Μην χάνεις είδηση. Βάλε το
CRETA24
στην Google
ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΟ CRETA24 ΣΤΗΝ GOOGLE
Κρητικό ελαιόλαδο: Κάτω από τα 4 ευρώ οι τιμές – Απομακρύνονται οι ξένοι αγοραστές
Η Ελλάδα υποχωρεί στην παγκόσμια κατάταξη των παραγωγών, την ώρα που χώρες οι οποίες πριν από μερικές δεκαετίες είχαν περιορισμένη παρουσία στον κλάδο, έχουν ενισχύσει σημαντικά τη θέση τους και έχουν αναρριχηθεί στην κατάταξη.
Σημαντικό είναι το πλήγμα που έχει υποστεί η κρητική ελαιοπαραγωγή φέτος, με τις τιμές των παραγωγών να μένουν καθηλωμένες κάτω από τα 4 ευρώ και το ενδιαφέρον των ξένων επενδυτών για αγορά του τοπικού λαδιού να είναι περιορισμένη.
Μέχρι πρότινος, οι μεγάλοι ελαιοπαραγωγοί συνεργάζονταν με τα τοπικά ελαιοτριβεία, προκειμένου να συνεχίσουν την παραγωγική διαδικασία και στη συνέχεια να διαθέσουν το ελαιόλαδο στους ενδιαφέρομενους επενδυτές, συνήθως από το εξωτερικό, με τους οποίους τα ελαιοτριβεία έκαναν εμπορικές συμφωνίες. Ωστόσο πλέον, οι εξευτελιστικές τιμές που πωλούν το ελαιόλαδο στην παγκόσμια αγορά, χώρες όπως η Τυνησία και η Τουρκία, έχουν στρέψει μακριά από την Κρήτη το ενδιαφέρον των επενδυτών, με αποτέλεσμα τα ελαιοτριβεία να λαμβάνουν πολύ χαμηλές ή και καθόλου προσφορές για τη διάθεση του προϊόντος.
Όσες προσφορές καταγράφονται κυμαίνονται, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, από 3,40 έως 3,80 ευρώ το κιλό, με το ενδεχόμενο περαιτέρω υποχώρησης να παραμένει ανοιχτό για τις επόμενες εβδομάδες. Συνέπεια όλης αυτής της κατάστασης είναι αρκετοί παραγωγοί να εμφανίζονται απρόθυμοι να προχωρήσουν στην ελαιοσυγκομοιδή, τη στιγμή που οι προσφερόμενες τιμές είναι τόσο χαμηλές και τα κόστη παραγωγής τόσο αυξημένα. Πρόκειται για εικόνα που σκιαγραφεί ουσιαστικά τις δομικές παθογένειες και τα ευρύτερα προβλήματα ανταγωνιστικότητας και διάθεσης του κρητικού ελαιολάδου.
Η Ελλάδα υποχωρεί στην παγκόσμια κατάταξη των παραγωγών, την ώρα που χώρες οι οποίες πριν από μερικές δεκαετίες είχαν περιορισμένη παρουσία στον κλάδο, έχουν ενισχύσει σημαντικά τη θέση τους και έχουν αναρριχηθεί στην κατάταξη. Η αυξημένη προσφορά από αυτές τις αγορές περιορίζει τις δυνατότητες απορρόφησης του ελληνικού προϊόντος και πιέζει τις τιμές, την στιγμή που οι ξένοι αγοραστές έχουν πλέον την ρεαλιστική επιλογή να στραφούν σε φθηνότερες επιλογές. Παράλληλα, τα εργατικά χέρια και τα το ευρύτερο κόστος παραγωγής έχουν αυξηθεί κατακόρυφα, με αποτέλεσμα η συγκομιδή να μην είναι συμφέρουσα για όλους. Το πρόβλημα εμφανίζεται κυρίως σε ελαιώνες με μειωμένη καρποφορία, όπου το κόστος είναι ασύμφορη σε σχέση με την πιθανή απόδοση του καρπού.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΣΕΔΗΚ, η αβεβαιότητα ενισχύεται και από τις εκτιμήσεις για τη νέα παραγωγή στην Ισπανία, η οποία επηρεάζει καθοριστικά τη διεθνή αγορά. Οι προβλέψεις παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις: Οι εκτιμήσεις του υπουργείου Γεωργίας των ΗΠΑ κάνουν λόγο για παραγωγή 1,37 εκατομμυρίων τόνων, ενώ η ισπανική πλευρά την υπολογίζει σε 1,6 εκατομμύρια τόνους. Παράλληλα, οι εξελίξεις γύρω από την πώληση της πολυεθνικής Deoleo προσθέτουν έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας για τη διαμόρφωση των τιμών. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, επανέρχεται επιτακτικά το ζήτημα της στρατηγικής που ακολουθείται για την εμπορική αξιοποίηση του κρητικού ελαιολάδου.
