Μη αναστρέψιμη φαίνεται να είναι έως το 2050 η δημογραφική γήρανση του ελληνικού πληθυσμού με την οικονομική κρίση, τη φυγή των νέων στο εξωτερικό, τη μείωση των γεννήσεων, την αύξηση των θανάτων και τις κοινωνικο-οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας να έχουν ενισχύσει τις τάσεις μείωσης του πληθυσμού.

«Η χώρα μας δημογραφικά παρουσιάζει μια εξαιρετικά διαφορετική εικόνα από αυτήν της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου. Τα τελευταία εβδομήντα χρόνια τα ζευγάρια γεννούν όλο και λιγότερα παιδιά σε σχέση με τους δικούς τους γονείς, στατιστικά κατά μέσο όρο 1,55 έναντι 2,2» ανέφερε στον ΣΚΑΪ Κρήτης και την Ελένη Βακεθιανάκη ο καθηγητής Δημογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Βύρων Κοτζαμάνης στο πλαίσιο έρευνας που εκπόνησε για το Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ.

Σύμφωνα με τον ίδιο, την περίοδο 1950-2021 το προσδόκιμο ζωής αυξήθηκε κατά 15 χρόνια, συνεπώς αυξήθηκαν οι ηλικιωμένοι (δημογραφική γήρανση) και συνακόλουθα και οι θάνατοι. «Η εικόνα που θα έχουμε, λοιπόν, τις επόμενες τρεις δεκαετίες θα είναι η μείωση των γεννήσεων καθώς θα λιγοστεύουν οι γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας και η συνεχής αύξηση των θανάτων. Τα τελευταία χρόνια καταγράφονται περίπου 125.000 ετησίως έναντι 84.000 γεννήσεων. Αυτό το έλλειμμα των περίπου 40.000 γεννήσεων, το 2050 θα σημαίνει 1.200.000 λιγότερος ελληνικός πληθυσμός» επισήμανε ο κ. Κοτζαμάνης.

Πρόσθεσε παράλληλα ότι θα πρέπει να διαμορφωθούν μακροπρόθεσμες πολιτικές αναχαίτισης της φυγής των νέων στο εξωτερικό και επιστροφής κάποιων από αυτών και δημιουργία ευνοϊκότερου περιβάλλοντος για την οικογένεια και το παιδί, που δεν θα σχετίζεται με επιδόματα.