχεία δείχνουν ότι ο κλάδος ρίχνεται σταδιακά σε μία κρίση, όπως και γενικότερα ο Κρητικός αμπελώνας. Το κρασί περνάει μία παγκόσμια κρίση, που ακουμπάει προφανώς και το Κρητικό κρασί. Ο ελληνικός και ο κρητικός αμπελώνας τα τελευταία 20-25 χρόνια διαρκώς συρρικνώνεται, με δεδομένο ότι οινάμπελα δεν μπορούμε να φυτέψουμε κατά βούληση, αλλά πρέπει να διαθέτουμε άδειες φύτευσης οιναμπέλων και είναι και δύσκολο να αποκατασταθεί εκτατικά ο κρητικός αμπελώνας. Αυτά είναι τα θέματα που μας απασχολούν και στα οποία καλούμαστε να δώσουμε απαντήσεις». Ωστόσο, σύμφωνα με τον κ. Ζαχαριουδάκη, η κρίση είναι καθαρά ποσοτική και όχι ποιοτική, «γιατί η ποιότητα του κρητικού κρασιού πηγαίνει πάρα πολύ καλά, από το καλό στο καλύτερο. Τα κρητικά κρασιά που μας αφορούν πλέον στέκονται ισάξια με μεγάλες αμπελουργικές περιοχές του κόσμου και μιλάμε για κορυφαίας ποιότητας, παγκοσμίως αναγνωρισμένη, κρασιού». Σε κάθε περίπτωση, το Δίκτυο Οινοποιών, όντας κομμάτι της ομάδας εργασίας της Περιφέρειας Κρήτης συγκεντρώνει πρωτογενές υλικό για τους αμπελώνες και βρίσκεται σε αναζήτηση ενεργειών που θα βοηθήσουν γενικότερα τον κλάδο της αμπελουργίας και της οινοποιίας. «Η λειψυδρία σε συνδυασμό με τις πολύ υψηλές θερμοκρασίες που παρατηρούνται τα τελευταία 6-7 χρόνια δημιουργούν ένα σοκαριστικό περιβάλλον για τα αμπέλια, μας προβληματίζει πάρα πολύ, ήδη οι συνάδελφοι προσαρμόζουν τις τεχνικές κλαδέματος με αυτά τα νέα δεδομένα, ήδη διαφοροποιούν διαχείρισης του εδάφους εντός του αμπελώνα. Αν τα προβλήματα συνεχιστούν, τα πράγματα θα είναι πολύ πιο δύσκολα και ενδεχομένως η αμπελουργία να πρέπει να αναπτυχθεί σε πολύ μεγαλύτερα υψόμετρα από τα συνηθισμένα», συμπλήρωσε επίσης ο κ. Ζαχαριουδάκης.
«Δεν είναι η κλιματική αλλαγή ο κύριος παράγοντας υποβάθμισης της αμπελουργίας στον τόπο μας»
Σε μία κρίσιμη κατάσταση, αντιμέτωπη με σοβαρές προκλήσεις βρίσκεται η Κρητική αμπελουργία σήμερα, σύμφωνα με όσα ανέφερε μεταξύ άλλων μιλώντας στα «Ρ.Ν.», ο Μανώλης Κονταξάκης, επίκουρος καθηγητής Αμπελουργίας στη Σχολή Γεωπονικών Επιστημών του τμήματος Γεωπονίας του Ελληνικού Μεσογειακού Πανεπιστημίου. «Οι κύριοι λόγοι που οδηγούν στη μείωση της βιωσιμότητας και τελικά στη συρρίκνωση των καλλιεργούμενων εκτάσεων, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα με ερωτηματολόγια σε κρητικούς αμπελουργούς, είναι: Το αυξημένο κόστος παραγωγής, χωρίς αντίστοιχη αύξηση του εισοδήματος· η έλλειψη και το υψηλό κόστος εργατικών, ειδικά σε περιόδους αιχμής· και οι λάθος πρακτικές στη διαχείριση της καλλιέργειας (έδαφος, λίπανση, φυτοπροστασία), συχνά χωρίς διάγνωση και χωρίς μηχανισμό αξιολόγησης της πραγματικής ανάγκης