*Γράφει ο Νίκος Βαλασιάδης

Τον Δεκέμβριο του 2020, στο πλαίσιο έρευνας σχετικά με την τοπογραφική τεκμηρίωση της γερμανικής Kατοχής στην Κρήτη, εντοπίστηκαν σε αρχειακό φιλμ οι μοναδικές, μέχρι σήμερα, γνωστές φωτογραφίες του εγκληματία πολέμου Φριτς Σούμπερτ από την περίοδο του πολέμου.

Η αναγνώριση του χώρου, μάλιστα, απέδειξε πως σχετίζονται με ένα από τα πιο φρικαλέα περιστατικά της δράσης του επιλοχία Σούμπερτ και της ομάδας δοσιλόγων που διοικούσε: τις θηριωδίες στην Καλή Συκιά της επαρχίας Αγ. Βασιλείου Ρεθύμνου, όπου, στις 6 Οκτώβρη 1943, κατά τη διάρκεια «εκκαθαριστικών επιχειρήσεων» του Γερμανικού Στρατού, 17 κάτοικοι της επαρχίας (μεταξύ αυτών 12 γυναίκες) δολοφονήθηκαν βάναυσα από τους άνδρες του αποσπάσματος Σούμπερτ.

Σύγκριση με γνωστές φωτογραφίες από εφημερίδες της εποχής, κατά τη δίκη του Σούμπερτ, στην Αθήνα τον Αύγουστο του 1947. | Bundesarchiv Bild 101I-781-0171-02A / Fotograf: Segers, Hermann

Η διαδικασία της αναγνώρισης ξεκίνησε αρχικά από τον εντοπισμό του φιλμ 101I-781-0171 στο Bundesarchiv. Οι πληροφορίες που το συνόδευαν είναι ελάχιστες, τα μόνα δεδομένα ήταν το όνομα του φωτογράφου και πως πρόκειται για Κρήτη. Δεν υπήρχαν πιο συγκεκριμένοι προσδιορισμοί της τοποθεσίας ή άλλες τοπογραφικές επισημάνσεις. Ο χρονολογικός ορίζοντας ήταν επίσης ασαφής, αφού το μόνο που αναφέρεται είναι οι χρονολογίες 1943-’44.

Η τοπογραφική ταύτιση των εικονιζόμενων τοπίων απέδειξε πως τουλάχιστον κάποιες από τις λήψεις έχουν γίνει στην επαρχία του Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου. Η συσχέτιση άλλων φιλμ του ίδιου φωτογράφου που φαίνονταν να ανήκουν θεματικά στο ίδιο σύνολο προσδιόρισε το χρόνο λήψης στο φθινόπωρο του 1943, και συγκεκριμένα πριν τον Νοέμβριο.

Παρόλο που στις φωτογραφίες διακρίνονται ειρηνικές σκηνές γερμανικών τμημάτων να περιδιαβαίνουν διάφορα σημεία του αγροτικού κρητικού τοπίου (θα έλεγε κανείς πως μοιάζουν πιο πολύ να κάνουν εκδρομή), ο συσχετισμός χώρου και χρόνου οδήγησε στην υπόθεση πως μπορεί να αποτυπώνονται σκηνές σχετικές με τις αιματηρές θηριωδίες του Γερμανικού Στρατού που έλαβαν χώρα σε αυτό το κομμάτι του νησιού το φθινόπωρο του 1943.

Με αναφορά σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, έγινε μια πιο προσεκτική προσέγγιση συγκεκριμένων φωτογραφιών, σε μια απόπειρα αναζήτησης περισσότερων στοιχείων. Στη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, και αφού συγκεκριμένες λήψεις μεγεθύνθηκαν ψηφιακά, ήρθε στο φως ένα στιγμιότυπο που κέντρισε την προσοχή μου.

Η εν λόγω φωτογραφία εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Μια ομάδα ένοπλων Γερμανών στρατιωτών (διακρίνονται 33 άνδρες) μοιάζουν να κάνουν ένα διάλειμμα από τις επιχειρήσεις σε κάποιο άνοιγμα του κρητικού αγροτικού τοπίου, χωρίς πολλά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

