Μεζές για τα θηρία

Στο τσακ τον γλίτωσε από τα νύχια του γάτου. Η τύχη το ‘φερε και σαν γκρεμίστηκε ο νεοσσός απ’ τη μουριά, βρισκότανε κι οι δυο τους από κάτω· χίμηξε ο γάτος ν’ αρπάξει τον ουρανοκατέβατο μεζέ, παράτησε κι η Μαριώ το δίσκο κι έτρεξε να προλάβει το μοιραίο.

Άνω κάτω γίνηκε το καφενείο· πετάρισε ο σπουργίτης τρομαγμένος κάτω απ’ τις καρέκλες των λιγοστών θαμώνων που ραχατεύανε κείνη την ώρα, γλακούσε κι ο γάτος αλαφιασμένος ξωπίσω να μη χάσει το φαΐ, βρεθήκανε άνθρωποι και ζωντανά να ζυγώνουνε το σπουργιτάκι, ο καθείς για το σκοπό του. Κατέληξε εντέλει ο μικρούλης στη χούφτα της Μαριώς κι απέμεινε ο γάτος ν’ αποταυρίζεται δήθεν αδιάφορα, να μη φανεί ότι τον πείραξε η ήττα.

Για μερικές εβδομάδες, γίνηκε η μαμά του. Τον φύλαγε σε μια χαρτόκουτα, κάτω από τον πάγκο του καφενείου, και τον τάιζε με μια σύριγγα, μέχρι να μεγαλώσει και να ξεφλουδίζει μονάχος του τα σπόρια. Κι αυτός απόχτησε θάρρητα κι αρχίνισε να πεταρίζει πάνω της· πότε στρογγυλοκάθιζε στον ώμο της, πότε στην κεφαλή της, πότε ακροπατούσε στα δαχτύλια του χεριού της. Τα βράδια τον κρατούσε σ’ ένα κλουβάκι στο μπαλκόνι και σαν δυναμώσανε τα φτερά του και γίνηκε το πέταγμά του πιο σταθερό, του άνοιγε το πορτάκι να κάνει τις βόλτες του.

Σιγά σιγά τον έμαθε όλο το χωριό. Πετούσε στη γειτονιά και καθότανε επάνω στους νοικοκύρηδες και τους διαβάτες, ζητιανεύοντας ψίχουλα και σπόρους· μες στους ανθρώπους μεγάλωσε, τους συνήθισε, θαρρούσε πως ήτανε φυσικό να τους σιμώνει. Μα ένα βράδυ δε γύρισε στο κλουβάκι του να κοιμηθεί· πέρασε μια μέρα, πέρασε κι η δεύτερη, άφαντος ο σπουργίτης.

Έτσι απονήρευτος που ήτανε, μάλλον πως θα τον κατάπιε κανένας γάτος ή κάποιος άλλος θηρευτής, φτάσανε στο συμπέρασμα οι γειτόνοι. Στον κόσμο που είχε μεγαλώσει δεν είχε μάθει για οχτρούς και για κινδύνους· δεν είδε ποτέ την αληθινή του μάνα να πετάει μακριά απ’ τη νερολακούβα και να τσιρίζει για μια επερχόμενη απειλή, δεν έσμιξε ποτέ του με το σμήνος του να γενεί κοινωνός της γνώσης της ομάδας, που ξέρει να προβλέπει την κακιά στιγμή.

Κι αν ήτανε χαριτωμένος στη σύντομη ζωή του ετούτος ο σπουργίτης, δεν ξέφυγε εντέλει απ’ τον κανόνα, που ορίζει πως σαν ο καθείς αποκόβεται εντελώς απ’ τις καταβολές κι από τον τρόπο του, σαν μεγαλώνει μιμούμενος συμπεριφορές έξω απ’ το είναι του σ’ έναν κόσμο κίβδηλο δίχως αξίες ριζωμένες, γίνεται αργά ή γρήγορα μεζές για τα θηρία.

*Από το αρχείο του Λευτέρη Κουγιουμουτζή στην «Εφημερίδα των Συντακτών»

Σχετικά άρθρα

Άλλα Πρόσφατα