Η εξάρτηση από τις πωλήσεις χύμα προϊόντος περιορίζει τη δυνατότητα των παραγωγών και των τοπικών επιχειρήσεων να διαμορφώσουν ισχυρότερη παρουσία στην αγορά και να αποκομίσουν μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία. Η μετάβαση σε επώνυμα, τυποποιημένα προϊόντα, η συνεργασία μεταξύ ελαιοτριβείων και η δημιουργία ισχυρότερων σχημάτων διάθεσης αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την αλλαγή του σημερινού μοντέλου. Στο ίδιο πλαίσιο, ο ελαιοτουρισμός και η ανάδειξη της κρητικής διατροφής μπορούν να συμβάλουν στην προβολή του προϊόντος, συνδέοντας την παραγωγή με την τουριστική εμπειρία και την τοπική οικονομία.
«Για πρώτη φορά έχουμε την υποχώρηση της Ελλάδας στην γενική κατάταξη της παγκόσμιας παραγωγής»
Μιλώντας μεταξύ άλλων για τη σημερινή κατάσταση στην οποία βρίσκεται το κρητικό ελαιόλαδο, ο επιστημονικός συνεργάτης του ΣΕΔΗΚ, Νίκος Μιχελάκης σχολίασε στα «Ρ.Ν.»: «Η κατάσταση είναι πολύ πολύπλοκη. Στην πραγματικότητα η αγορά σήμερα δεν έχει καμία σχέση με πριν λίγα χρόνια. Τα ελαιοτριβεία που μέχρι πριν λίγα χρόνια συνεργάζονταν σχεδόν σε καθημερινή φάση με τους παραγωγούς. Τα περισσότερα πλέον δεν δίδουν προσφορές στους παραγωγούς, γιατί δεν έχουν προσφορές από το εξωτερικό. Αυτοί που δίνουν τιμές σήμερα είναι λίγοι και από αυτές τις τιμές, οι μεγαλύτερες φτάνουν τα 3,80 ευρώ το λίτρο, οι μικρότερες είναι 3,40, μέχρι την προηγούμενη εβδομάδα. Αυτήν τη στιγμή που μιλάμε μπορεί να είναι και πιο κάτω. Οι χαμηλές τιμές οφείλονται σε μία σειρά από αίτια. Το πιο βασικό είναι ότι χώρες που δεν παρήγαγαν τις προηγούμενες δεκαετίες ελαιόλαδο, σήμερα παράγουν πάρα πολύ, όπως είναι η Τυνησία και η Τουρκία, οι οποίες παράγουν πολύ μεγάλες ποσότητες και κατέλαβαν στη γενική παγκόσμια κατάταξη η Τυνησία τη 2η και η Τουρκία την 3η θέση. Εμείς που κάποτε ήμασταν στις κορυφαίες θέσεις παγκοσμίως, τώρα έχουμε υποχωρήσει στην 5η και 6η θέση». Σύμφωνα με τον κ. Μιχελάκη, η τοπική αγορά στερείται υψηλής παραγωγικότητας, ενώ υπάρχει μεγάλη απόσταση μεταξύ κόστους παραγωγής και τιμών. «Όλοι ξέρουν ότι το κόστος αυξήθηκε, τα εργατικά χέρια είναι πολύ ακριβά και πλέον οι τιμές που δίνονται στους παραγωγούς δεν επαρκούν για να καλύψουν το σύνολο των εξόδων και έτσι πολλοί δεν πάνε καν να συγκομίσουν. Αυτό το βλέπουμε πολύ στην Ανατολική Κρήτη, όπου οι ελιές δεν έχουν καλή παραγωγή και δεν συμφέρει να τις μαζέψουν. Για πρώτη φορά έχουμε την υποχώρηση της Ελλάδας στη γενική κατάταξη της παραγωγής και στην άνοδο της παραγωγής ξένων χωρών, το οποίο είναι ένα σοβαρότερο πρόβλημα, γιατί συνεπάγεται μείωση της αγοραστικής δυνατότητας του δικού μας λαδιού. Μέχρι σήμερα έρχονταν στην Κρήτη οι Ιταλοί, προσέφεραν κάποιες τιμές και τα δικά μας τα ελαιοτριβεία, τους πουλούσαν το λάδι χύμα. Σήμερα αυτό σταματάει, γιατί οι Ιταλοί βρίσκουν λάδι από την Τυνησία με 3 ευρώ».
