Μην χάνεις είδηση. Βάλε το
CRETA24
στην Google
ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΟ CRETA24 ΣΤΗΝ GOOGLE
Το διεθνές περιβάλλον του 2030: Η Ελλάδα απέναντι στη νέα γεωοικονομική πραγματικότητα
Ο κόσμος εισέρχεται σε μια νέα ιστορική περίοδο, όπου η οικονομία, η τεχνολογία και η γεωπολιτική δεν αποτελούν πλέον ανεξάρτητα πεδία, αλλά αλληλοσυνδέονται στενά. Η μεταψυχροπολεμική εποχή, η οποία βασίστηκε στην ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων, αγαθών και τεχνολογίας, αντικαθίσταται σταδιακά από μια νέα γεωοικονομική πραγματικότητα, όπου η οικονομική ισχύς, οι αλυσίδες εφοδιασμού, η ενέργεια, η τεχνητή νοημοσύνη και οι κρίσιμες τεχνολογίες μετατρέπονται σε βασικά εργαλεία εθνικής ισχύος. Η ομιλία στις 6/8/26 στο Ινστιτούτο Δημοκρατίας «Κωνσταντίνος Καραμανλής» αναδεικνύει ακριβώς αυτή τη μετάβαση και επιχειρεί να περιγράψει τις προκλήσεις αλλά και τις ευκαιρίες που θα αντιμετωπίσει η Ελλάδα μέχρι το 2030.
Η αφετηρία της ανάλυσης είναι ότι η κατανόηση του διεθνούς περιβάλλοντος δεν μπορεί να βασίζεται σε ιδεολογικές προσεγγίσεις ή πολιτικές επιθυμίες, αλλά στην επιστημονική ανάλυση των πραγματικών δεδομένων. Μόνο μέσα από την αντικειμενική μελέτη των εξελίξεων μπορούν να διαμορφωθούν αποτελεσματικές στρατηγικές που θα επιτρέψουν στα κράτη να αξιοποιήσουν τις ευκαιρίες και να αντιμετωπίσουν έγκαιρα τις απειλές. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οικοδομήθηκε ένα διεθνές σύστημα βασισμένο σε κανόνες, θεσμούς και συνεργασία, με θεμελιώδη αρχή τον σεβασμό της κυριαρχίας κάθε κράτους. Σήμερα όμως αυτή η διεθνής τάξη αμφισβητείται ολοένα και περισσότερο από αναθεωρητικές δυνάμεις που επιδιώκουν να αντικαταστήσουν το σύστημα των κανόνων με ένα σύστημα σφαιρών επιρροής.
Η σύγκρουση αυτή δεν είναι απλώς γεωπολιτική. Πρόκειται για μια βαθύτερη αντιπαράθεση δύο διαφορετικών αντιλήψεων σχετικά με τον τρόπο οργάνωσης της διεθνούς οικονομίας και της διεθνούς πολιτικής. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι δημοκρατικές, κυρίως θαλάσσιες δυνάμεις, οι οποίες στηρίζουν την ανάπτυξή τους στην ελεύθερη ναυσιπλοΐα, στο διεθνές εμπόριο και στους πολυμερείς θεσμούς συνεργασίας, όπως ο ΟΗΕ, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Οι χώρες αυτές αντιμετωπίζουν τις διεθνείς αγορές ως χώρο συνεργασίας και αμοιβαίου οφέλους. Από την άλλη πλευρά βρίσκονται αναθεωρητικές δυνάμεις, όπως η Ρωσία, η Κίνα, το Ιράν και η Τουρκία, οι οποίες, διατηρούν αυτοκρατορικές φιλοδοξίες, επιδιώκουν αποκλειστικές ζώνες επιρροής και χρησιμοποιούν τη στρατιωτική και οικονομική τους ισχύ ως μέσο γεωπολιτικού εκβιασμού.
