Η πολυσυζητημένη συμφωνία Mercosur που ήρθε στο προσκήνιο μόλις τους τελευταίους δύο μήνες περίπου, ενώ μιλάμε για μια σύμβαση ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και χώρες τις Λατινικής Αμερικής όπως Αργεντινή, Βραζιλία, Παραγουάη, Ουρουγουάη και Βολιβία η οποία βρίσκεται «στα σκαριά» είκοσι και πλέον χρόνια, ετοιμάζεται να υλοποιηθεί μετά και το πράσινο φως που έδωσε η πλειοψηφία των κρατών μελών της ΕΕ για την υπογραφή της την περασμένη Παρασκευή.
Πρόκειται για μια συμφωνία η οποία ανοίγει τον δρόμο του σχεδόν ελεύθερου εμπορίου ανάμεσα στην Ε.Ε. και τις χώρες Mercosur όπου αγροτοκτηνοτροφικά προϊόντα, βιομηχανικά προϊόντα, πρώτες ύλες, καθώς και υπηρεσίες (logistics, χρηματοοικονομικές, τουρισμός, τηλεπικοινωνίες κ.λπ.) πλέον θα «πηγαινοέρχονται» από και προς τις εμπλεκόμενες χώρες της εμπορικής αυτής συμφωνίας με ένα σταδιακό «σπάσιμο» των δασμών.
«Η συμφωνία Μercosur ουσιαστικά αφορά τη σταδιακή κατάργηση δασμών στα εισαγόμενα από εκείνους προϊόντα (Λατινική Αμερική) που προέρχονται από την ΕΕ και αντίστοιχα στα εισαγόμενα από την Ευρώπη προϊόντα που προέρχονται από τις χώρες Mercosur. Είναι μια συμφωνία ελεύθερης διακίνησης προϊόντων και υπηρεσιών γιατί δεν είναι μόνο τα προϊόντα είναι και οι υπηρεσίες και βέβαια εκτός από τα αγροτικά προϊόντα αφορά και τα βιομηχανικά», εξηγεί χαρακτηριστικά στα «Ρεθεμνιώτικα Νέα», ο Μανώλης Καρπαδάκης, αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Εξαγωγέων Κρήτης και εμπειρογνώμονας ελαιολάδου ποιότητας και οργανοληπτικών χαρακτηριστικών.
Μικρό το όφελος για την Κρήτη
Η συμφωνία Mercosur έρχεται να ανοίξει τον δρόμο στους Ευρωπαίους εξαγωγείς, οι οποίοι θα έχουν τη δυνατότητα να προωθήσουν τα προϊόντα τους σε μια μεγάλη αγορά περί των 270 εκατομμυρίων πολιτών. Ωστόσο, τουλάχιστον, με τα υφιστάμενα δεδομένα, όπως εξηγεί ο κ. Καρπαδάκης, για το νησί μας δεν φαίνεται να υπάρχει ιδιαίτερο όφελος από την άρση των δασμών. Αυτό γιατί, όπως λέει, είναι ελάχιστο το μερίδιο εξαγωγών που κατέχει το νησί σε αυτή την αγορά. «Ουσιαστικά είναι πολύ μικρό το μερίδιο των εξαγωγών των δικών μας σε αυτές τις χώρες. Η Ελλάδα εξάγει κυρίως ελαιόλαδο, πολύ λίγο κρασί και αν μιλήσω για την Κρήτη, το 2025 ήταν μόνο γύρω στο 1 εκ. ευρώ. Και από αυτά τα τρόφιμα ήταν πολύ λιγότερο το μερίδιο: 120.000 ευρώ ή 0,03%. Είναι ελάχιστη η συμμετοχή των χωρών αυτών στο εξαγωγικό πορτοφόλιο. Και αν πω για το ελαιόλαδο δε μόλις 18 τόνοι φύγαν πέρυσι από την Ελλάδα για αυτές τις χώρες. Άρα δεν θα επωφεληθούμε τόσο πολύ από τη μείωση των δασμών ως αγροτική παραγωγή, ως πρωτογενής τομέας και δευτερογενής της Κρήτης», εξηγεί χαρακτηριστικά ο ίδιος.
