Η Βουλή εμφανίζεται έτοιμη να μπει σε τροχιά της σημαντικότερης θεσμικής διαδικασίας της πολιτείας, της Συνταγματικής Αναθεώρησης, μετά την πρωτοβουλία που ανέλαβε ο πρωθυπουργός. Λίγα χρόνια μετά την αναθεώρηση του 2019, το ελληνικό Σύνταγμα εισέρχεται ξανά σε μια απαιτητική διαδρομή, η οποία δεν είναι ούτε γρήγορη ούτε απλή.
Προϋποθέτει χρόνο, αλλεπάλληλες κοινοβουλευτικές πράξεις και, κυρίως, πραγματική συναίνεση ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις, επειδή οι αλλαγές στο θεμελιώδες κείμενο δεν μπορούν να εξαρτώνται από μία και μόνο κυβερνητική πλειοψηφία.
Γιατί το ελληνικό Σύνταγμα θεωρείται αυστηρό
Η αυστηρότητα του Συντάγματος αποτυπώνεται στις αυξημένες πλειοψηφίες που απαιτούνται. Για να αναθεωρηθεί μια διάταξη, ο πήχης της ευρείας αποδοχής είναι ενσωματωμένος στη διαδικασία. Το κρίσιμο όριο των 180 θετικών ψήφων λειτουργεί ως δικλίδα ασφαλείας, ώστε οι αλλαγές να έχουν διακομματική νομιμοποίηση και αντοχή στον χρόνο. Αυτός είναι και ο λόγος που κάθε κύκλος αναθεώρησης μετατρέπεται σχεδόν αναπόφευκτα σε πεδίο έντασης, διαπραγμάτευσης και πολιτικών υπολογισμών.
Από την πρόταση στην Επιτροπή Αναθεώρησης
Η διαδικασία εκκινεί τυπικά με κατάθεση πρότασης που πρέπει να υπογράφεται από τουλάχιστον 50 βουλευτές. Στη σημερινή Βουλή, μόνο η Νέα Δημοκρατία διαθέτει από μόνη της τον αριθμό για να κινήσει τη διαδικασία. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, αν θελήσουν να καταθέσουν αυτοτελείς προτάσεις, θα χρειαστεί να αναζητήσουν συνεννόηση μεταξύ τους για να συγκεντρώσουν τον απαιτούμενο αριθμό υπογραφών. Στη συνέχεια, συγκροτείται ειδική Επιτροπή Αναθεώρησης που επεξεργάζεται τις προτάσεις και οργανώνει τον κοινοβουλευτικό διάλογο. Στην πράξη, ακόμη και όταν κάποιες προτάσεις δεν συνοδεύονται από τυπικές υπογραφές, συχνά συζητούνται ως πολιτικές θέσεις μέσα στην επιτροπή, όμως η τελική δυναμική επηρεάζεται από τη σύνθεση και τους συσχετισμούς που κυριαρχούν.
Προτείνουσα και αναθεωρητική Βουλή, ο πυρήνας του μηχανισμού
Το ελληνικό μοντέλο προβλέπει δύο διακριτές φάσεις. Η σημερινή Βουλή είναι η προτείνουσα και αποφασίζει ποια άρθρα θα τεθούν σε αναθεώρηση. Η Βουλή που θα προκύψει μετά τις επόμενες εθνικές εκλογές είναι η αναθεωρητική και αποφασίζει το τελικό περιεχόμενο των αλλαγών. Η διάκριση αυτή είναι καθοριστική, γιατί σημαίνει ότι η πρώτη Βουλή ανοίγει τον κατάλογο των αναθεωρητέων άρθρων, αλλά η δεύτερη έχει τον αποφασιστικό λόγο για το πώς θα γραφτούν τελικά οι νέες διατάξεις.
Το παιχνίδι των πλειοψηφιών και το κρυφό διακύβευμα
Στην προτείνουσα Βουλή πραγματοποιούνται δύο ψηφοφορίες με απόσταση τουλάχιστον ενός μήνα. Για να περάσει ένα άρθρο στην επόμενη φάση πρέπει να συγκεντρώσει τουλάχιστον 151 ψήφους. Από εκεί και πέρα, το πόσες ψήφους θα λάβει τώρα καθορίζει το τι θα απαιτηθεί αργότερα. Αν ένα άρθρο λάβει 180 ψήφους στην προτείνουσα Βουλή, τότε στην αναθεωρητική Βουλή μπορεί να αλλάξει με 151, κάτι που πρακτικά δίνει μεγαλύτερη ευχέρεια στην τότε κυβερνητική πλειοψηφία. Αντίθετα, αν ένα άρθρο περάσει τώρα με 151, τότε η αναθεωρητική Βουλή θα χρειαστεί 180 για να οριστικοποιήσει την αλλαγή, επιβάλλοντας υποχρεωτικά διακομματική συμφωνία. Έτσι, η σημερινή ψήφος δεν αφορά μόνο το αν ένα άρθρο θα αναθεωρηθεί, αλλά και το ποιος θα έχει το πάνω χέρι στη δεύτερη φάση.