Η αντιπαράθεση αυτή δημιουργεί δύο σοβαρά προβλήματα για την παγκόσμια οικονομία. Το πρώτο αφορά τη διατάραξη της παραγωγής και της διακίνησης αγαθών. Η χρήση της ενέργειας, των πρώτων υλών, των θαλάσσιων μεταφορών και των αλυσίδων εφοδιασμού ως εργαλείων γεωπολιτικής πίεσης οδηγεί σε πληθωρισμό, ενεργειακή ανασφάλεια, μείωση της αγοραστικής δύναμης και, τελικά, σε κοινωνική και πολιτική αστάθεια. Το δεύτερο πρόβλημα αφορά τον αθέμιτο ανταγωνισμό στο διεθνές εμπόριο, όπου ορισμένες χώρες συσσωρεύουν τεράστια εμπορικά πλεονάσματα μέσω κρατικών παρεμβάσεων και τεχνητής υποτίμησης των νομισμάτων τους, οδηγώντας άλλες οικονομίες σε διαρκή ελλείμματα, υπερχρέωση και αποβιομηχάνιση.
Η ανάλυση αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην Κίνα. Η διατήρηση τεχνητά υποτιμημένου γουάν, σε συνδυασμό με εκτεταμένες κρατικές επιδοτήσεις, επιτρέπει στις κινεζικές επιχειρήσεις να κυριαρχούν στις διεθνείς αγορές με εξαιρετικά χαμηλές τιμές, δημιουργώντας εμπορικά πλεονάσματα που προσεγγίζουν τα 1,2 τρισεκατομμύρια δολάρια ετησίως. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι εμπορικοί εταίροι της Κίνας αναγκάζονται να χρηματοδοτούν τα αντίστοιχα ελλείμματά τους μέσω δανεισμού, γεγονός που επιβαρύνει τη δημοσιονομική τους σταθερότητα και περιορίζει τη βιομηχανική τους βάση. Το πρόβλημα δεν είναι καινούργιο, αλλά θυμίζει την κατάσταση της Ιαπωνίας τη δεκαετία του 1980, η οποία τελικά αντιμετωπίστηκε με τη Συμφωνία της Plaza το 1985.
Παράλληλα, αναδεικνύεται η τεχνητή νοημοσύνη ως ο δεύτερος μεγάλος μετασχηματιστικός παράγοντας της εποχής μας. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν παρουσιάζεται απλώς ως μέσο μείωσης του κόστους ή αύξησης της παραγωγικότητας, αλλά ως τεχνολογία που επιτρέπει την υλοποίηση ιδεών οι οποίες μέχρι σήμερα παρέμεναν ανεφάρμοστες λόγω περιορισμών σε χρόνο, ανθρώπινους πόρους και υπολογιστική ισχύ. Η αυτοματοποίηση μεγάλου μέρους των καθημερινών εργασιών επιτρέπει στους ανθρώπους να αφιερώσουν περισσότερο χρόνο στην κριτική σκέψη, στη δημιουργία νέων ιδεών και στη λήψη αποφάσεων.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται επίσης στη νέα γεωοικονομία, όπου η οικονομική ισχύς συνδέεται άμεσα με την τεχνολογική και βιομηχανική ικανότητα. Οι ενεργειακές υποδομές, οι μικροεπεξεργαστές, οι σπάνιες γαίες, οι αλυσίδες εφοδιασμού, τα δεδομένα και η τεχνητή νοημοσύνη αποτελούν πλέον κρίσιμα στοιχεία εθνικής ασφάλειας. Η ομιλία υπογραμμίζει ότι οι μικροεπεξεργαστές έχουν μετατραπεί στο «νευρικό σύστημα» της σύγχρονης οικονομίας, καθώς κάθε σύγχρονο οπλικό σύστημα, κάθε βιομηχανική εγκατάσταση και κάθε ψηφιακή υπηρεσία εξαρτάται από αυτούς. Η ιδιαίτερα υψηλή συγκέντρωση της παραγωγής προηγμένων μικροτσίπ στην Ταϊβάν δημιουργεί έναν νέο στρατηγικό κίνδυνο, καθώς μια ενδεχόμενη κρίση στην περιοχή θα μπορούσε να προκαλέσει παγκόσμια οικονομική αναταραχή.
Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, η έννοια της πρόσβασης στα διεθνή δίκτυα αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο. Η πρόσβαση στις αγορές, στην ενέργεια, στους ημιαγωγούς, στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, στα δεδομένα και στα ψηφιακά δίκτυα καθορίζει πλέον όχι μόνο την οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας αλλά και την πολιτική της σταθερότητα. Η ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων μετατρέπεται σε βασικό πυλώνα της εθνικής στρατηγικής, ενώ η διαφοροποίηση των προμηθευτών, η ανάπτυξη εγχώριας παραγωγής και η δημιουργία στρατηγικών αποθεμάτων περιορίζουν τον κίνδυνο μια εξωτερική κρίση να εξελιχθεί σε εσωτερική οικονομική και κοινωνική αναταραχή.
Για την Ελλάδα, η νέα αυτή πραγματικότητα δημιουργεί μια ιστορική ευκαιρία. Η γεωγραφική της θέση, στο σταυροδρόμι της Ανατολικής Μεσογείου, των Βαλκανίων και της Ευρώπης, της επιτρέπει να εξελιχθεί σε κόμβο ενέργειας, δεδομένων, τεχνολογίας και ασφάλειας. Υποδομές όπως οι σταθμοί LNG, οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις, οι αγωγοί φυσικού αερίου, τα υπεράκτια αιολικά πάρκα, αλλά και μεγάλα έργα όπως ο Κάθετος Διάδρομος Φυσικού Αερίου, το έργο GREGY, ο EastMed και ο οικονομικός διάδρομος IMEC, ο πρόσφατος Great Sea Interconnector, κλπ., μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά τον γεωοικονομικό ρόλο της χώρας και να την καταστήσουν βασική πύλη της Ευρώπης προς τη Μέση Ανατολή και την Ασία.
Εξίσου μεγάλη σημασία πρέπει να αποδοθεί στην ανάπτυξη εθνικής τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ). Η ΤΝ πρέπει να αντιμετωπιστεί ως δημόσια υποδομή, αντίστοιχη με τα ηλεκτρικά ή τα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα, ώστε όλοι οι πολίτες και οι επιχειρήσεις να αποκτήσουν εύκολη και οικονομικά προσιτή πρόσβαση στις δυνατότητές της. Οι τέσσερις βασικοί άξονες της επόμενης φάσης της τεχνητής νοημοσύνης είναι: η οικονομική αξιοποίηση της ΤΝ, η ενσωμάτωσή της σε φυσικά συστήματα (Physical AI), η ανάπτυξη εθνικών οικοσυστημάτων τεχνητής νοημοσύνης (Sovereign AI) και η δημιουργία ισχυρών μηχανισμών διακυβέρνησης των αυτόνομων πρακτόρων τεχνητής νοημοσύνης.
Ο βασικός στόχος κάθε σύγχρονου κράτους πρέπει να είναι η ανθεκτικότητα. Η οικονομική ανάπτυξη, όσο σημαντική και αν είναι, δεν αρκεί από μόνη της. Απαιτείται κοινωνική συνοχή, ενεργειακή ασφάλεια, τεχνολογική αυτονομία, ισχυρή παραγωγική βάση και δυνατότητα απορρόφησης εξωτερικών κραδασμών χωρίς να διαταράσσεται η πολιτική σταθερότητα. Η πραγματική ισχύς μιας χώρας θα εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από την ικανότητά της να συμμετέχει αξιόπιστα στα διεθνή δίκτυα παραγωγής, τεχνολογίας, χρηματοδότησης και εμπορίου, διατηρώντας ταυτόχρονα την αυτονομία και τη δημοκρατική της συνοχή. Σε αυτή τη νέα γεωοικονομική εποχή, η Ελλάδα καλείται όχι απλώς να προσαρμοστεί στις εξελίξεις, αλλά να αξιοποιήσει τη στρατηγική της θέση και το ανθρώπινο κεφάλαιό της, ώστε να μετατραπεί σε πυλώνα σταθερότητας, καινοτομίας και ανάπτυξης για ολόκληρη την ευρύτερη περιοχή.