Πραγματοποιήθηκε η πολυσυζητημένη συνάντηση Μητσοτάκη Ερντογάν την περασμένη Κυριακή στην Άγκυρα και όπως ήταν φυσικό τίποτα φοβερό και τρομερό δεν έγινε, παρά την έντονη παραφιλολογία εδώ και αρκετό καιρό που επικρατούσε, από τα υφιστάμενα κόμματα και υπό ίδρυση κόμματα της αντιπολίτευσης.
Δεν ήταν λίγοι οι πολιτικοί και οι δημοσιολόγοι, πρώην πρωθυπουργοί, επίδοξοι πολιτικοί αρχηγοί παλαιοί και νέοι που μιλούσαν περί << προδοσίας >> στα μέσα ενημέρωσης. Έλεγαν πως δεν πρέπει να γίνει η συνάντηση με τον πρόεδρο της Τουρκίας φοβούμενοι διπλωματική ήττα της Ελλάδας. Δεν χρειάστηκε βέβαια να γίνει δημοψήφισμα όπως είχε προτείνει η Μαρία Καρυστιανού για να εγκρίνουν οι πολίτες αν πρέπει να γίνει η συνάντηση Μητσοτάκη Ερντογάν.
Ο σοβαρότερος όλων των μύθων που είχαν κυκλοφορήσει ήταν οι ψίθυροι και οι θεωρίες συνωμοσίας περί << μυστικών διαπραγματεύσεων >> και << εθνικών υποχωρήσεων >> με την Τουρκία, που αποτέλεσε το χειρότερο μέσο μικροπολιτικής εκμετάλλευσης και μικροκομματικής εργαλειοποίησης. Η συνάντηση έγινε κανονικά επιβεβαιώνοντας τη σημασία του διαλόγου που αποβαίνει πάντα ωφέλιμος σε Ελλάδα και Τουρκία, σε θετικό κλίμα όπως από κοινού έγινε παραδεχτό μετά την υπογραφή 7 διμερών συμφωνιών, με έμφαση στους τομείς, μεταναστευτικού, κλιματικής αλλαγής, στις μεταφορές και τις εμπορικές σχέσεις.
Δεν παραχωρήθηκαν ελληνικά εδάφη ούτε χωρικά ύδατα, δεν υπεγράφη καμμιά συμφωνία για συνεκμετάλλευση ορυκτών πόρων, δεν υπεγράφη καμιά << συμφωνία Πρεσπών >> για το Αιγαίο, δεν ξεπουλήθηκε τελικά η χώρα…
Η πραγματικότητα είναι πως αυτά που έγιναν στην Άγκυρα ήταν αναμενόμενα να συμβούν. Το πρώτο που έγινε είναι ότι για μια ακόμη φορά επιβεβαιώθηκε ότι η Ελλάδα και η Τουρκία << συμφωνούν >> ότι <<διαφωνούν >>. Έγινε βέβαια και κάτι άλλο που δεν ήταν αναμενόμενο, αλλά είναι εξαιρετικά σημαντικό. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι ο μόνος Έλληνας πρωθυπουργός που έθεσε το ζήτημα άρσης του casus belli μέσα στην Τουρκία μπροστά στον Ερντογάν και επανέλαβε ότι η Ελλάδα έχει μια και μοναδική διαφορά με την Τουρκία. Είναι ο καθορισμός των θαλάσσιων ζωνών, δηλαδή της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας.
Η Τουρκία από την άλλη πλευρά δεν αντέδρασε αλλά φαίνεται απίθανο να αλλάξει στρατηγική όσον αφορά την αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας. Η συνάντηση του πρωθυπουργού με τον Ταγίπ Ερντογάν και τα βήματα προόδου που έγιναν, περιγράφονται στην προχθεσινή ανάρτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη όπως:
<< Με τον πρόεδρο Ερντογάν είχαμε μια ειλικρινή και ουσιαστική συζήτηση για όσα μας φέρνουν πιο κοντά, αλλά και για όσα μας χωρίζουν. Οι διαφωνίες μας είναι υπαρκτές και σημαντικές. Δεν τις υποτιμούμε μπορούμε όμως να τις αναδεικνύουμε χωρίς εντάσεις, με ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας, αυτοπεποίθηση και σταθερή αναφορά στο Διεθνές Δίκαιο… >> Με την ανάρτηση αυτή έστειλε μήνυμα στην αντιπολίτευση και σε όσους επιλέγουν την εύκολη αλλά επικίνδυνη οδό του λαϊκισμού, στην διαχείριση των εθνικών θεμάτων της χώρας. << Συνεχίζουμε τον δομημένο διάλογο που έχουμε ξεκινήσει τα τελευταία χρόνια και διευρύνουμε τα πεδία συνεργασίας με εθνική αυτοπεποίθηση και όχι με εθνική υστερία >>. Στη συζήτηση που έγινε επίσης με την τοποθέτηση του Ταγίπ Ερντογάν ο οποίος είπε ότι μοιράστηκε τις προσδοκίες του με τον κ. Μητσοτάκη για να ωφεληθεί πλήρως όπως την αποκάλεσε << τουρκική μειονότητα της Δυτικής Θράκης >> από τις θρησκευτικές ελευθερίες και τις ελευθερίες στην εκπαίδευση.
Ο Μητσοτάκης απάντησε αμέσως στη νέα πρόκληση Ερντογάν λέγοντας: << Ξέρετε καλά κε πρόεδρε ότι σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λοζάνης το καθεστώς τους προσδιορίζεται με απόλυτη σαφήνεια, η οποία προβλέπει ρητά ότι η μειονότητα στη Θράκη είναι θρησκευτική αποκλείοντας κάθε άλλη παρέμβαση.
Θεωρείται θετικό το γεγονός ότι συμφωνήθηκε αμφοτέρων των πλευρών ότι η Ελλάδα και η Τουρκία δεν χρειάζονται διαμεσολαβητές για να λύσουν τα προβλήματά τους, αλλά τις διαφορές που υπάρχουν θα τις διευθετήσουν μόνοι τους, ή οδηγώντας αυτές ενώπιον ενός διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου με βάση το Διεθνές Δίκαιο και ειδικότερα το Δίκαιο της θάλασσας. Οι γέφυρες του διαλόγου μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας πρέπει να παραμείνουν ανοιχτές σε όλες τις περιόδους ακόμη και σε περιόδους έντασης, που δεν θεωρείται αυτονόητο αλλά είναι αναγκαίο.
Η Ελλάδα δεν λειτουργεί με κανόνες που επιβάλει το δίκαιο του ισχυρού και δεν φοβάται ότι μπορεί με τον διάλογο να χάσει τίποτα, αντίθετα έχει πάντοτε την ευκαιρία να δείξει στην διεθνή κοινότητα ότι παραμένει μια υπολογίσιμη δύναμη αξιόπιστη και ευθυγραμμισμένη με το Διεθνές Δίκαιο, πολύτιμος εταίρος της Δύσης για τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.