Σε κλίμα θρησκευτικής κατάνυξης ολοκληρώθηκε νωρίτερα το μεσημέρι (07/02) η χειροτονία του νέου Μητροπολίτη Κυδωνίας και Αποκορώνου Τίτου Ταμπακάκη. Δάκρυα χαράς και στιγμές συγκίνησαν δεν έλειψαν τόσο από τον νέο Ποιμενάρχη των Χανίων, όσο και από την οικογένειά του, τους δικούς του ανθρώπους, τους Χανιώτες που θα τον υποδεχθούν αλλά και τους Λασιθιώτες από τη Νεάπολη που αφήνει, για να συνεχίσει το θρησκευτικό του έργο, στα δυτικά της Κρήτης.

«Μεταξύ των απροσδόκητων αλλαγών της ζωής μου, κανένα γεγονός δεν θα μπορούσε να με γεμίσει με μεγαλύτερη αγωνία και δέος, από την Εκλογή μου στην Ιερά Μητρόπολη Κυδωνίας και Αποκορώνου», ανέφερε ο ίδιος στην ομιλία του, αμέσως μετά την χειροτονία του, στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Μηνά στο Ηράκλειο, παρουσία του Αρχιεπισκόπου Κρήτης Ευγένιου, Συνοδικών Ιεραρχών, βουλευτών, εκπροσώπων αρχών και φορέων και συνέχισε:
«Αναλογίζομαι τη βαρύτητα του επιτάγματος αυτού, το μέγεθος των προσδοκιών της Εκκλησίας, την ευθύνη μου ενώπιον του Θεού, την άγνωστη σε εμένα αλλά ιερή βούλησή Του. Το μέγεθος της αποστολής που η εμπιστοσύνη των ιερέων εναποθέτει στους ώμους μου είναι μεγάλο. Αισθάνομαι ότι η αποστολή για την οποία προορίζομαι, με υπερβαίνει.
Μέσα σε αυτήν τη σύγκρουση συναισθημάτων, το μόνο που ελπίζω είναι τα λάθη μου να μετριαστούν από την αγαθή μου προαίρεση.
Το μόνο που τολμώ να βεβαιώσω αυτήν την ιερή στιγμή, είναι ότι παραδίδω τον εαυτό μου άνευ όρων στην Εκκλησία και τον Θεό, εκείνος είναι που οδηγεί τους βηματισμούς μου.

Θα συνεχίσω, όπως έκανα πάντοτε, να εναποθέτω τους συλλογισμούς μου στον Χριστό, αυτός θα είναι η καταφυγή και η απαντοχή μου. Προσφεύγω ικέτης στον πανάγαθο Θεό. Τον παρακαλώ να στέκεται πάντοτε εκ δεξιών μου και να με φροντίζει, καθώς θα φροντίζω, να με καθοδηγεί καθώς θα καθοδηγώ τον εμπιστευμένο λαό των Χανίων.
Σήμερα γίνομαι επίσκοπος όχι για να κυβερνήσω, αλλά για να διακονήσω, για να περπατήσω στο σκοτάδι των άλλων, χωρίς να κρατώ φανό εξουσίας αλλά κερί θυσίας.
Σήμερα, με φόβο Θεού δέχομαι όχι μόνο ένα αξίωμα, αλλά μία καταδίκη αγάπης. Με δένει με έναν λαό υπηρήφανο, λαό βαθειά ριζωμένο στην πίστη. Με ανθρώπους που έχουν καρδιά ανοιχτή και φιλόξενη, που κράτησαν ζωντανή την ορθοδοξία.
Μεταφυτεύομαι από την Ανατολική Κρήτη που αγάπησα, σε έναν τόπο τρισευλογημένο και πολλαπλώς ευεργετημένο.
Τώρα, η πρόνοια του θεού μου χαράσσει νέα πορεία. Άλλος λαός με περιμένει και εκεί, πρώτα ο Θεός, θα δείξω την ίδια αγάπη, το ίδιο ενδιαφέρον, ώστε μέρα με τη μέρα να μεγαλώνει η αγάπη και η σύνδεση μεταξύ μας».
Φυσικά δεν παρέλειψε να αναφερθεί στην πορεία του από τη Νεάπολη στην Αθήνα αλλά και στα πρόσωπα που στάθηκαν για εκείνον «θησαυροί ανεκτίμητοι», όπως είπε χαρακτηριστικά και βοήθησαν στην πνευματική του καθοδήγηση. Ήταν φανερά συγκινημένος όταν μίλησε για τα πνευματικά του παιδιά και για το ποίμνιό του, ευχαριστώντας τους για την παρουσία τους στη ζωή του «όταν τα κύματα της θαλάσσης γιγάντωναν».
Τέλος, ευχαρίστησε την Εκκλησία Κρήτης και τους πνευματικούς πατέρες για την εμπιστοσύνη τους.