Νέο «καμπανάκι» για το νοσοκομείο Ρεθύμνου: Το 40% αγγίζει η υποστελέχωση

6.500 περιστατικά τον Αύγουστο με το 50% των γιατρών στο Νοσοκομείο Ρεθύμνου - Tέσσερις παραιτήσεις γιατρών στα ΤΕΠ σε ένα χρόνο

Φωτογραφία creta24
Μην χάνεις είδηση. Βάλε το CRETA24 στην Google
ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΟ CRETA24 ΣΤΗΝ GOOGLE

Με 60 κενές οργανικές θέσεις σε ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, με τις περισσότερες κλινικές να λειτουργούν υποστελεχωμένες κατά περισσότερο από 50%, με διαρκείς παραιτήσεις ειδικευομένων και συνολικά με συνθήκες επισφάλειας λειτουργεί εδώ και καιρό το Γενικό Νοσοκομείο Ρεθύμνου, σύμφωνα με όσα επανέλαβαν για ακόμα μία φορά σε χθεσινή συνέντευξη τύπου που διοργάνωσαν από κοινού η Ένωση Γιατρών ΕΣΥ Ρεθύμνου και ο Ιατρικός Σύλλογος Ρεθύμνου.

Σύμφωνα με ρεπορτάζ των «Ρεθεμνιώτικων Νέων», υπερεφημέρευση, εντατικοποίηση της εργασίας, εντέλλεσθε εφημεριών και διαρκείς μετακινήσεις είναι τα βασικά προβλήματα που έχουν να αντιμετωπίσουν οι γιατροί, πολλοί από τους οποίους δικαιούνται εκατοντάδες ημέρες άδειες και εφημερεύουν τακτικά σε επίπεδα που ξεπερνούν κατά πολύ τα προβλεπόμενα.

Σύμφωνα με στοιχεία που παρέθεσαν οι γιατροί, το οργανόγραμμα λειτουργίας του Νοσοκομείου είναι βασισμένο σε οργανισμό του 2012, που βρίσκεται έτσι και αλλιώς μακριά από τις ρεαλιστικές σημερινές ανάγκες, με βάση τον οποίο η στελέχωση σε οργανικές θέσεις φτάνει στο 60%.

Μόνο τον Αύγουστο, το Νοσοκομείο εξυπηρέτησε 6.500 περιστατικά, ενώ πολλές κλινικές στερούνται περισσότερο από το 50% των γιατρών που χρειάζονται και προβλέπεται στο οργανόγραμμα. Από το 2022, όπως αναφέρθηκε, έχουν αποχωρήσει από το νοσοκομείο, κυρίως λόγω συνθηκών εργασίας, 30 ειδικευμένοι γιατροί, εκ των ο ποιων μόλις έξι από τους οποίους συνταξιοδοτήθηκαν. Ενδεικτικό παράδειγμα είναι το ΤΕΠ, στο οποίο μόνο τον τελευταίο χρόνο έχουν παραιτηθεί τέσσερις γιατροί, δύο μόνιμοι και δύο επικουρικοί ειδικευόμενοι γιατροί, ενώ εδώ και τρία τουλάχιστον χρόνια λειτουργεί με τρεις γιατρούς, εκ των οποίων η μία παιδίατρος.

Για να λειτουργήσει το ΤΕΠ, όπως τόνισαν μετακινούνται γιατροί από τα κέντρα υγείας, ακόμα και συνταξιούχος γιατρός, ενώ οι ειδικευόμενοι και αγροτικοί γιατροί, εξαιτίας της υπερεφημέρευσης και των εξαντλητικών ωραρίων παραιτούνται και φεύγουν.

