Με το χρυσό μετάλλιο της Βουλής τιμήθηκε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, λίγο πριν την ιστορική ομιλία του στην Ολομέλεια.
Η παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχη έγινε κατόπιν πρόσκλησης του Προέδρου της Βουλής Νικήτα Κακλαμανη ενώ η τελευταία ομιλία του Πατριάρχη Βαρθολομαίου στην Ολομέλεια του ελληνικού κοινοβουλίου είχε γίνει πριν 27 έτη το 1999.
Η ιστορικής σημασίας συνεδρίαση πραγματοποιήθηκε παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας, κ. Κωνσταντίνου Τασούλα.
Σε μια δύσκολη διεθνή συγκυρία λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή και του συνεχιζόμενου πολέμου στην Ουκρανία, η ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη αποκτά ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα.
Ο Πρόεδρος της Βουλής, αμέσως μετά την προσφώνησή του, θα απονείμει στον Οικουμενικό Πατριάρχη το Χρυσό Μετάλλιο της Βουλής των Ελλήνων, ενώ μετά το πέρας της Ειδικής Συνεδρίασης της Ολομέλειας της Βουλής θα παραθέσει προς τιμήν του επίσημο γεύμα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Παναγιώτατος συμπληρώνει φέτος 35 έτη Πατριαρχικής θητείας και 65 έτη ιερατικής αποστολής.
Την Πέμπτη, 7 Μαΐου, στις 17.30, ο Πρόεδρος της Βουλής, κ. Νικήτας Κακλαμάνης, θα απευθύνει χαιρετισμό στην εκδήλωση με τίτλο «Διαχρονία και Οικουμενικότητα: Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως στον Σύγχρονο Κόσμο», που θα πραγματοποιηθεί προς τιμήν του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου, στο Θέατρο Παλλάς, με τη συνδιοργάνωση της εθελοντικής Ομάδας «Ρωμηών Πράξεις».
Ομιλία Πατριάρχη
Σε μια ιδιαίτερα συμβολική συνεδρίαση της Ολομέλειας, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. απηύθυνε ομιλία ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας, του Προέδρου της Βουλής και των Ελλήνων βουλευτών, με αφορμή την απονομή του Χρυσού Μεταλλίου της Βουλής των Ελλήνων. Όπως τόνισε χαρακτηριστικά,
«Η τιμή αυτή διαβαίνει επί την Μεγάλην Εκκλησίαν της Κωνσταντινουπόλεως, την οποίαν διακονούμε… επί τριάκοντα και πέντε συναπτά έτη», τόνισε ο Οικουμενικός Πατριάρχης κκ. Βαρθολομαίος από το βήμα του κοινοβουλίου
Ο Πατριάρχης ανέδειξε τον διαχρονικό ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου ως θεματοφύλακα της Ορθοδοξίας, της ελληνικής γλώσσας και της πνευματικής παράδοσης, υπογραμμίζοντας τη δημιουργική σύζευξη Ελληνισμού και Χριστιανισμού. Αναφερόμενος στη γλώσσα, σημείωσε ότι αποτελεί «φιλοσοφική, στοχαστική και ποιητική δύναμη» που οδηγεί «προς το βάθος των πραγμάτων».
Κεντρικό σημείο της ομιλίας αποτέλεσε η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, με τον Πατριάρχη να επισημαίνει ότι η θεώρηση του ανθρώπου ως απλής βιολογικής οντότητας οδηγεί σε υποτίμηση και αντικειμενοποίηση, ενώ η προσέγγισή του ως προσώπου με αναφαίρετη αξία θεμελιώνει τον σεβασμό και την κοινωνική συνοχή.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στα ανθρώπινα δικαιώματα, τονίζοντας ότι η Οικουμενική Διακήρυξη του 1948 αποτελεί «τον κορμό κοινών θεμελιωδών αξιών» για την παγκόσμια κοινότητα. Προειδοποίησε όμως για τις σύγχρονες αμφισβητήσεις τους, επισημαίνοντας ότι η στάση των θρησκειών απέναντί τους θα καθορίσει την πορεία τους στο μέλλον.
Σημαντικό μέρος της ομιλίας αφιερώθηκε και στην οικολογική κρίση, με τον Πατριάρχη να επαναλαμβάνει τη θέση του Φαναρίου ότι «η οικονομική δραστηριότητα η οποία δεν σέβεται τον οίκον της ζωής… δεν είναι οικονομία, αλλά οικο‑ανομία». Υπογράμμισε ότι το Πατριαρχείο υπήρξε πρωτοπόρο στην ανάδειξη της οικολογικής θεολογίας και της ανάγκης για «ολική στροφή προς μίαν οικολογικήν οικονομία».
Ο Πατριάρχης αναφέρθηκε επίσης στον ρόλο των θρησκειών ως παραγόντων ειρήνης, τονίζοντας ότι η ειρήνη των λαών είναι αδύνατη χωρίς ειρήνη μεταξύ των θρησκειών. Καταδίκασε τον φονταμενταλισμό ως «έκπτωση του θρησκευτικού βιώματος» και υπογράμμισε ότι η γνήσια πίστη αποτελεί τον αυστηρότερο κριτή της μισαλλοδοξίας.
Κλείνοντας, εξέφρασε ευγνωμοσύνη για την τιμή και τη φιλοξενία της Βουλής, σημειώνοντας ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραμένει «λάβαρο παγκοσμιότητας, πίστεως, ήθους και πολιτισμού της Ορθοδοξίας» και θεμέλιο ενότητας για το Γένος.