Με το βλέμμα στραμμένο στην κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή και με το Brent να έχει ήδη «πατήσει» τα 118 δολάρια το βαρέλι λόγω του πολέμου στο Ιράν και των διαταραχών στα στενά του Ορμούζ, οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης συνεδριάζουν τη Δευτέρα το απόγευμα στις Βρυξέλλες, υπό την προεδρία του Κυριάκου Πιερρακάκη.
Λίγες ώρες νωρίτερα, το μεσημέρι της Δευτέρας, θα συνεδριάσει μέσω τηλεδιάσκεψης και το G7 (στο οποίο ο Έλληνας υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών θα μετάσχει εκπροσωπώντας την ΕΕ ως πρόεδρος του Eurogroup) εξετάζοντας τις εξελίξεις στο Ιράν και τον κίνδυνο μιας νέας ενεργειακής -και όχι μόνο- κρίσης στην παγκόσμια οικονομία, επιχειρώντας να στείλουν σήμα συντονισμού προς τις αγορές.
Παρότι η κρίση στον Περσικό Κόλπο δεν βρίσκεται τυπικά στην ημερήσια διάταξη του Eurogroup, κυριαρχεί και επισκιάζει ήδη κάθε άλλη συζήτηση, καθώς οι Eυρωπαίοι υπουργοί βλέπουν τους προϋπολογισμούς τους να «κοκκινίζουν» πριν καν εφαρμοστούν πλήρως.
Οι παραδοχές για τις τιμές ενέργειας στις οποίες χτίστηκαν τα φετινά δημοσιονομικά σχέδια αμφισβητούνται καθημερινά στις οθόνες των διεθνών χρηματιστηρίων, με την απόσταση από το «όριο συναγερμού» των 100 δολαρίων να μικραίνει επικίνδυνα.
Στα «στενά του Ορμούζ» οι προϋπολογισμοί
Πρακτικά, το Eurogroup της Δευτέρας θα καταγράψει τις ζημιές της «φωτιάς» που άναψε στον Περσικό Κόλπο, φέρνοντας στο τραπέζι και συζητήσεις για μέτρα-ανάχωμα, εθνικά ή και πανευρωπαϊκά.
Το κλείσιμο -ή και η μερική «παράλυση»- του διεθνούς εμπορίου μέσω των στενών του Ορμούζ απειλεί μέχρι και το 15% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου, γεγονός που τροφοδοτεί σενάρια για κίνηση των τιμών ακόμη και προς τα 140 ή 150 δολάρια το βαρέλι, εάν η κρίση παραταθεί. Στο τραπέζι των Βρυξελλών, λοιπόν, δεν πέφτει μόνο η τρέχουσα άνοδος των τιμών, αλλά και ο κίνδυνος δευτερογενών επιπτώσεων: πιο ακριβές μεταφορές, αύξηση ναύλων, πιέσεις στον πρωτογενή τομέα μέσω ακριβότερων λιπασμάτων και αγροτικών εφοδίων που περνούν επίσης από την περιοχή.
Οι τεχνικές υπηρεσίες της Κομισιόν έχουν ήδη προειδοποιήσει ότι ένα παρατεταμένο σοκ στις τιμές ενέργειας μπορεί να «ροκανίσει» την -μάλλον αναιμική και ευάλωτη- ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας (μόλις 0,2% στη Γερμανία το 2025) ενώ θα αναθερμάνει τον πληθωρισμό, τη στιγμή που όλοι προεξοφλούσαν έναν πιο ήπιο κύκλο επιτοκιακών μειώσεων από την ΕΚΤ. Αυτό μεταφράζεται σε επιπλέον πίεση για τις κυβερνήσεις, που θα πρέπει να επιλέξουν αν θα «κάψουν» δημοσιονομικό χώρο για νέα μέτρα στήριξης ή αν θα ρισκάρουν πολιτικό κόστος αφήνοντας την αγορά να απορροφήσει τους κραδασμούς.
Φωτιά στο «καλάθι», φρένο και στα επιτόκια
Πέρα από το κόστος καυσίμων και ηλεκτρικής ενέργειας, η συζήτηση αγγίζει πλέον ευθέως το «καλάθι» του καταναλωτή. Ηδη οι τιμές τροφίμων δείχνουν έντονη επιμονή με τα ποσοστά αύξησης να ανέρχονται σε διψήφια νούμερα. Ωστόσο και ένα νέο κύμα εισαγόμενου πληθωρισμού θα μπορούσε να «θεριέψει» τον τιμάριθμο τροφίμων τους επόμενους μήνες. Σε αυτό το περιβάλλον, η ΕΚΤ θα βρεθεί μπροστά στο δίλημμα: να διατηρήσει για περισσότερο χρόνο υψηλά επιτόκια για να «πνίξει» τον πληθωρισμό ή να ρισκάρει μια ελεγχόμενη άνοδο των τιμών για να μην επιβαρύνει περαιτέρω δανειολήπτες και επιχειρήσεις.
Για χώρες με υψηλό ιδιωτικό χρέος και στεγαστικά δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο, όπως η Ελλάδα, κάθε μήνας καθυστέρησης στις μειώσεις επιτοκίων μεταφράζεται σε πραγματικό κόστος για τα νοικοκυριά.
Την ίδια στιγμή, οι κυβερνήσεις γνωρίζουν ότι, αν δεν υπάρξει συμφωνία για συντονισμένη πανευρωπαϊκή δράση, νέα οριζόντια μέτρα τύπου «pass» θα δοκιμάσουν την αξιοπιστία τους απέναντι στους ευρωπαϊκούς κανόνες, ειδικά μετά την επαναφορά της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Σε κάθε περίπτωση, η ενεργοποίησή τους δεν θα γίνει πριν τον Απρίλιο, αφού πρώτα φανεί αν οι αυξήσεις έχουν μόνιμο ή παροδικό χαρακτήρα.
Το Brent «πατάει» στα 118 δολάρια
Η Δευτέρα λειτουργεί ως προθάλαμος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 19ης Μαρτίου, όπου οι ηγέτες της ΕΕ θα κληθούν να χαράξουν κοινή γραμμή απέναντι στην κρίση, σε οικονομικό και γεωπολιτικό επίπεδο. Ο Κυριάκος Πιερρακάκης, ως πρόεδρος του Eurogroup, αναλαμβάνει ρόλο συντονιστή όχι μόνο των υπουργών Οικονομικών, αλλά και της γέφυρας προς τα υπόλοιπα διεθνή φόρα, όπως το G7, το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα.
Για την ελληνική πλευρά, το διακύβευμα είναι διπλό: αφενός να προστατεύσει όσο γίνεται τον δικό της προϋπολογισμό, ο οποίος είχε «χτιστεί» πάνω σε υποθέσεις για σαφώς χαμηλότερες τιμές ενέργειας (στα 62 δολάρια το βαρέλι), αφετέρου να αξιοποιήσει τον θεσμικό ρόλο του προέδρου του Eurogroup για να προωθήσει μια πιο ευέλικτη και άμεση ευρωπαϊκή απάντηση στην κρίση. Σε κάθε περίπτωση, όσο το πετρέλαιο κινείται πάνω από τα 100 δολάρια και οι ναυτιλιακές ροές στον Περσικό Κόλπο παραμένουν υπό απειλή, η ευρωπαϊκή οικονομία θα συνεχίσει να ισορροπεί σε τεντωμένο σχοινί – και οι αποφάσεις των επόμενων εβδομάδων θα κρίνουν αν θα πρόκειται για έναν ακόμη προσωρινό «κραδασμό» ή για την αρχή μιας νέας ενεργειακής καταιγίδας.