Αυτό που δημιουργεί παρόλα αυτά η συμφωνία, όπως λέει, είναι η προοπτική ανάπτυξης εξαγωγικής δραστηριότητας σε αυτές τις χώρες. Για την Κρήτη, μια ενδεχόμενη προοπτική θα ήταν η χάραξη στρατηγικής προώθησης των προϊόντων στις χώρες Mercosur, όπου αυτό, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει, μπορεί να επιτευχθεί με την προώθηση των ΠΟΠ και ΠΓΕ προϊόντων, εκείνων δηλαδή που έχουν μια ταυτότητα, μια διακριτή αξία. Παρόλα αυτά ακόμα και έτσι δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια ιδιαίτερη δυναμική για το νησί σε σχέση πάντα με τις συνολικές εξαγωγές. «Όφελος από τη συμφωνία υπάρχει μόνο ως προς τις εξαγωγές. Για όσους εξάγουν σε αυτές τις χώρες, θα μπορούσαν ενδεχομένως να αυξήσουν τον όγκο τους. Δηλαδή εξαρτάται από εμάς. Γιατί για παράδειγμα για το ελαιόλαδο, η Βραζιλία που είναι η κυριότερη χώρα εισαγωγής από αυτές, το 60% των εισαγωγών της είναι από την Πορτογαλία λόγω γλώσσας και λόγω ισχυρών εμπορικών δεσμών. Ένα 25% είναι από την Ισπανία. Εμείς έχουμε πολύ πολύ μικρή συμμετοχή σε αυτό. Επειδή αυτές οι χώρες έχουν ένα διαφορετικό βιοτικό επίπεδο μόνο τα διαφοροποιημένα προϊόντα θα μπορούσαν να στοχεύσουν σε αυτές τις χώρες όπως είναι τα ΠΟΠ, τα ΠΓΕ και τα ιδιαίτερης προστιθέμενης αξίας. Αλλά ακόμα και αν διπλασιαστούν ή τριπλασιαστούν οι όγκοι πάλι δεν θα είναι τεράστιο αυτό το νούμερο σε σχέση με το σύνολο των εξαγωγών», επισημαίνει ο κ. Καρπαδάκης.
Ένα άλλο θετικό, που θέτει στο τραπέζι ο αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Εξαγωγέων Κρήτης είναι το όφελος της ελληνικής και κατ’ επέκταση της κρητικής αγοράς από τις μειωμένες τιμές σε προϊόντα, όπως οι πρώτες ύλες για τη βιομηχανία, η ζάχαρη, η αιθανόλη, ή τα λιπάσματα.
Κραυγή αγωνίας από τους παραγωγούς
Η άρση των δασμών με την ενεργοποίηση της συμφωνίας Mercosur, παρά το γεγονός ότι ανοίγει την πόρτα στις χώρες της ΕΕ, για την τεράστια αγορά της Λατινικής Αμερικής, έχει ξεσηκώσει την ίδια ώρα, θύελλα αντιδράσεων ιδίως στον πρωτογενή τομέα, όπου οι εκπρόσωποί του κάνουν λόγο για μια συμφωνία – «ταφόπλακα» για την ντόπια παραγωγή. Αυτό, γιατί όπως σημειώνουν όλοι, αναμένεται να καταφτάσουν στην Ευρώπη με την επισφράγιση της συμφωνίας, αγροτοκτηνοτροφικά προϊόντα από τις χώρες Mercosur, με χαμηλότερο κόστος παραγωγής, σε ποσότητες και τιμές που θέτουν ζητήματα αθέμιτου πλέον ανταγωνισμού για τους Έλληνες παραγωγούς. Ο Κωνσταντίνος Λεονταράκης, πρόεδρος της Ομοσπονδίας Μελισσοκομικών Συλλόγων Ελλάδας, τονίζει ότι ο πρωτογενής τομέας αδυνατεί πλέον να επιβιώσει με τις τρέχουσες συνθήκες, καθώς οι ελληνοποιήσεις ήδη «πιέζουν» σοβαρά τα τοπικά προϊόντα. Φαντάζεται λοιπόν κανείς τι θα ακολουθήσει όταν στο κάδρο της αγοράς προστεθούν και τα φθηνά προϊόντα των χωρών Mercosur.
«Δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τα νούμερα των ελληνοποιήσεων. Ούτε το ίδιο το ελληνικό κράτος ούτε η ίδια η Ευρώπη μπορεί γιατί είναι ανοχύρωτοι. Θα μας πουν να μην ανησυχούμε και ότι θα έχουμε και εξαγωγικό πλεονέκτημα στα προϊόντα μας, τα οποία δεν μπορούμε όμως να παράξουμε; Η αγροτιά αυτή τη στιγμή μιλάει για επιβίωση και φωνάζει για το πως θα επιβιώσει με τα δεδομένα του χθες της Ευρώπης, πόσο μάλλον να «μπουν στα πόδια μας» και οι Λατινικές χώρες. Ποιος μου εγγυάται ότι μόνο 45 χιλιάδες τόνοι μέλι θα μπούνε στην Ευρώπη και δεν θα γίνουν 120; Είχαμε πρόβλημα με τα κινέζικα μέλια όπου φτάνουν με ένα ευρώ στο λιμάνι του Πειραιά και εγώ θέλω 5,5 ευρώ κόστος παραγωγής στο κρητικό μέλι. Και πάμε να το πουλήσουμε στον έμπορα και δεν μπορούμε να ανταγωνιστούμε ούτε τον τυποποιητή ο οποίος κάνει νοθείες, ούτε τον Κινέζο που έρχεται με ένα ευρώ. Και αυτή τη στιγμή θα μου έρθει από τη Λατινική Αμερική μέλι ακόμη πιο φθηνό. Τι θα γίνει;», τονίζει χαρακτηριστικά στα «Ρ.Ν.» ο κ. Λεονταράκης.
Από την πλευρά του ο κ. Καρπαδάκης σημειώνει ότι: «Αυτό που πιθανότατα θα μας επηρεάσει είναι οι εισαγωγές από τις χώρες Mercosur. Μέχρι τώρα εισάγει η ΕΕ κυρίως βοοειδή – κρέας δηλαδή – πουλερικά, κοτόπουλα, ζάχαρη, καλαμπόκι και μέλι στα αγροτικά προϊόντα. Άρα εν δυνάμει θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι εισαγωγές βοοειδών από εκεί, επειδή είναι χαμηλότερης αξίας, θα μπορούσαν να πιέσουν τις τιμές των αντίστοιχων ευρωπαϊκών προϊόντων. Έμμεσα θα μας επηρεάσει γιατί εμείς ήδη εισάγουμε κρέας από την Ευρώπη. Πιθανότητα να δημιουργηθούν κλυδωνισμοί. Αμνοερίφια δεν εισάγονται οπότε δεν πλήττεται αυτός ο κλάδος. Τα πουλερικά τα εισαγάγαμε από άλλες χώρες, τώρα θα έρχονται από εκεί μπορεί φθηνότερα. Εκεί η αγορά θα βρει την ισορροπία της. Δεν είμαστε αυτάρκεις σε κανένα από αυτά τα είδη εκτός από το μέλι. Στο μέλι η παραγωγή μας είναι πλεονασματική, εξάγουμε μέλι. Τώρα αν έρθει μέλι φθηνότερο από αυτές τις χώρες προφανώς θα πιέσει την αγορά του μελιού».
Ακόμη, ο ίδιος αναφέρει ότι προκειμένου να μην βρεθεί η αγορά σε σοκ ξαφνικά, από την εισαγωγή όλων αυτών των προϊόντων, υπάρχουν κάποιες δικλίδες ασφαλείας, όπως η μέγιστη ποσότητα ανά έτος που μπορεί να καταφτάσει εδώ, ενώ κάτι αντίστοιχο προβλέπεται και με τις τιμές: «Υπάρχει μια ποσόστωση στη συμφωνία η οποία προβλέπει μια μέγιστη διαφορά μεταξύ όγκου εισαγωγών μετά τη συμφωνία και προ συμφωνίας, μέγιστη διαφορά ανά έτος. Άρα δεν μπορούν εκεί που ξαφνικά εισαγάγαμε 10 τόνους από το x προϊόν, σε έναν χρόνο να εισάγουμε 20 τόνους. Υπάρχει μια ποσόστωση η οποία σταδιακά θα διαχειριστεί σε βάθος 10-15 χρόνων έτσι ώστε να πάρει την τελική της μορφή. Για να μη δημιουργηθεί σοκ στην αγορά. Το ίδιο ισχύει και για τις τιμές. Δεν μπορούν οι τιμές των προϊόντων να αλλάξουν απότομα, υπάρχει εκεί ένα «κόφτης». Και κάθε προϊόν που δεν ακολουθεί αυτούς τους «κόφτες» που έχουν μπει στη συμφωνία, τα όρια δηλαδή, θα βγαίνει εκτός συμφωνίας, άρα θα πληρώνει κανονικά δασμούς. Υπάρχουν δικλίδες ασφαλείας για την προστασία της αγοράς. Δεν είναι εντελώς ανοικτή η συμφωνία: οικονομική ένωση, μηδενικοί δασμοί στα πάντα χωρίς έλεγχο».
