Ορισμένα πράγματα φαίνονται διά γυμνού οφθαλμού. Δεν χρειάζονται βαθυστόχαστες αναλύσεις για να αντιληφθούμε τον εκφυλισμό της πολιτικής. Τη ροπή της στη μικροπολιτική και στην ψηφοθηρία. Πρόκειται για παθογένειες με χροιά λαϊκισμού και πελατειακών πρακτικών.

Παρακολουθώντας κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενους, εύκολα διαπιστώνουμε το συνεχές άγχος τους να γίνουν αρεστοί σε όλους. Ο ανταγωνισμός τους για το ποιος θα χαϊδέψει πιο πολύ τα αυτιά των εκλογέων είναι διαρκής.

Φτάνουν στο σημείο να υιοθετούν και τις πιο ακραίες αντιδράσεις αλλά και αιτήματα που μονάχα αδιέξοδα συντηρούν. Δεν είναι λίγοι οι πολιτικοί εκπρόσωποι, οι οποίοι ηθελημένα ή μη λειτουργούν σαν συνήγοροι της παραγωγικής, οικονομικής, αναπτυξιακής μας υστέρησης.

Αποφεύγοντας να πάρουν καθαρές θέσεις για τα μείζονα προβλήματα της οικονομίας, των υποδομών, της παιδείας, της ενέργειας, της έρευνας, επιλέγουν να «κλείνουν το μάτι» σε όσους αρνούνται την οποιαδήποτε αλλαγή στον τόπο μας. Το βλέπουμε παντού και πάντα. Η ψηφοθηρία, η κολακεία και οι πελατειακές συμπεριφορές κυριαρχούν.

Δυστυχώς, στη χώρα μας οι πολιτικοί στην πλειονότητά τους δεν εκφράζουν ευθαρσώς τη γνώμη τους. Ούτε προτάσσουν πάντα το κοινό συμφέρον. Περισσότερο στρέφονται σε κοντόφθαλμες επιλογές παρά σε μακροπρόθεσμες λύσεις.

Πώς αλλιώς να ερμηνευθεί το γεγονός ότι αρκετοί «κάνουν γαργάρα» αυτονόητες αλήθειες; Γιατί άραγε δείχνουν ανοχή στις αντιδράσεις μακρής μερίδας ψηφοφόρων που μάχονται τις μεταρρυθμίσεις στο κράτος και στην οικονομία; Ή αντιστέκονται στις απαραίτητες αλλαγές σε καίριους τομείς της παραγωγής, της υγείας, της εκπαίδευσης κ.α.;

Την απάντηση επιχείρησε να δώσει σε πρόσφατο άρθρο του στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» ο Κώστας Σημίτης. Εστιάζει σε χρόνιες παθογένειες, στη μικροπολιτική και στην ψηφοθηρία, που μπαίνουν εμπόδιο στην πραγματοποίηση μικρών και μεγάλων έργων.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον είχε η αναφορά του στα ενεργειακά ζητήματα της Κρήτης, υπενθυμίζοντας για άλλη μια φορά την άρνηση κάποιων στην εκμετάλλευση της αιολικής ενέργειας, οι οποίοι μάλιστα καταστρέφουν ακόμη και ανεμογεννήτριες.

Ο πρώην πρωθυπουργός, υποστηρίζοντας την ανάγκη στροφής στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, σημειώνει ότι η Ελλάδα στηρίζεται μέχρι σήμερα στον λιγνίτη, πληρώνοντας υπέρογκα πρόστιμα, καθώς παραβιάζει τις ευρωπαϊκές συνθήκες. Κι όλα αυτά την ώρα που ο τόπος μας θα μπορούσε να αξιοποιήσει τα συγκριτικά του πλεονεκτήματα, επενδύοντας πολλά στον άνεμο.

Η ενεργειακή υστέρηση αναμφίβολα δεν είναι στη μοίρα μας. Είναι η συνέπεια του ψηφοθηρικού τρόπου που πολιτεύονται διαχρονικά τα κόμματα, η αυτοδιοίκηση και διάφοροι φορείς. Εξ ου και επισημαίνει ότι ουσιαστική αλλαγή στον ενεργειακό τομέα θα υπάρξει μόνον όταν οι πολίτες πεισθούν για την αναγκαιότητα της αιολικής ενέργειας. Κάτι που οφείλουν να κάνουν οι εκπρόσωποι της πολιτικής.

Σύμφωνα με όλες τις επιστημονικές μελέτες είναι το αποτελεσματικότερο όπλο που διαθέτουμε για την προστασία του περιβάλλοντος, τη βελτίωση της ποιότητας ζωής, την εξοικονόμηση πολύτιμων πόρων, αποκομίζοντας ταυτόχρονα πολλαπλά οφέλη για τις τοπικές κοινωνίες. Επιπροσθέτως, με την καθαρή ενέργεια αντιμετωπίζουμε και τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής και της καταστροφής της φύσης.

Τώρα που βιώνουμε τις επιπτώσεις της πανδημίας του Covid-19, η πράσινη ανάπτυξη είναι μονόδρομος. Δυστυχώς, μολονότι την επικαλούνται όλες οι πολιτικές δυνάμεις, εντούτοις στην πράξη κάθε άλλο παρά ζήλο επιδεικνύουν για την υλοποίησή της.

Ο Κώστας Σημίτης, με τις συνεχείς του δημόσιες παρεμβάσεις, φαίνεται να θέλει να είναι περισσότερο χρήσιμος παρά αρεστός. Το καίριο ερώτημα είναι πότε το εγχώριο πολιτικό σύστημα θα υιοθετήσει την αυτονόητη αυτή συμπεριφορά.

Ο σημερινός πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αποδεικνύεται πιο «πράσινος» από κάποιους άλλους, σε κυβέρνηση και αντιπολίτευση, επιμένοντας στο πρόγραμμά του για την απολιγνιτοποίηση. Η πραγματοποίησή του, βέβαια, δεν προσκρούει μόνο σε αντιπολιτευτικές σκοπιμότητες, αλλά και σε όλους εκείνους που δεν λένε να απεξαρτηθούν από τις ψηφοθηρικές και μικροπολιτικές αντιλήψεις, και από τα ρυπογόνα καύσιμα.