Η μία από τις δύο φωτογραφίες που ήρθαν στην επιφάνεια (3Α), η οποία εντοπίστηκε και ταυτίστηκε πρώτη. Παρόλο που το κεφάλι του κοιτά στην αντίθετη από τον φακό κατεύθυνση και το πρόσωπο του είναι κρυμμένο, η όλη εμφάνιση και η εξέταση των λεπτομερειών οδήγησε στην αναγνώριση. Bundesarchiv Bild 101I-781-0171-03A / Fotograf: Segers, Hermann «Ο Γερμανός αυτός [Σούμπερτ] φορούσε χοντρά γυαλιά μυωπικά, κοντός, καμπούρης και μου έριχνε απαίσιες ματιές λες και ήθελε να με κεραυνοβολήσει με τα εχθρικά βλέμματα του…» Θ. Φωτίου, 2011. Η ναζιστική τρομοκρατία στην Ελλάδα, Θεσσαλονίκη, Επίκεντρο, σ. 163. «Φαινόταν να ήταν γύρω στα 45 χρονών, μούρη μακρόστενη, χοντρά μυωπικά γυαλιά, φαλάκρα όταν έβγαλε το καπέλο του, γκρίζα μαλλιά στα πλάγια, μάλλον κοντός, λιγνός, με μεγάλη καμπουρωτή μύτη, μάτια γαλάζια, καθαρός σαν καθρέφτης στην κατάλευκη στολή του. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν το παρουσιαστικό του και το όνομα του που τον φωνάξανε. Τον θυμάμαι σαν να είναι μπροστά μου. Δεν φαινόταν και πολύ Γερμανός. Ήταν σκούρος στο χρώμα με μύτη γαμψή όπως πολλοί Τούρκοι.» Θ. Φωτίου, 2011. Η ναζιστική τρομοκρατία στην Ελλάδα, Θεσσαλονίκη, Επίκεντρο, σ. 58.
Ο φωτογράφος επικεντρώνεται σε μια ομάδα 4 ατόμων που βρίσκονται κοντά στο φακό. Πρόκειται πιθανώς για τους επικεφαλής βαθμοφόρους του αποσπάσματος, όπως φαίνεται από τις στολές τους και από το γεγονός ότι δεν φορούν εξάρτυση μάχης. Οι δύο από αυτούς κάθονται χαλαρά σε έναν ξερότοιχο στα όρια ενός δρόμου, κρατώντας στα χέρια τους στρατιωτικούς χάρτες. Οι τρεις στα δεξιά μοιάζουν να είναι αξιωματικοί.Ωστόσο το ενδιαφέρον μου στράφηκε στον άνδρα που στέκεται όρθιος απέναντί τους. Παρόλο που το κεφάλι του κοιτά στην αντίθετη από το φακό κατεύθυνση και το πρόσωπό του είναι κρυμμένο, υπήρχε κάτι το αινιγματικά «οικείο» σχετικά με αυτόν τον Γερμανό στρατιωτικό.Πρόκειται για κοντό άνθρωπο, με πεταχτά αφτιά, ελαφρά καμπούρα και μάλλον σκουρόχρωμη επιδερμίδα. Φοράει γυαλιά και ένα βαρύ δαχτυλίδι στον παράμεσο του δεξιού χεριού. Τα χέρια του και οι ρυτίδες στην επιδερμίδα του δείχνουν όχι πολύ νέο άνθρωπο. Στον ώμο του διακρίνεται με δυσκολία ο βαθμός του. Είναι υπαξιωματικός και συγκεκριμένα επιλοχίας.

Η παράθεση και μόνο της περιγραφής του μικρόσωμου αυτού ανθρώπου οδήγησε στη στιγμιαία συνειδητοποίηση πως η φιγούρα αυτή φαινόταν οικεία, γιατί την είχα ξαναδεί: σε φωτογραφίες από τη δίκη και την εκτέλεση του επιλοχία Φριτς Σούμπερτ, ενός από τους πιο αιμοσταγείς εγκληματίες πολέμου που γνώρισε η χώρα κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχουν γνωστές φωτογραφίες του Σούμπερτ από την Κατοχή και πολύ περισσότερο από την επιχειρησιακή του δράση. Οι γενικά λίγες φωτογραφικές αποτυπώσεις του είναι μεταπολεμικές και προέρχονται από τις δίκες του στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, καθώς και από την εκτέλεσή του το 1947. Σε αυτές όμως διακρίνονται χαρακτηριστικά της εμφάνισής του που οδηγούν στην ταύτιση. Για παράδειγμα, το σχήμα των γυαλιών που φοράει στις μεταπολεμικές λήψεις είναι πανομοιότυπο με αυτό της φωτογραφίας του 1943. Η αρχική ταύτιση οδήγησε στη λεπτομερειακή εξέταση και ενός δεύτερου, σχεδόν πανομοιότυπου, στιγμιότυπου, της προηγούμενης ακριβώς λήψης στο ίδιο φιλμ. Εδώ το πρόσωπο του Σούμπερτ αναγνωρίστηκε πέραν αμφιβολίας, καθώς είναι καλύτερα ορατό.