Αντίστοιχη είναι και η κατάσταση στη ΜΕΘ, η οποία τα τελευταία πέντε χρόνια δεν λειτούργησε ποτέ με βάση τις προβλεπόμενες ανάγκες στο οργανόγραμμα. Από τους επτά γιατρούς, λειτουργούσε μέχρι πρόσφατα με πέντε, ενώ μέσα στο καλοκαίρι κλήθηκε να ανταπεξέλθει στις αυξημένες ανάγκες του πληθυσμού με τρεις γιατρούς, μετά από αναρρωτική άδεια και συνταξιοδότηση συναδέλφων.

Σύμφωνα με όσα ανέφερε μεταξύ άλλων η πρόεδρος της Ένωσης Γιατρών ΕΣΥ, Πέλλα Νεονάκη, ένα τμήμα με σημαντικό πρόβλημα είναι το αναισθησιολογικό, με δύο κενές οργανικές θέσεις σε αναισθησιολόγους και προσεχώς μόνο δύο διαθέσιμους γιατρούς για όλο το Νοσοκομείο. Η παθολογική κλινική λειτουργεί με μόλις δύο παθολόγους, ενώ προβλέπονται τουλάχιστον τέσσερις, ενώ τα τελευταία πέντε χρόνια παραμένουν κλειστά τα τακτικά παθολογικά ιατρεία. Τρεις κενές οργανικές θέσεις υπάρχουν και στην χειρουργική, ενώ η λίστα αναμονής για τα χειρουργεία αγγίζει τα 150 άτομα και έχει άγνωστα χρονική αναμονή. Μόλις ένας είναι ο γαστραντερολόγος στο Νοσοκομείο της πόλης, ενώ προβλέπονται δύο οργανικές θέσεις και αυτός εργάζεται με χειρουργημένο χέρι.

Η ορθοπεδική λειτουργούσε όλο το καλοκαίρι με δύο ειδικευμένους γιατρούς και με πολλές κενές εφημερίες, ενώ δύο είναι και οι ουρολόγοι, παρότι προβλέπονται τρεις οργανικές θέσεις. Παράλληλα, δύο κενές οργανικές θέσεις υπάρχουν και στην ψυχιατρική, ενώ ο μοναδικός νευρολόγος του νοσοκομείου εδώ και έξι μήνες εφημερεύει αποκλειστικά στο Νοσοκομείο των Χανίων, επομένως δεν υπάρχει αντίστοιχη εφημερία στο Γ.Ν.Ρ. Το οργανόγραμμα προβλέπει δύο νευρολόγους. Τέλος, κλειστή παραμένει η ογκολογική κλινική εδώ και έξι χρόνια, παρότι κάλυπτε περισσότερους από 600-700 ασθενείς, ενώ έλλειψη υπάρχει και στους ωριλάδες, με μία κενή οργανική θέση.

Προβλήματα, σύμφωνα με την κ. Νεονάκη υπάρχουν και στο κομμάτι των υποδομών, καθώς μέσα στο καλοκαίρι το νοσοκομείο έμεινε χωρίς αξονικό τομογράφο για δύο περίπου εβδομάδες, λόγω αντικατάστασης, την ώρα που το Νοσοκομείο στερείται ψηφιακό μαστογράφο και λόγω υποστελέχωσης αδυνατεί να αξιοποιήσει τον μαγνητικό τομογράφο που διαθέτει. Μάλιστα, η λειτουργία του μαγνητικού τομογράφου έχει ανατεθεί πλέον σε ιδιωτική εταιρεία, ενώ όπως εξήγησαν οι γιατροί, ακόμα και ένας υπέρηχος ρουτίνας είναι χρονοβόρα και κάποιες φορές αδύνατη υπόθεση στο Νοσοκομείο της πόλης. Χαρακτηριστικά, στο ακτινολογικό, παρότι χρειάζονται τουλάχιστον επτά ακτινολόγοι για την αξιοπρεπή λειτουργία του, οι γιατροί είναι πέντε.

