«Σε περίπου ενάμιση μήνα θα έχει ελεγχθεί η πανδημία», υποστήριξε μέσα από τον Περιφερειακό Τηλεοπτικό Σταθμό CRETA, o καθηγητής Φαρμακολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου, Ευάγγελος Μανωλόπουλος.

«Οι θάνατοι αντανακλούν τα κρούσματα που είχαμε πριν από δύο εβδομάδες. Τώρα έχουμε μια πτώση των κρουσμάτων, η οποία θα φανεί σε δύο εβδομάδες από τώρα. Ελπίζω να μην πληρώσουμε το τίμημα του ανοίγματος της εστίασης. Πρέπει να συνεχίσουμε να προσέχουμε και με τους εμβολιασμούς που έρχονται τον Μάϊο, θα φτάσουμε τέλος Ιουνίου με μια περιορισμένη διασπορά του ιού στη χώρα», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Μανωλόπουλος.

Αναφορικά με τη σταδιακή άρση των μέτρων και την κατάργηση των sms στο 13033, ο κ. Μανωλόπουλος διευκρίνισε, ότι  «όλα αυτά είναι σχετικά. Αν δούμε σε δύο εβδομάδες ότι ανεβαίνουν ξανά τα κρούσματα, νομίζω ότι όλες αυτές οι αποφάσεις θα ανασταλούν. Κάποιοι έχουν πάρει το μήνυμα ότι τελειώσαμε με την πανδημία».

Ο ίδιος, εξήγησε ότι η ανοσία μετά τον εμβολιασμό απαιτεί ένα διάστημα 20 ημερών προτού εκδηλωθεί πλήρως.

«Υπάρχει μια διαδικαστική φάση μερικών εβδομάδων που πρέπει να περάσει για να αποκτήσουμε την ανοσία. Μέχρι τότε είμαστε μέσα στη φωτιά του κορωνοϊού. Όλος ο Μάϊος πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός», συμπλήρωσε ο καθηγητής.

Με αφορμή τις προτάσεις για το άνοιγμα της πατέντας των εμβολίων, προκειμένου να μπορέσουν να εμβολιαστούν και οι τρίτες χώρες, ο κ. Μανωλόπουλος την χαρακτήρισε ως μια «σημαντική είδηση».

«Είναι καθοριστικό ότι ανοίγει αυτή η συζήτηση, και είναι σημαντικό τόσο για τις τρίτες χώρες, όσο και για εμάς, γιατί το κόστος των εμβολίων είναι μεγάλο. Μέσα στην πανδημία δεν υπολογίζεται το κόστος, αλλά με το δεδομένο ότι τα εμβόλια θα είναι εποχικά, θα πρέπει τα κράτη να συνεχίζουν να τα αγοράζουν. Άρα με τις τιμές που έχουν αυτή τη στιγμή, θα υπάρξει ένα σοβαρό οικονομικό πρόβλημα», εξήγησε ο ίδιος.

Κλείνοντας, ο κ. Μανωλόπουλος, σχολίασε ότι μέχρι στιγμής δεν υπάρχει κάποια ένδειξη ότι ο κορωνοϊός χάνει την ισχύ του, αντιθέτως οι μεταλλάξεις του είναι αρκετά ισχυρές και μεταδοτικές. Το αποτέλεσμα είναι ότι θα απαιτείται επανάληψη του εμβολιασμού, χωρίς ωστόσο, να έχει καθοριστεί μέχρι στιγμής, το κάθε πότε θα πρέπει να επαναλαμβάνεται ο εμβολιασμός.