Η επόμενη απορία δημιουργήθηκε αυτόματα: τι ακριβώς δείχνουν οι φωτογραφίες, πού έγινε αυτή η λήψη και πότε;

Διερευνώντας την εικόνα καλύτερα γίνεται κατανοητό πως ο φωτογράφος στέκεται σε έναν ανηφορικό δρόμο που κάνει απότομη ανηφορική στροφή δεξιά. Ο δρόμος βρίσκεται σε μέρος με έντονη κλίση, γι’ αυτό και εδράζεται σε αναλημματικό τοίχο. Γύρω από το δρόμο φαίνεται να υπάρχει αρκετός κενός χώρος, όπου στέκονται οι υπόλοιποι άνδρες του αποσπάσματος.

Στα αριστερά του φωτογράφου, στο άκρο του ανοίγματος βρίσκεται ένα μεγάλο δέντρο, ενώ στο βάθος δεξιά φαίνεται ένα κτίριο. Μπροστά από το κτίριο διακρίνεται μια ομάδα Γερμανών στρατιωτών. Η παρουσία του κτιρίου και φροντισμένων δρόμων υποδεικνύει πως η φωτογραφία τραβήχτηκε όχι στην ανοιχτή εξοχή, όπως ίσως φαίνεται αρχικά, αλλά σε κάποιο χωριό.

Αυτό επιβεβαιώνεται και από ένα άλλο στοιχείο της φωτογραφίας 3Α, που γίνεται ορατό μόνο σε μεγάλη μεγέθυνση. Στο δεξί άκρο της φωτογραφίας, στο βάθος, μπροστά από το κτίριο, στέκεται μια μικρή ομάδα (διακρίνονται 5) πολιτών και μάλιστα γυναικών, όπως εύκολα αναγνωρίζονται από τις μαντίλες που φορούν στο κεφάλι.

Η λεπτομέρεια από το δεξί άκρο της φωτογραφίας: στο βάθος μπροστά από το κτίριο στέκεται μια μικρή ομάδα γυναικών, που αναγνωρίζονται από τις μαντίλες που φορούν στο κεφάλι. Αυτό ήταν το πρώτο στοιχείο προς την αναγνώριση του χώρου. Εικόνα: Bundesarchiv Bild 101I-781-0171-03A / Fotograf: Segers, Hermann.

Η συγκλονιστική αυτή λεπτομέρεια οδήγησε σε μια άλλη αποκάλυψη. Η ταυτόχρονη παρουσία μιας ομάδας γυναικών και του Σούμπερτ σε κάποιο ορεινό χωριό της επαρχίας του Αγ. Βασιλείου το φθινόπωρο του 1943 ταιριάζει με τα γεγονότα της Καλής Συκιάς στις 6 Οκτώβρη 1943.

Σύμφωνα με τις πηγές, το γερμανικό απόσπασμα δύναμης 30-35 ανδρών μπήκε στην Καλή Συκιά γύρω στις 13:00 και συγκέντρωσε τα γυναικόπαιδα του χωριού (ο ανδρικός πληθυσμός το είχε ήδη εγκαταλείψει, λόγω της παρουσίας του γερμανικού στρατού στην περιοχή) αρχικά στο Δημοτικό Σχολείο, κοντά στην τότε είσοδο του οικισμού.

Αφού ερευνήθηκαν τα σπίτια και μετά τo θανάσιμο τραυματισμό του 84χρονου Βαρδή Νικητάκη σε ένα από αυτά, οι γυναίκες οδηγήθηκαν 150μ πιο πάνω, σε έναν ανοιχτό χώρο-πλατεία στη θέση Λιβάδι, στο δυτικό τμήμα του χωριού.

Εκεί «… πάνοπλοι με προτεταμένα τα όπλα και ρίψεις πυροβολισμών στον αέρα για εκφοβισμό, με βρισιές, κλωτσιές και συνεχείς απειλές κατά της ζωής των, προσπάθησαν να τρομοκρατήσουν τις γυναίκες και να αποσπάσουν πληροφορίες για τους άνδρες των, για τους αντάρτες, για την γερμανική περίπολο. Καμιά δεν λύγισε, καμιά δεν έπεσε στα γόνατα να παρακαλέσει για την ζωή της, καμιά δεν μίλησε, καμιά δεν πρόδωσε».[1]