Παράλληλα, ένα σοβαρό θέμα που ανακύπτει με την εν λόγω συμφωνία είναι ο τρόπος παραγωγής των προϊόντων στις χώρες Mercosur. Πάρα πολύς λόγος γίνεται για την ασφάλειά τους και για τα φυτοφάρμακα που χρησιμοποιούνται, τα οποία είναι διαφορετικά σε σχέση με εκείνα που επιτρέπονται στην ΕΕ. «Εκεί θα πρέπει να υπάρξουν εντατικοί έλεγχοι έτσι ώστε να μην εισαχθούν προϊόντα τα οποία περιέχουν ουσίες που απαγορεύονται στην ΕΕ», σχολιάζει ο κ. Καρπαδάκης.
Η θωράκιση των προστατευόμενων προϊόντων
Σημαντικός άξονας σε όλη τη συζήτηση γύρω από τη συμφωνία Μercosur είναι η προστασία των ΠΟΠ, ΠΓΕ προϊόντων. Όπως εξηγεί ο αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Εξαγωγέων Κρήτης, μέχρι στιγμής από τη συμφωνία προστατεύονται μόλις 21 τέτοια προϊόντα αφήνοντας εκτεθειμένα προς αντιγραφή, ψευδείς ενδείξεις προέλευσης, χωρίς εγγυήσεις αυθεντικότητας κ.λπ. ένα σωρό άλλα όπως για παράδειγμα η γραβιέρα Κρήτης. «Ανακοινώθηκε ότι 21 προϊόντα Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης και ΠΟΠ έχουν προστατευθεί μέσα από αυτή τη συμφωνία. Αλλά αν πάμε στη δική μας παραγωγή, στην Κρήτη υπάρχουν μόνο δύο ελαιόλαδα από τα 13 και κανένα από τα υπόλοιπα. Άρα επειδή αυτή η συμφωνία ξεκίνησε από πολύ νωρίτερα να δουλεύεται δεν έχουν συμπεριληφθεί ας πούμε το πευκοθυμαρόμελο Κρήτης, δεν υπάρχει γραβιέρα Κρήτης, δεν υπάρχουν τα υπόλοιπα ΠΟΠ και ΠΓΕ ελαιόλαδα όπως είναι το ΠΓΕ Κρήτη, το ΠΟΠ Μεσαρά. Υπάρχει μόνο το ΠΟΠ Σητεία και Κολυμπάρι».
Σε αυτό το πλαίσιο ο κ. Καρπαδάκης, τονίζει ότι οι προοπτικές «ανοίγματος» προς τις χώρες της Λατινικής Αμερικής υπάρχουν, όμως είναι σημαντικό να γίνουν ενέργειες σε συνεργασία με το υπουργείο και την Περιφέρεια, ώστε και τα υπόλοιπα ΠΟΠ και ΠΓΕ προϊόντα της Κρήτης θα συμπεριληφθούν στο καθεστώς προστασίας ώστε να αποφευχθούν τα φαινόμενα απομίμησης με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος τονίζει: «Πρέπει να χτίσουμε το μέλλον της παραγωγής, σε δύο πυλώνες: Ο ένας είναι πιστοποίηση στο ανώτατο δυνατό επίπεδο: Όσο περισσότερες πιστοποιήσεις έχω σε ένα προϊόν τόσο περισσότερο ανταγωνιστικό είναι στη διεθνή αγορά. Και ο άλλος πυλώνας είναι η ποιότητα και η σταθερότητα. Αυτό ειδικά για το ελαιόλαδο και για τα άλλα προϊόντα που παράγει η Κρήτη έχει πολύ μεγάλη αξία και το βλέπουμε καθημερινά. Και σε κάθε περίπτωση εδώ υπάρχει μια ευκαιρία και η ευκαιρία λέγεται ανιχνεύω τις απαιτήσεις και τις ανάγκες αυτών των χωρών και προσπαθώ τη δική μου την παραγωγή να τη διοχετεύσω και προς τα εκεί. Μπορεί να φαίνονται μακρινοί αυτοί οι προορισμοί, δεν τους έχουμε εξερευνήσει και δεν τους έχουμε αναλύσει ακόμα, αλλά σίγουρα υπάρχουν ευκαιρίες. Ειδικά για τα πιστοποιημένα προϊόντα, για αυτά που έχουν ταυτότητα και διακριτή ποιοτική διαφορά», καταλήγει ο κ. Καρπαδάκης.


