Ανεδαφική θεωρούν παράγοντες της αγοράς οποιαδήποτε συζήτηση για αύξηση του κατώτατου μισθού εξαιτίας των δυσμενών οικονομικών μεγεθών που απορρέουν από την κρίση της πανδημίας.

Αν και είναι πρόωρο να εξαχθούν συμπεράσματα καθώς η 4μηνη διαδικασία για τον καθορισμό του νέου μισθού βρίσκεται σε εξέλιξη, το επικρατέστερο σενάριο είναι ότι ο κατώτατος μισθός των 650 ευρώ θα παραμείνει παγωμένος έως το τέλος του 2021.

Την ίδια ώρα το Ινστιτούτο της ΓΣΕΕ σε διαδικτυακή εκδήλωση σήμερα, πρότεινε την άμεση αύξηση του κατώτατου μισθού στο ύψος των 751 ευρώ μηνιαίως στο πλαίσιο ενός χρονοδιαγράμματος έτσι ώστε ο κατώτατος μισθός να αντιστοιχεί στο 60% του μέσου ακαθάριστου μισθού των εργαζομένων πλήρους απασχόλησης.

Όπως επισημαίνει το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ παρά το γεγονός ότι οι συνέπειες της πανδημικής κρίσης ήταν οριζόντιες, 17 κράτη μέλη της ΕΕ έχουν ήδη αυξήσει τον κατώτατο μισθό από την 1/1/2021, 3 κράτη μέλη τον διατήρησαν σταθερό στο ύψος του 2020, ενώ μόνο στην Ελλάδα οι διαπραγματεύσεις αναβλήθηκαν την προηγούμενη χρονιά και ο κατώτατος μισθός εξακολουθεί να είναι στο ύψος του 2019. Επίσης πρέπει να αναφερθεί ότι από τις 17 χώρες που αύξησαν τον κατώτατο μισθό το 2021, οι 14 τον είχαν αυξήσει και το 2020 σε σχέση με το 2019. Παράλληλα, ανάμεσα στις χώρες που διατηρήσαν την 1η Ιανουαρίου του 2021 τον κατώτατο μισθό σταθερό σε σχέση με την 1η Ιανουαρίου του 2020, η Εσθονία και η Ισπανία, είχαν ήδη αυξήσει τον ωριαίο κατώτατο μισθό σε σχέση με το 2019 κατά 8,15% και 5,55%. Για το 2021, υψηλότερη ήταν η αύξηση του ωριαίου κατώτατου μισθού στη Λετονία (16,3%) και χαμηλότερη στη Γαλλία και στη Μάλτα (1%).

Παράλληλα η ΓΣΕΕ επανέρχεται στο πάγιο αίτημά της να επιστρέψει η θεσμική διαμόρφωση του κατώτατου μισθού στην Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, καθώς η διαβούλευση μεταξύ των κοινωνικών εταίρων είναι κρίσιμης σημασίας για την αποδοχή του τελικού προσδιορισμού του ύψους του, την ενίσχυση της κοινωνικής και εργασιακής ειρήνης, και τελικά τη συμμόρφωση, που θα επιτρέψει την αύξηση της αποτελεσματικότητας των θετικών του επιδράσεων.

Σύμφωνα με τη διαδικασία για τον προσδιορισμό του κατώτατου μισθού που ξεκίνησε στα τέλη Μαρτίου, προσκλήθηκαν εγγράφως από την τριμελή επιτροπή οι εξειδικευμένοι επιστημονικοί και λοιποί φορείς, μεταξύ των οποίων είναι η Τράπεζα της Ελλάδος, η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ), το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), ο Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) και τα ινστιτούτα των κοινωνικών φορέων προκειμένου να συντάξουν τις εκθέσεις τους.

Στις εκθέσεις θα αξιολογείται ο ισχύων κατώτατος μισθός και το ημερομίσθιο ενώ θα ακολουθούν εκτιμήσεις για την προσαρμογή τους στις επίκαιρες οικονομικές συνθήκες.

Τις τελευταίες ημέρες τα ινστιτούτα των κοινωνικών εταίρων άρχισαν σταδιακά να παραδίδουν τις εκθέσεις τους για τον κατώτατο μισθό όπως ορίζει η διαδικασία η οποία θα ολοκληρωθεί στα μέσα Ιουλίου με την εισήγηση του υπουργού εργασίας Κωστή Χατζηδάκη στο υπουργικό συμβούλιο για το νέο ύψος του κατώτατου μισθού.