«Βλέπουμε το Νοσοκομείο Ρεθύμνου στη χειρότερη στιγμή της σύγχρονης ιστορίας του»

Οι γιατροί διεκδικούν μαζικές προσλήψεις, προκήρυξη όλων των κενών οργανικών θέσεων του νοσοκομείου, των κέντρων υγείας, οργανισμό με βάση τις ανάγκες του πληθυσμού και όχι με γνώμονα τους δημοσιονομικούς περιορισμούς, διπλασιασμό των αποδοχών και εργασιακά και επιστημονικά κίνητρα για την κάλυψη των θέσεων. Όπως ανέφερε μεταξύ άλλων η κ. Νεονάκη: «Το βασικό ζητούμενο είναι η κάλυψη των κενών οργανικών θέσεων. Οι ελλείψεις δεν είναι μόνο σε γιατρούς, αλλά και σε νοσηλευτικό προσωπικό, σε διοικητικό, ακόμα και στην τεχνική υπηρεσία, καθώς αυτήν τη στιγμή, ό,τι ελλείψεις έχουμε προσπαθούν να καλυφθούν από ιδιωτικά συνεργεία. Η υποβάθμιση του νοσοκομείου δεν είναι μοιραίο ή τυχαίο γεγονός, είναι μία σκόπιμη διαδικασία, γιατί καθορίζεται από τους δημοσιονομικούς περιορισμούς που βάζουν όλες οι κυβερνήσεις τα τελευταία χρόνια. Η χρηματοδότηση για την υγεία κατευθύνεται στον ιδιωτικό τομέα, με αποτέλεσμα τα δημόσια νοσοκομεία να μετατρέπονται σε επιχειρήσεις, οι ασθενείς μας σε πελάτες και να επιβαρύνονται οικονομικά για την υγεία τους, μαζί με όλα τα υπόλοιπα που έχουν να αντιμετωπίσουν».

Από την πλευρά της, η Αναστασία Καπελέρη, πρόεδρος Ιατρικού Συλλόγου Ρεθύμνου δήλωσε μεταξύ άλλων: «Σε ό,τι αφορά την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας είναι διαχρονικά υποστελεχωμένα όλα τα κέντρα υγείας και έχουν αδυναμία να λειτουργήσουν ως επιστημονική βαθμίδα ασφαλείας του νοσοκομείου. Εμείς είμαστε σε συνεχή εγρήγορση για τα προβλήματα του νοσοκομείου, υπερασπιζόμαστε το λειτούργημα, προστατεύουμε τον πολίτη και ζητάμε άμεση προκήρυξη όλων των κενών θέσεων, διπλασιασμό των μισθών των γιατρών του ΕΣΥ και ζητάμε από την πολιτεία να αναλάβει άμεσα τις ευθύνες της. Η περαιτέρω απαξίωση του δημόσιου συστήματος υγείας δεν θα γίνει ανεκτή. Η υγεία δεν είναι νούμερα, είναι κοινωνικό αγαθό και η υποχρέωση της Πολιτείας είναι να το διασφαλίζει. Η ευθύνη για την παρούσα κατάσταση είναι πλέον συγκεκριμένη και δεν μπορεί να συγκαλύπτεται».

Από την πλευρά του, ο Γιάννης Σαριδάκης μέλος της Ένωσης Γιατρών ΕΣΥ επεσήμανε μεταξύ άλλων: «Εδώ και χρόνια λέγαμε πράγματα που έχουν επιβεβαιωθεί όλα απόλυτα. Ιδιωτικοποίηση, υποχρηματοδότηση, υποστελέχωση, απαξίωση του προσωπικού, εντέλλεσθε μετακινήσεις θα οδηγήσουν σε υποβάθμιση και σε κλείσιμο τμημάτων και κλινικών. Βρισκόμαστε σήμερα να βλέπουμε το Νοσοκομείο Ρεθύμνου στη χειρότερη στιγμή της σύγχρονης ιστορίας του, όπου πολλές πλευρές πια της λειτουργίας του δεν θυμίζουν δευτεροβάθμια νοσηλευτικό ίδρυμα. Δεν φτάνουμε, δεν αντέχουμε».