Στη συνέχεια «… πυρπόλησαν δέκα σπίτια και πέταξαν στις φλόγες ζωντανές 15 γυναίκες, τις περισσότερες είχαν πυροβολήσει και τραυματίσει. Δώδεκα γυναίκες ζωντανές έγιναν στάχτη, τέσσερις εκ Ροδάκινου που είχαν έρθει για ασφάλεια στην Καλή Συκιά. Τρεις ηρωικές γυναίκες αν και τραυματισμένες και με εγκαύματα κατάφεραν μέσα από τις φλόγες να διαφύγουν από ένα μικρό παράθυρο».[1]

Είναι αυτή η τοποθεσία που εικονίζεται στις αρχειακές φωτογραφίες, η θέση Λιβάδι στην Καλή Συκιά. Η επιβεβαίωσή της έγινε δυνατή μετά τη διασταύρωση των τοπογραφικών στοιχείων, όπως τα ξέρουμε από τις πηγές και τις μαρτυρίες και όπως αυτά εικονίζονται στις λήψεις.

Αριστερά: μεγέθυνση από το δεξί άκρο της φωτογραφίας: κάποιες από τις γυναίκες της Καλής Συκιάς. Δεξιά: σωζόμενες φωτογραφίες από τον “Κοινωνικό Εκπολιτιστικό Σύλλογο Καλής-Συκιάς Δήμου Αγίου Βασιλείου” (από αριστερά προς τα δεξιά και από πάνω προς τα κάτω): Δαμουλάκη Φωτεινή, Γρυντάκη Ευαγγελία, Γρυντάκη Μαρία, Πετράκη Μαλαματένια, Νικητάκη Ελένη , Σταυγιανουδάκη Ευαγγελία, Νικητάκη Μαρία, Κωστάκη Αργυρή, Ζουμπεράκη Σταυρούλα. Φωτογραφίες από τις Γιανναδάκη Ζαμπία, Καλαφάτη Στυλιανή και Φρονιμάκη Ευαγγελία δεν εντοπίστηκαν. Εικόνες: Bundesarchiv Bild 101I-781-0171-03A / Fotograf: Segers, Hermann.
Βαγγέλης Δεσποτάκης.
«Την 6ην Οκτωβρίου 1943 επέδραμε μετά 32 ανδρών εις το χωρίον Καλή Συκιά προς ανεύρεσιν όπλων, συνέλαβε 12 γυναίκες τας Ελένην χήραν Εμμ. Νικητάκην, Μαρίαν θυγατέρα Εμμ. Νικητάκην, Μαλαματένιαν σύζυγον Εμμ. Πετράκη, Ευαγγελία σύζ. Ευστρατίου Γριντάκη, Φωτεινήν σύζ. Ευθ. Δαμουλάκη Σταυρωτήν χήραν Ιωάννου Ζουμπεράκη, Μαρίαν σύζ. Μάρκου Γριντάκη, Αργυρώ Κωνσταν. Κωστάκη, Ζαμβίαν σύζ. Γεωργίου Γιαννουδάκη ή Χαϊδεμένου, Στυλιανή σύζ. Γεωργίου Καλαφάτη, Ευαγγελίαν σύζ. Ανδρέου Φρονιμάκη και Ευαγγελίαν σύζ. Ευστρατίου Σταυγιανουδάκη, τας οποίας ετυφέκισε και κατόπιν έρριψε εις την πυράν των φλεγομένων οικιών ας ενέπρησεν. Επίσης εφόνευσε τους Βαρδήν Ε. Νικητάκην, Ευάγγελον Δαμουλάκην, Ιωάν. Δρανδάκην, Παναγιώτην Κουμεντάκην και Σταμάτιον Κατσιβελάκην. Ενέπρησε δέκα οικίας και ελεηλάτησε πολλάς οικίας του χωρίου».
Η αναφορά των συμβάντων της Καλής Συκίας στην καταδικαστική απόφαση για τον Φριτς Σούμπερτ από το Ειδικό Δικαστηρίο Εγκληματιών Πολέμου, 5 Αυγούστου 1947.[2]
Στο ΝΑ άκρο της πλατείας υπήρχε ένας πλάτανος που βρίσκεται ακόμα στη θέση του. Αυτό το δέντρο απεικονίζεται στα αριστερά στις φωτογραφίες του 1943. Ο φωτογράφος έχει προσανατολισμό δυτικό (κάτι που επιβεβαιώνεται και από τις σκιές) και στέκεται μερικά μέτρα πριν την πλατεία στο δρόμο που οδηγεί βόρεια (προς τα Ρούστικα). Στην πάνω δεξιά γωνία διακρίνονται οι παρυφές του βραχώδους υψώματος 640 που δεσπόζει του χωριού.Να σημειωθεί πως ο αριθμός των ανδρών του αποσπάσματος στις φωτογραφίες ταυτίζεται με τον αριθμό που ξέρουμε από τις πηγές. Επιπρόσθετα, τουλάχιστον ένας από αυτούς δεν μοιάζει με τυπικό Γερμανό στρατιώτη, αφού φέρει την κουβέρτα του στον ώμο, με τρόπο που δεν προβλεπόταν στον αυστηρό γερμανικό κανονισμό της εποχής. Ο τρόπος αυτός αντίθετα παραπέμπει σε ελληνικά ένοπλα τμήματα στην υπηρεσία των Γερμανών (π.χ. τα Τάγματα Ασφαλείας).