Όπως τονίζουν οικονομολόγοι που εμπλέκονται με τις σχετικές μελέτες με βάση την ύφεση, το ΑΕΠ και τον πληθωρισμό, ο μισθός θα έπρεπε να μειωθεί κατά 4%-5% ενδεχόμενο βέβαια που αποκλείει η κυβέρνηση.

Μέρος των εργοδοτικών φορέων είναι πιθανόν να προτείνει αύξηση του μισθού 1%-2% για την ανάταση της ψυχολογίας της αγοράς και περαιτέρω μείωση των ασφαλιστικών εισφορών. Από την άλλη πλευρά η ΓΣΕΕ θα ταχθεί υπέρ της εφαρμογής της οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για επαρκείς κατώτατους μισθούς πάνω από το όριο της φτώχειας.

Πάντως όλοι οι φορείς συμφωνούν ότι καλώς αποφασίστηκε η εκκίνηση της διαβούλευσης μετά από τρεις αναβολές προκειμένου να δοθεί το σήμα της σταδιακής επιστροφής στην κανονικότητα.

Για να γύρει η ζυγαριά προς την τελική απόφαση της κυβέρνησης , συνυπολογίστηκαν τρία δεδομένα:

Α) Δε θα μπορεί να αναβάλλεται επ΄ αόριστον η διαδικασία και να μην εφαρμόζεται ο νόμος.

Β) Οι επιστημονικοί φορείς θα παρουσιάσουν τις μελέτες τους αποτυπώνοντας επικαιροποιημένα στοιχεία για την πορεία της οικονομίας και της απασχόλησης . Οι μελέτες θα λάβουν υπόψη τι έχει μεσολαβήσει τα τελευταία δυο χρόνια θέτοντας έτσι μια νέα βάση για τη σύγκριση των οικονομικών μεγεθών καθώς και για μελλοντικές εκτιμήσεις.

Γ) Η διαδικασία θα ολοκληρωθεί ούτως ή άλλως στα μέσα Ιουλίου, οπότε και θα έχει προχωρήσει μέχρι τότε σε σημαντικό βαθμό η αποσωλήνωση της οικονομίας από τον κρατικό αναπνευστήρα.

Επιπλέον ο υπουργός εργασίας Κωστής Χατζηδάκης καθόρισε νέο χρονοδιάγραμμα για τη διαδικασία. Ο διάλογος θα ξεκινά πλέον κάθε άνοιξη και θα ολοκληρώνεται κάθε καλοκαίρι. Επομένως η πρώτη σχετική απόφαση θα ληφθεί το καλοκαίρι του 2021 και η επόμενη το καλοκαίρι του 2022 οπότε θα έχουν δημιουργηθεί στη μετά covid εποχή ευνοϊκότερες προϋποθέσεις σε σχέση με τον κατώτατο μισθό.

Το ύψος του κατώτατου μισθού και ημερομισθίου, σύμφωνα με τον νόμο, πρέπει να καθορίζεται «λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και τις προοπτικές της για ανάπτυξη από την άποψη της παραγωγικότητας, των τιμών, και της ανταγωνιστικότητας, της απασχόλησης, του ποσοστού της ανεργίας, των εισοδημάτων και μισθών».

Είναι προφανές ότι με την τρέχουσα δυσμενή οικονομική κατάσταση, η εξίσωση δεν είναι εύκολη. Το 2020 έχει κλείσει με ύφεση 8,2% και το πρώτο τρίμηνο του 2021 κινδυνεύει να κλείσει με διψήφιο ποσοστό ύφεσης. Παράλληλα οικονομολόγοι εκτιμούν πως αν αποσυνδεόταν τώρα η αγορά από τον κρατικό αναπνευστήρα, η ανεργία θα σκαρφάλωνε από το 16% στο 25%.

Παράγοντες της αγοράς προεξοφλούν ότι μπροστά σε τέτοια δυσοίωνα μεγέθη δε μπορεί κανείς να φανταστεί ότι η κυβέρνηση θα εισηγηθεί την αύξηση του κατώτατου μισθού. Ωστόσο δε μπορεί να εισηγηθεί και μείωση τόσο για πολιτικούς όσο και για ψυχολογικούς λόγους. Οπότε εκτιμούν ότι η διαδικασία θα έχει συμβολικό χαρακτήρα προκειμένου να βγει η οικονομική ζωή από την κατάψυξη στην οποία βρίσκεται εδώ και 15 μήνες.

Πηγή: protothema.gr