Ελλείψεις σε γιατρούς και ειδικευόμενους και υπερεφημέρευση

Στην πτωτική πορεία της ΜΕΘ από την εποχή του κόβιντ και μετά αναφέρθηκε ο Χαράλαμπος Μαρκάκης, διευθυντής της ΜΕΘ και αντιπρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου. Όπως σχολίασε μεταξύ άλλων, η ΜΕΘ του Γ.Ν.Ρ. διέθετε πέντε γιατρούς και μηδέν ειδικευμένους για επτά κλίνες, ενώ χρειάζονταν τουλάχιστον έξι γιατροί και δύο ειδικευμένοι σε κάθε εφημερία. Μάλιστα, σχετικά πρόσφατα, η ΜΕΘ έμεινε με τρεις γιατρούς, με αποτέλεσμα ο κ. Μαρκάκης να απευθυνθεί δύο φορές με επιστολή του στην 7η ΥΠΕ, για την οποία δεν έλαβε ποτέ απάντηση. «Δεν ξέρω που θα καταλήξει αυτή η ιστορία, πάντως η λειτουργία της μονάδας τώρα είναι πάρα πολύ επισφαλής και δεν ξέρω πώς εγώ και οι γιατροί μου μπορούν να συνεχίσουν να δουλεύουν με αυτόν τον ρυθμό. Εγώ πρέπει να λειτουργώ επτά κρεβάτια, με τρεις επιμελητές. Λύση δεν έχει δοθεί ούτε από τον υπουργό, ούτε από την 7η ΥΠΕ παρότι είναι ενημερωμένοι», δήλωσε.

Για τα προβλήματα της χειρουργική κλινικής, ο διευθυντής της, Γιώργος Βρανάκης ανέφερε μεταξύ άλλων: «Η έλλειψη σε γιατρούς ειδικευμένους και ειδικευόμενους καθιστά τη λειτουργία μας αρκετά κουραστική. Δουλεύουμε πάρα πολλές ώρες και, έχουμε να καλύψουμε και το ΤΕΠ. Δεν φτάνουμε πρακτικά για όλες αυτές τις δουλειές, με αποτέλεσμα να μένουμε πίσω, είτε στη δρομολόγηση των περιστατικών στην κλινική, είτε στην αντιμετώπιση των επειγόντων περιστατικών. Πρέπει να καλυφθούν άμεσα οι θέσεις. Τον τρόπο ας τον σκεφτεί η 7η ΥΠΕ, η οποία μέχρι τώρα δεν είναι και πολύ αλληλέγγυα μαζί μας, αλλά ο κόμπος έχει φτάσει στο χτένι, έχουμε ξεπεράσει τα όρια μάς και δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι».

Άμεση και επιτακτική είναι η ανάγκη να προκηρυχθούν και να καλυφθούν οι τέσσερις θέσεις που προβλέπονται στο οργανόγραμμα της ορθοπεδικής κλινικής, σύμφωνα με όσα ανέφερε από την πλευρά του, ο Μανώλης Δασκαλογιαννάκης, διευθυντής της Ορθοπεδικής. «Πραγματικά και στο δικό μου τμήμα η υποστελέχωση είναι τραγική, αυτήν τη στιγμή έχουν μείνει δύο ειδικοί γιατροί για όλο τον νομό. Το σύνολο των οργανικών θέσεων είναι έξι, άρα έχουμε τέσσερα κενά, η μία θέση είναι σε προκήρυξη, οι άλλες τρεις ούτε καν έχουν προκηρυχθεί. Αναγνωρίζουμε και εκτιμούμε το γεγονός ότι περιστασιακά καλύπτουν την εφημερία μας γιατροί άλλων νοσοκομείων, όπως και οι δύο ιδιώτες και η μετακίνηση ενός γιατρού από την Τρίπολη για έναν μήνα, αλλά αυτά είναι ημίμετρα και όχι η ουσιαστική λύση του προβλήματος».

