Η μελέτη τεκμηριώνει ότι οι βασικές παράμετροι που απαιτούνται για ποιοτική και βιώσιμη παραγωγή ελιάς – όπως οι θερμοκρασίες, τα επίπεδα βροχοπτώσεων, η απουσία έντονων παγετών και η μορφολογία του εδάφους – απαντώνται σε μεγάλο βαθμό στο νησί, εξηγώντας γιατί η ελαιοκαλλιέργεια αποτελεί τον βασικό πυρήνα της αγροτικής παραγωγής της Κρήτης.
Οι ερευνητές ανέλυσαν περισσότερες από δέκα κρίσιμες κλιματικές και γεωμορφολογικές παραμέτρους και δημιούργησαν έναν αναλυτικό «χάρτη κλιματικής καταλληλότητας» για την καλλιέργεια της ελιάς σε ολόκληρη τη χώρα.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, οι υψηλότερες βαθμολογίες καταγράφονται στην Κρήτη, με το ανατολικό τμήμα του νησιού να εμφανίζει τις πλέον ιδανικές συνθήκες. Βαθμολογία 9 – που αντιστοιχεί σε πολύ υψηλή καταλληλότατα – καταγράφεται στο μεγαλύτερο μέρος της Κρήτης, καθώς και σε εκτεταμένες περιοχές της δυτικής και νότιας Πελοποννήσου και σε τμήματα της παράκτιας Θράκης.
Αντίθετα, μεγάλο μέρος της βορειοδυτικής Ελλάδας, της κεντρικής Πελοποννήσου και ορεινών ηπειρωτικών περιοχών βαθμολογείται με 0, υποδεικνύοντας κλιματικά ακατάλληλες ζώνες για ελαιοκαλλιέργεια, κυρίως λόγω χαμηλών θερμοκρασιών και αυξημένου κινδύνου παγετού.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι, παρά την ανθεκτικότητά της, η ελιά δεν είναι άτρωτη. Η άνοδος της θερμοκρασίας, οι παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας και τα ολοένα συχνότερα ακραία καιρικά φαινόμενα ενδέχεται να επηρεάσουν τόσο την παραγωγή όσο και την ποιότητα του ελαιολάδου.
Το κρίσιμο ζήτημα των επόμενων δεκαετιών δεν είναι μόνο το πού καλλιεργούμε ελιές, αλλά το πώς προσαρμόζουμε την καλλιέργεια σε ένα μεταβαλλόμενο κλίμα.
Τη μελέτη υπογράφουν οι ερευνητές του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών Ιωάννης Χαραλαμπόπουλος (επικεφαλής της έρευνας), Φωτούλα Δρούλια, Ανδρονίκη Μαυρίδη και Πίτερ Ρούσσος.