«Συνήθως οι παραγωγοί εγκαταλείπουν όταν ο καρπός της ελιάς είναι μειωμένος»
Παρά τα προβλήματα και τις προκλήσεις, ένα σημαντικό κομμάτι των παραγωγών εξακολουθούν να έχουν πρόθεση να προχωρήσουν κανονικά στην ελαιοσυγκομιδή, ωστόσο πρόκειται κυρίως για παραγωγές οικογενειακής εκμετάλλευσης. «Η άλλη κατηγορία των παραγωγών που έχουν μεγάλες ποσότητες, θα φροντίσουν να βρουν εργάτες ξένων χωρών με υψηλά ημερομίσθια και εδώ ακριβώς είναι το πρόβλημα. Όταν το ύψος των ημερομισθίων δεν είναι τέτοιο που να μπορεί να καλυφθεί από τις τιμές που θα πουλήσουν, εκεί προκύπτει το δίλημμα της εγκατάλειψης. Συνήθως εγκαταλείπουν όταν ο καρπός της ελιάς είναι μειωμένος πάνω στο δέντρο, γιατί αλλιώς αυτός ο παραγωγός έχει ακόμα μεγαλύτερο κόστος παραγωγής. Η εργασία είναι σχεδόν η ίδια, αλλά η ποσότητα που συγκομίζει είναι μικρότερη. Αν συσχετίσεις το ένα με το άλλο, προκύπτει ότι το κόστος είναι μεγαλύτερο όταν ένας ελαιώνας δεν έχει καλή καρποφορία», σχολίασε ο κ. Μιχελάκης.
«Δεν μπορεί να πωλείται το λάδι μας στην Κρήτη από 560 ελαιοτριβεία και από 2.400 σε όλη την Ελλάδα»
Τέλος, αναφορικά με τις δυνατότητες της Κρήτης και το τι πρέπει να κάνει για να επιστρέψει δυναμικά στην παγκόσμια αγορά ελαιολάδου, ο κ. Μιχελάκης τόνισε: «Για να προχωρήσουμε στη διάθεση του ελαιολάδου, δεν πρέπει από εδώ και πέρα να σκεφτόμαστε τη χύμα πώλησή του. Πρέπει αντιθέτως να σκεφτόμαστε την πώληση τυποποιημένων ελαιολάδων και μάλιστα επώνυμων, με τα ονόματα κρητικών εταιρειών, συνεταιρισμών ή άλλων. Υπάρχει το λεγόμενο φασόν, δηλαδή κάποιος που έρχεται και αγοράζει κάτι τυποποιημένο, αλλά γράφει πάνω το δικό του όνομα. Ούτε αυτό το θέλουμε, γιατί δεν επιτρέπει την προστιθέμενη αξία του προϊόντος. Θέλουμε επώνυμο τυποποιημένο. Χρειάζεται ένας καλύτερος σχεδιασμός σε εσωτερικό και εξωτερικό επίπεδο. Δεν μπορεί να πωλείται το λάδι μας στην Κρήτη από 560 ελαιοτριβεία και από 2.400 σε όλη την Ελλάδα. Με το να πωλούν τόσοι πολλοί λάδι, φαίνεται μία διογκωμένη προσφορά χωρίς να υπάρχει και αυτή είναι που ρίχνει τις τιμές. Θέλουμε μία σύμπτυξη, μία συνένωση, μία δημιουργία μεγαλύτερων σχημάτων διάθεσης. Θα πρέπει να πωλούμε λάδι με το όνομά μας, να πληρώσουμε για αυτό και να αποκτήσουμε brad name, δηλαδή ένα όνομα που αξίζει πολύ περισσότερο από το ίδιο το προϊόν» και τέλος συμπλήρωσε: «Τελικά η αγορά του ελαιολάδου από τους παραγωγούς συγκεντρώνεται σε πολύ λίγα χέρια σε όλο τον κόσμο. Όταν αντί για να έχουμε μία αναλογία μεταξύ αγοραστών και πωλητών, τώρα έχουμε υπερσυγκέντρωση των αγοραστών και εκεί που είχαμε 30, τώρα έχουμε 4-5, τότε αυτό σημαίνει ότι αυτοί κανονίζουν και τις τιμές των παραγωγών. Αυτό πρέπει να αλλάξει».
πηγή: rethnea.gr