Ένα από τα τμήματα με τα μεγαλύτερα προβλήματα είναι το αναισθησιολογικό, με μόλις τρεις γιατρούς, οι οποίοι αναμένεται να γίνουν δύο προσεχώς, λόγω οικειοθελούς αποχώρησης. Μάλιστα, στο κομμάτι των εφημεριών υπάρχουν δύο ιδιώτες που έχουν αναλάβει από μία υπηρεσία ο καθένας, ενώ λειτουργούν υπό φυσιολογικές συνθήκες δύο χειρουργικές αίθουσες, ωστόσο σε αυτήν τη φάση δεν μπορεί να λειτουργήσει ούτε μία. Η υποστελέχωση σε αναισθησιολόγους είναι ζήτημα που βραχυκυκλώνει και άλλα σημαντικά τμήματα του νοσοκομείου, όπως για παράδειγμα η μαιευτική κλινική, λόγω των πολλών καισαρικών, αλλά και το Ιατρείο Πόνου και Παρηγορικής Φροντίδας. «Οι αναισθησιολόγοι δεν είναι μόνο στα χειρουργεία, η συνεργασία τους είναι πολύτιμη και στα επείγοντα περιστατικά. Πολλές φορές μας φωνάζουν και σε κλινικές και στη ΜΕΘ. Πρέπει να αναλάβει και η ΥΠΕ τις ευθύνες της και να μην πετάει το μπαλάκι σε εμάς. Δεν είμαστε θεοί, δεν είμαστε υπεράνθρωποι, έχουμε ανάγκη και για ξεκούραση και πρέπει να σκεφτούμε την επόμενη ημέρα. Το Ιατρείο πόνου και παρηγορικής που εξυπηρετεί πάνω από 3.000 επισκέψεις τον χρόνο, είναι στο όριο να κλείσει. Όταν δεν μπορεί το αναισθησιολογικό να ανταπεξέλθει στις αναισθησίες και στα επείγοντα περιστατικά, το Ιατρείο Πόνου μένει πίσω», ανέφερε μεταξύ άλλων ο Γιάννης Χρονάκης, διευθυντής του τμήματος Αναισθησιολογίας.

Αντίστοιχα, ο Γιάννης Ματζίρης, διευθυντής της Μαιευτικής Κλινικής συμπλήρωσε: «Μία μαιευτική κλινική δεν λειτουργεί μόνη της. Εξαρτόμαστε απόλυτα από την αναισθησιολογική κλινική για τις επείγουσες καισαρικές και τα σοβαρά περιστατικά. Η αναισθησιολογική κάλυψη βασίζεται αποκλειστικά σε συνεχείς μετακινήσεις γιατρών από άλλα νοσοκομεία και ιδιώτες με δελτίο παροχής υπηρεσιών. Ένα δημόσιο νοσοκομείο δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους προσωρινότητας. Ζητάμε από την πολιτεία μόνιμες προσλήψεις και πραγματικά κίνητρα στεγαστικά και οικονομικά. Η ασφάλεια της μητέρας και του νεογνού στο Ρέθυμνο δεν μπορεί να βασίζεται σε καθημερινά μπαλώματα».

Τέλος, μπορεί οι προβλεπόμενες θέσεις στον οργανισμό του 2012 που αφορούν την παιδιατρική κλινική να έχουν συμπληρωθεί, ωστόσο σε περίπτωση έκτακτων περιστατικών δημιουργείται και εκεί αδυναμία εξυπηρέτησης. «Σύμφωνα με τον οργανισμό του 2012, έχουμε πέντε θέσεις επιμελητών, τέσσερις ειδικευόμενους, με 12 ειδικευόμενους στην αναμονή. Όμως δεν θα ξεχάσω τις εποχές που η παιδιατρική περνούσε κρίση. Μία παιδιατρική που είναι στελεχωμένη, έχουμε πλήρη αδυναμία να καλύψουμε οτιδήποτε έκτακτο συμβεί, όπως μία πρόσφατη κύηση. Όταν ένα άτομο λείψει, φαίνεται ότι μπαίνουμε σε δρόμο αποδιοργάνωσης», σχολίασε η Ελισάβετ Γιαννούση, διευθύντρια της Κλινικής, υπενθυμίζοντας παράλληλα ότι δεν υπάρχει ιδιωτική διέξοδος για τα παιδιά της Κρήτης.