Οι άξονες που βάζει η κυβέρνηση στο τραπέζι
Στην καρδιά της κυβερνητικής ατζέντας βρίσκονται συγκεκριμένοι άξονες. Πρώτος, η ποινική ευθύνη των υπουργών και η αλλαγή του άρθρου 86, με στόχο ένα πλαίσιο που να ενισχύει τη λογοδοσία και να περιορίζει την αίσθηση ασυλίας. Δεύτερος, η συζήτηση για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και τα μη κρατικά πανεπιστήμια, που συνδέεται με το ευρύτερο αφήγημα περί εκσυγχρονισμού. Τρίτος, η αναμόρφωση του Δημοσίου μέσα από αξιολόγηση, με τη μονιμότητα να τίθεται σε νέο πλαίσιο. Τέταρτος, η θεσμική αρχιτεκτονική γύρω από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, με πρόταση ενιαίας εξαετούς θητείας. Πέμπτος, η Δικαιοσύνη και η επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, θέμα που επανέρχεται επί δεκαετίες στον δημόσιο διάλογο.
Το κλίμα συναίνεσης μοιάζει εύθραυστο
Παρά το θεσμικό βάρος της διαδικασίας, οι προσδοκίες για ευρείες συναινέσεις εμφανίζονται περιορισμένες. Η αντιπολίτευση αντιμετωπίζει την πρωτοβουλία με καχυποψία, θεωρώντας ότι ενδέχεται να λειτουργήσει ως μετατόπιση της ατζέντας από τα προβλήματα της καθημερινότητας προς τα θεσμικά, αλλά και ως πεδίο πολιτικής πίεσης, ιδιαίτερα προς τον χώρο του Κέντρου. Η ένταση αποτυπώνεται και στη δημόσια αντιπαράθεση, όπου πριν καν ξεκινήσει ουσιαστικά ο διάλογος, έχει ήδη αναπτυχθεί ένα περιβάλλον καταλογισμού ευθυνών, με εκατέρωθεν αιχμές για προθέσεις, τακτικισμούς και υποκρισία.
Η στάση του ΠΑΣΟΚ και τα μεγάλα όχι
Το ΠΑΣΟΚ βλέπει τη συζήτηση και ως πεδίο πολιτικής σύγκρουσης για τον χώρο του Κέντρου. Με αυτό το υπόβαθρο, το κλίμα δεν ευνοεί αντανακλαστικά συναίνεσης. Στο επίκεντρο βρίσκονται συγκεκριμένες διαφωνίες. Η άρση της μονιμότητας στο Δημόσιο αντιμετωπίζεται αρνητικά. Επιφυλάξεις εκφράζονται και για αλλαγές που αφορούν τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ενώ στο άρθρο 86 προβάλλεται το επιχείρημα ότι η συζήτηση δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη χρήση του υφιστάμενου πλαισίου στο πολιτικό πεδίο. Για το άρθρο 16, το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται να επιδιώκει δική του πρόταση, υποστηρίζοντας ότι η αναθεώρηση μπορεί να είναι πάγια θέση, αλλά όχι με όρους που θεωρεί ότι προδιαγράφουν τετελεσμένα.
Η παρέμβαση Βενιζέλου και το επιχείρημα της κρίσης θεσμών
Η τοποθέτηση του Ευάγγελου Βενιζέλου αναδεικνύει έναν διαφορετικό, πιο βαθύ πυρήνα κριτικής. Η βασική ιδέα ότι προηγείται ο σεβασμός του Συντάγματος από την αναθεώρησή του μεταφράζεται σε μια ευρύτερη διάγνωση: το πρόβλημα δεν είναι μόνο το κείμενο των διατάξεων, αλλά η κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς και η δυσκολία να συγκροτηθεί κλίμα στοιχειώδους συνεννόησης. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η αναθεώρηση κινδυνεύει να γίνει τεχνική άσκηση χωρίς κοινωνικό αποτύπωμα ή να εξελιχθεί σε όχημα έντασης, αντί για εθνική συζήτηση με ορίζοντα την επόμενη δεκαετία.
Η Δικαιοσύνη στο επίκεντρο, τι λένε οι θεσμικοί και οι ειδικοί
Στο μέτωπο της Δικαιοσύνης, ο διάλογος έχει ήδη ανοίξει με ένταση, με δύο βασικούς στόχους να κυριαρχούν: την ενίσχυση της ανεξαρτησίας της και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητάς της, σε συνδυασμό με την ασφάλεια δικαίου. Δεν πρόκειται για νέα συζήτηση, αλλά για ένα διαχρονικό αίτημα που επανέρχεται σε κάθε κύκλο συνταγματικής αναθεώρησης, αυτή τη φορά όμως σε ένα περιβάλλον έντονης αμφισβήτησης των θεσμών.