επέμβασης», ανέφερε ο κ. Κονταξάκης. Επιπλέον, σύμφωνα με τον ίδιο, ένα ακόμα σημαντικό πρόβλημα είναι η μεγάλη ηλικία αμπελώνων, γεγονός που μεταφράζεται σε μειωμένη ζωηρότητα, παραγωγή και συχνά υποβάθμιση της ποιότητας, μικρότερη αντοχή σε ξηρασία, καύσωνες και ακραία φαινόμενα. Η αναμπέλωση καθυστερεί κυρίως λόγω του υψηλού κόστους και του χρόνου που χρειάζεται μέχρι να ξαναμπεί ο αμπελώνας στην παραγωγή, και αυτό συχνά οδηγεί σε επιζήμιες «λύσεις ανάγκης» και σε αυξημένο φορτίο εχθρών και ασθενειών. Παράλληλα, για την επιλογή της θέσης και της ποικιλίας του αμπελώνα δεν λαμβάνονται υπόψη οι εδαφοκλιματικές συνθήκες της περιοχής, γεγονός που δημιουργεί προβλήματα στην ποιότητα της παραγωγής, ιδιαίτερα στις οινοποιήσιμες ποικιλίες.
Ο κ. Κονταξάκης προτείνει για την επιλογή της ποικιλίας να λαμβάνονται υπόψη παράγοντες, όπως η προσαρμοστικότητα στο οικολογικό περιβάλλον, οι προτιμήσεις των καταναλωτών και η ζήτηση στην αγορά, η ισχύουσα νομοθεσία και η δυνατότητα προμήθειας πιστοποιημένου πολλαπλασιαστικού υλικού. «Αναγκαία ενέργεια κρίνεται επίσης, η μελέτη νέων ποικιλιών στις κύριες αμπελουργικές ζώνες της Κρήτης, και η ανάπτυξη πρωτοκόλλων καλλιέργειας για κάθε ποικιλία», σημείωσε ο κ. Κονταξάκης, κάνοντας αναφορά στην ανάγκη ανάκαμψης της σταφιδοποιίας. Σύμφωνα με τον κ. Κονταξάκη, «δεν είναι η κλιματική αλλαγή ο κύριος παράγοντας υποβάθμισης της αμπελουργίας στον τόπο μας. Ωστόσο, είναι ένας σημαντικός παράγοντας και θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον σχεδιασμό εγκατάστασης και κατά την καλλιέργεια ενός παραγωγικού αμπελώνα. Θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για συχνότερα και εντονότερα ακραία φαινόμενα, μειωμένη διαθεσιμότητα νερού και αρνητικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη των φυτών, στην ωρίμανση και στην ποιότητα των σταφυλιών. Προκύπτει πλέον ανάγκη για προστασία της καλλιέργειας, καθώς και για καλλιέργεια ποικιλιών ανθεκτικών στην ξηρασία και τον καύσωνα», ανέφερε και επίσης συμπλήρωσε: «Το αισιόδοξο μήνυμα είναι ότι η κρητική αμπελουργία έχει ακόμη ισχυρά πλεονεκτήματα: Εμπειρία, δυναμικούς παραγωγούς, μοναδικό περιβάλλον, γηγενείς ποικιλίες και προϊόντα με ταυτότητα. Αυτό που λείπει είναι ο μακροπρόθεσμος, κοινός σχεδιασμός και η συστηματική «γέφυρα» ανάμεσα στη γνώση και στο χωράφι. Με επένδυση σε καινοτομία, εκπαίδευση και εφαρμοσμένη έρευνα, και με στενή συνεργασία παραγωγών, φορέων και της Περιφέρειας Κρήτης, μπορούμε όχι απλώς να κρατήσουμε την αμπελουργία «όρθια», αλλά να τη φέρουμε σε πιο βιώσιμη και ανταγωνιστική τροχιά, για να ξαναδεί ο παραγωγός ότι ο κόπος του έχει προοπτική και μέλλον».