Το Εφετείο στη Λευκωσία ανέτρεψε απόφαση του οικογενειακού δικαστηρίου, αφού οι διάδικοι αποκάλυψαν πως η κοινή περιουσία τους φτιάχτηκε και με χρήματα που ήταν προϊόν φοροδιαφυγής. Τώρα κινδυνεύουν και να χάσουν την περιουσία τους και να πληρώσουν πρόστιμα και φόρο και να βρεθούν στη φυλακή, αφού η υπόθεση παραπέμφθηκε στον γενικό εισαγγελέα για ποινική έρευνα.
Το Εφετείο ακύρωσε απόφαση του οικογενειακού δικαστηρίου Λευκωσίας που υποχρέωνε τον Α.Α. να καταβάλει στην πρώην σύζυγό του Κ.Χ. το ποσό των 80.122 ευρώ ως μερίδιο από «αύξηση περιουσίας» κατά 240.366 ευρώ. Η απόφαση δεν ανατράπηκε επειδή το Εφετείο ανακάλυψε κάποιον… άσσο στο μανίκι των διαδίκων εξετάζοντας τους αριθμούς, αλλά επειδή στη διαδικασία αποκαλύφθηκε, και από τις δύο πλευρές (πρώην συζύγων), ένα κοινό υπόβαθρο παραδοχών για «αδήλωτα εισοδήματα και καταδολίευση δημοσίων προσόδων»… όπως «ευγενικά» ονομάζεται η φοροδιαφυγή.
Ως εκ τούτου, το δημόσιο συμφέρον υπερίσχυσε της οικογενειακής λογιστικής. Το πιο ηχηρό στοιχείο, βρίσκεται στην τελευταία παράγραφο της απόφασης. Το Εφετείο παρέπεμψε τα ευρήματα του στον γενικό εισαγγελέα, για να κινηθούν οι προβλεπόμενες ποινικές διαδικασίες.
Τι έλεγε η πρωτόδική απόφαση που ακυρώθηκε
Πρωτοδίκως, το οικογενειακό δικαστήριο είχε διαπιστώσει ότι κατά τη διάσταση του ζευγαριού, στις 13 Φεβρουαρίου 2011, η περιουσία του Α.Α είχε αυξηθεί και προσδιόρισε την καθαρή αύξηση στα 240.366 ευρώ. Με βάση το τεκμήριο του 1/3, όπως προνοεί η νομοθεσία, επιδίκασε υπέρ της συζύγου Κ.Χ, ποσόν 80.122 ευρώ.
Στην εξίσωση της απόφασης του οικογενειακού δικαστηρίου μπήκαν, μεταξύ άλλων, το ½ μεριδίου σε ακίνητο, ακίνητα σε διάφορες περιοχές της Κύπρου, εννέα αυτοκίνητα, τραπεζικές καταθέσεις και ασφαλιστικές συμβάσεις. Από αυτά αφαιρέθηκαν δανειακές υποχρεώσεις, καθώς και χειρισμοί που αφορούσαν κοινή τραπεζική κατάθεση των δύο πρώην συζύγων.
Η Κ.Χ δεν έπεισε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι είχε «άμεση» οικονομική συνεισφορά στην αύξηση της περιουσίας, όμως λήφθηκε υπόψη η εργασία της στον οικογενειακό συνεταιρισμό, το ότι αρχικά το ζεύγος έμενε σε κατοικίες που σχετίζονταν με την οικογένειά της, την οικογενειακή στήριξη και τη φροντίδα του σπιτιού και της οικογένειας κλπ. Με απλά λόγια, το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν μέτρησε τα πάντα με αποδείξεις και τραπεζικές κινήσεις, γι’ αυτό και εφαρμόστηκε το νομοθετικό τεκμήριο.
Τα κάναμε με… μαύρο χρήμα
Το Εφετείο παρατήρησε, πάντως, κάτι που έμεινε απαρατήρητο από το πρωτόδικο οικογενειακό δικαστήριο. Η πρωτόδικη αξιολόγηση της μαρτυρίας ήταν συνοπτική και δεν υπήρξε ουσιαστική αξιολόγηση της μαρτυρίας του ίδιου του Α.Α και έβγαλε «λαβράκι».