Στο 80% η υποστελέχωση των Κέντρων Υγείας – 39.000 περιστατικά διαχειρίστηκαν μέσα στο καλοκαίρι

Ανάλογα και ενδεχομένως μεγαλύτερα είναι τα προβλήματα υποστελέχωσης και στην πρωτοβάθμια υγεία. Τα πέντε Κέντρα Υγείας του νομού Ρεθύμνου λειτουργούν ακόμα και με μόλις 20% κάλυψη οργανικών θέσεων γιατρών, ενώ το 80% των περιφερειακών ιατρείων δεν έχουν καν ιατρική κάλυψη. Σύμφωνα με όσα ανέφερε η Μαρία Αντωνοπούλου, γενικός οικογενειακός γιατρός, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Γιατρών ΕΣΥ και εκπρόσωπος της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας στο Ρέθυμνο, τα κέντρα υγείας κλήθηκαν φέτος να διαχειριστούν συνολικά 39.000 περιστατικά μέσα στο καλοκαίρι και 400 περιστατικά άμεσης προνοσοκομειακής φροντίδας με ασθενοφόρα τον τελευταίο χρόνο. «Στο Ρέθυμνο, η κατάσταση στις δημόσιες δομές υγείας δεν μπορεί να περιγράφεται με ευχολόγια, γενικόλογες διατυπώσεις και επικοινωνιακές διαβεβαιώσεις ότι όλα πάνε καλά. Τα προβλήματα είναι υπαρκτά, διαχρονικά και σε αρκετές περιπτώσεις οξύνονται και όσο οι ελλείψεις προσπαθούν να αντιμετωπιστούν με πρόσκαιρες λύσεις και συνεχείς μετακινήσεις προσωπικού, τόσο το πρόβλημα μετατίθεται χρονικά. Η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας θα μπορούσε να αποσυμφορήσει αποτελεσματικά το ΤΕΠ του Νοσοκομείου. Αρκετά περιστατικά που προσέρχονται στα ΤΕΠ, είναι πρωτοβάθμιας φροντίδας και προνοσοκομειακής φροντίδας, αλλά για να γίνει αυτό απαιτείται στελέχωση και σχεδιασμός και διοικητική διαχείριση που δεν υπάρχουν», ανέφερε η μεταξύ άλλων η κ. Αντωνοπούλου, υπενθυμίζοντας ότι το Κέντρο Υγείας Ρεθύμνου δεν έχει καν οργανισμό, ενώ μόνο το Κέντρο Υγείας Ανωγείων έχει χαρακτηριστεί ως Άγονο τύπου Α.

Προηγούμενο

Δικηγόρος υπνοθεραπευτή: Για κάθε πελάτη που έστελνε στην Γάκα έπαιρνε 40 ευρώ

Επόμενο

Άγγιξε τα 2,2 ευρώ η μέση τιμή της αμόλυβδης, στα 2,21 ευρώ έφτασε το diesel κίνησης

Μην χάνεις είδηση. Βάλε το CRETA24 στην Google
ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΟ CRETA24 ΣΤΗΝ GOOGLE
Σχετικά Άρθρα
Περισσότερα

Νότιος Οδικός Άξονας Κρήτης: Η επίκαιρη ερώτηση του Λευτέρη Αυγενάκη και η απάντηση του Υφυπουργού Υποδομών

Την επιτακτική ανάγκη άμεσης προώθησης του Νότιου Οδικού Άξονα Κρήτης (ΝΟΑΚ), ενός έργου στρατηγικής σημασίας για τη συνδεσιμότητα, την…