Δεδομένου πως δεν μαρτυρείται άλλη «επίσκεψη» του Σούμπερτ στο χωριό, όλα τα στοιχεία συνηγορούν πως πρόκειται για στιγμιότυπο από τα γεγονότα στις 6 Οκτώβρη 1943. Οι 5 θολές γυναικείες φιγούρες που απεικονίζονται είναι κάποιες από τις 15 γυναίκες που, λίγη ώρα μετά, θα ριχθούν ζωντανές μες στα φλεγόμενα σπίτια του χωριού.

Αυτόπτες μάρτυρες έχουν αναφέρει πως όλο το επεισόδιο, από τη συγκέντρωση μέχρι την τελική αιματηρή κατάληξη, είχε μικρή διάρκεια. Αυτό σημαίνει πως οι εν λόγω λήψεις αποτελούν μια σπάνια ιστορική μαρτυρία, αφού φαίνεται να απεικονίζουν τους θύτες και τα θύματα – και ειδικά την ηγετική ομάδα του αποσπάσματος, παρουσία του εγκληματία πολέμου Φριτς Σούμπερτ, να διαβουλεύεται προφανώς για τη συνέχεια της επιχείρησης, λίγη ώρα πριν την τραγωδία στην Καλή Συκιά.

Το γερμανικό απόσπασμα μετά την Καλή Συκιά εικονίζεται στον δρόμο προς τα Σελλιά. Ο φωτογράφος Herman Serges αποθανατίζει τη στιγμή, η εικόνα ωστόσο χωρίς τα συμφραζόμενά της μεταφέρει άλλο νόημα |Bundesarchiv Bild 101I-781-0171-04A / Fotograf: Segers, Hermann. | Google Earth

[1] Ταξίαρχος ε.α. Πέτρος Κωστάκης«Φόρος τιμής και μνήμης στους πεσόντες του Ολοκαυτώματος της Καλής Συκιάς», Ρεθεμνιώτικα Νέα. Ανακτήθηκε στις 11 Ιανουαρίου  2021.

[2] Γεώργιος Α. Καλογεράκης “Καλή Συκιά, 6 Οκτωβρίου 1943! Το χρονικό της Γερμανικής βαρβαρότητας, μέσα από ανέκδοτες αρχειακές πηγές”, e-mesara.gr. Ανακτήθηκε στις 11 Ιανουαρίου  2021.

Θερμές ευχαριστίες στους: Δημήτρη Βογιατζή, Δημήτρη Σκαρτσιλάκη, Αλέξη Καρατζά και Ρένα Βεροπουλίδου.

*Ο Νίκος Βαλασιάδης είναι απόφοιτος του τμήματος Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος από το ίδιο τμήμα, με ειδίκευση τις εφαρμογές Η/Υ στην αρχαιολογία. Έχει δουλέψει ως αρχαιολόγος στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ενώ τα τελευταία χρόνια εργάζεται ως ελεύθερος επαγγελματίας σε υπηρεσίες γραφικού σχεδιασμού. Το ερευνητικό του αντικείμενο είναι η αρχαιολογία του πολέμου στην Ελλάδα και κυρίως τα πεδία μαχών του 20ου αιώνα, ειδικότερα δε η τοπογραφική τεκμηρίωση του Β΄Π.Π. στην Κρήτη. Από το 2016 σε συνεργασία με τον ερευνητή Δημήτρη Σκαρτσιλάκη διεξάγουν έρευνα στην ευρύτερη περιοχή του Ρεθύμνου για τη Μάχη της Κρήτης και τη γερμανική Κατοχή. Και οι δυο ανήκουν στη νέα γενιά ερευνητών της Ιστορίας ,οι οποίοι έχουν καταφέρει να αντιμετωπίζουν το αντικείμενο τους χωρίς ιδεολογικές αγκυλώσεις και κυρίως μακριά από την “μυθοπλασία” που συνοδεύει κατεξοχήν στιγμές της ιστορίας μας ,ειδικά για την περίοδο της Κατοχής.