Στο επίκεντρο της εφετειακής κρίσης βρέθηκαν οι αλλεπάλληλες αναφορές και των δύο πρώην συζύγων σε αδήλωτα εισοδήματα, τα οποία οι ίδιοι αποκαλούσαν χωρίς αναστολή εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου και ενώπιον τριών Δικαστών, «μαύρα». Η Κ.Χ. κατέθεσε ότι μέρος των χρημάτων που συντηρούσαν την οικογένεια και τον συνεταιρισμό δεν δηλωνόταν, συνδέοντας ρητά τα «μαύρα» με φορολογικές υποχρεώσεις, στον Φόρο Εισοδήματος και στον ΦΠΑ.
Ο Α.Α, από την πλευρά του, παραδέχθηκε ότι δηλώνονταν χαμηλότερα ποσά για να αποφεύγονται υψηλότερες εισφορές και φορολογία, μιλώντας για πρακτικές όπου οι δηλώσεις «έβγαιναν» με τρόπο που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Το Εφετείο σημείωσε ότι δεν είχαν προσκομιστεί δηλώσεις φόρου εισοδήματος και ότι οι καταστάσεις Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πέραν του ότι δεν κάλυπταν το πραγματικό εύρος, δεν απαντούσαν στην ουσία, αφού και οι δύο ήταν σαφείς πως υπήρχαν σημαντικά αδήλωτα εισοδήματα από τα οποία προέκυψε η περιουσία που σήμερα διεκδικείται.
Κατά το Εφετείο, η χρησιμοποίηση τέτοιας μαρτυρίας προσκρούει στη δημόσια πολιτική και στο δημόσιο συμφέρον. Τονίστηκε πως τα Δικαστήρια δεν πρέπει να παρέχουν θεραπεία όταν αυτή στηρίζεται σε παρανομία που συνιστά καταδολίευση δημοσίων προσόδων. Η λογική απλή. Αν το Δικαστήριο «μετρήσει» και μοιράσει περιουσία που, κατά παραδοχή, κτίστηκε με αδήλωτα χρήματα, τότε άθελά του δίνει πρακτικά «ασυλία» στην παρανομία και επιτρέπει σε όσους την διέπραξαν να επωφεληθούν.
Το Εφετείο πήγε όμως ακόμη παραπέρα, υπογραμμίζοντας το καθήκον αυτεπάγγελτης εξέτασης παρανομίας, ακόμη και αν οι διάδικοι δεν το ζητούν. Με απλά λόγια δεν μπορούσε να κάνει τα στραβά μάτι στην παραδοχή μιας παρανομίας.
Πήγαν για μαλλί και βγήκαν κουρεμένοι
Με αυτή τη συλλογιστική, το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα πως αν το οικογενειακό δικαστήριο εφάρμοζε τη σχετική νομολογία, θα όφειλε να απορρίψει τόσο την αίτηση της Κ.Χ όσο και την ανταπαίτηση του Α.Α, λόγω παρανομίας και έλλειψης νόμιμης βάσης μαρτυρίας που να μπορεί να στηρίξει αξιώσεις τους.
Έτσι, η εφετειακή απόφαση κατέληξε στην ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης υπέρ της Κ.Χ (χάθηκαν οι 80.122 ευρώ), στη διατήρηση της απόρριψης της ανταπαίτησης, και δικαστικά έξοδα «ο καθένας τα δικά του» τόσο πρωτοδίκως όσο και εφετειακώς.
Σημειώνεται ότι, παρότι ο Α.Α πέτυχε ακύρωση της απόφασης για καταβολή 80.122 ευρώ, στην πρώην σύζυγο, το Εφετείο ξεκαθάρισε πως επειδή η ακύρωση έγινε για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που προώθησε ο ίδιος, δεν δικαιολογείται επιδίκαση εξόδων υπέρ του για την έφεση.