Από τις προτάσεις που έχουν κατατεθεί στον δημόσιο διάλογο από επιστημονικούς και θεσμικούς φορείς μέσω της διαΝΕΟσις, αναδεικνύεται κατ’ αρχάς η ανάγκη ρεαλισμού. Επισημαίνεται ότι δεν απαιτούν όλα τα προβλήματα συνταγματική αναθεώρηση, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις αρκούν στοχευμένες νομοθετικές παρεμβάσεις και, κυρίως, συνεπής εφαρμογή των κανόνων που ήδη υπάρχουν. Παράλληλα, υπογραμμίζεται ότι το Σύνταγμα δεν αποτελεί πανάκεια και ότι οι μεγαλόστομες διατυπώσεις δεν αρκούν από μόνες τους για να θεραπεύσουν χρόνιες παθογένειες.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διαδικασία επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, καθώς το ζήτημα συνδέεται άμεσα με την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και με το έλλειμμα εμπιστοσύνης που καταγράφεται στην κοινωνία. Στον διάλογο καταγράφονται προτάσεις για ενίσχυση της θεσμικής διαφάνειας, για περισσότερα σημεία επαφής της Δικαιοσύνης με την κοινωνία και για δικλίδες που περιορίζουν περιθώρια πολιτικών παρεμβάσεων. Την ίδια στιγμή, τονίζεται ότι η ηγεσία των δικαστηρίων οφείλει να στελεχώνεται από πρόσωπα όχι μόνο ανεξάρτητα, αλλά και με διοικητικές ικανότητες, ικανά να στηρίξουν τη λειτουργία ενός σύνθετου και επιβαρυμένου συστήματος.
Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων και ο διάλογος για την ηγεσία
Στο ίδιο θέμα, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων δηλώνει ότι το αίτημα αλλαγών στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων έχει ωριμάσει και ότι προτίθεται να συμμετάσχει ουσιαστικά στον διάλογο, ώστε οι όποιες προτάσεις να υπηρετούν τη δικαστική ανεξαρτησία και τη διάκριση των λειτουργιών. Το μήνυμα είναι ότι η αναθεώρηση, αν προχωρήσει, δεν πρέπει να μείνει σε συμβολισμούς, αλλά να φέρει ουσιώδεις εγγυήσεις, με καθαρές θεσμικές γραμμές και σαφείς κανόνες.
Το πραγματικό δίλημμα, το περιεχόμενο ή η εμπιστοσύνη
Η μεγάλη εικόνα δείχνει ότι η συνταγματική αναθεώρηση δεν κρίνεται μόνο στα άρθρα που θα μπουν στον κατάλογο. Κρίνεται στο αν το πολιτικό σύστημα μπορεί να δημιουργήσει ένα πλαίσιο εμπιστοσύνης, ώστε οι αλλαγές να γίνουν με καθαρούς όρους, χωρίς να εκληφθούν ως εργαλείο μικροπολιτικής. Από τη μία, υπάρχει η κυβερνητική επιδίωξη να συνδεθεί η αναθεώρηση με εκσυγχρονισμό, διαφάνεια και αποτελεσματικότητα. Από την άλλη, υπάρχει η έντονη επιφύλαξη ότι χωρίς στοιχειώδη συνεννόηση, το εγχείρημα θα οδηγηθεί σε αδιέξοδο, είτε επειδή δεν θα συγκεντρωθούν οι απαιτούμενες πλειοψηφίες είτε επειδή η κοινωνία θα το παρακολουθήσει ως ακόμη μία σύγκρουση χωρίς ουσία.
Συμπέρασμα
Σε κάθε περίπτωση ο κύκλος που ανοίγει έχει χαρακτηριστικά μαραθωνίου. Η προτείνουσα Βουλή θα καθορίσει το πεδίο, η αναθεωρητική θα γράψει τις αλλαγές, αλλά η επιτυχία θα εξαρτηθεί από το αν οι πολιτικές δυνάμεις μπορούν να συμφωνήσουν σε έναν πυρήνα θεσμικών προτεραιοτήτων που να αντέχει στον χρόνο. Το πιο δύσκολο δεν είναι να περιγραφούν αλλαγές, αλλά να υπάρξει κοινό έδαφος ώστε αυτές να έχουν κοινωνική αποδοχή, θεσμική ισορροπία και πραγματικό αποτέλεσμα.
Πηγές: Creta24, διαΝΕΟσις , Καθημερινή, in.gr, Ναυτεμπορική, ΑΠΕ-ΜΠΕ, cnn, iefimerida.gr