Καισαριανή – Explainer: Οι 200 και οι εικόνες που επανάφεραν την Ιστορία  

Από την πρώτη στιγμή, η υπόθεση κουβαλούσε τέσσερα παράλληλα ερωτήματα

Η υπόθεση ξεκίνησε ως μια είδηση για μια διαδικτυακή δημοπρασία και μέσα σε λίγες ώρες εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο φορτισμένα γεγονότα της ελληνικής επικαιρότητας. Ο λόγος είναι απλός.

Οι φωτογραφίες που εμφανίστηκαν τις τελευταίες ημέρες δεν αφορούν ένα αφηρημένο ιστορικό επεισόδιο. Φαίνεται να αποτυπώνουν τις τελευταίες στιγμές ανθρώπων λίγο πριν την εκτέλεσή τους στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944.

Για δεκαετίες υπήρχαν μαρτυρίες, αφηγήσεις και ονόματα. Εικόνες από το εσωτερικό της στιγμής δεν υπήρχαν. Και γι’ αυτό, όταν το γεγονός απέκτησε πρόσωπα, η κοινωνία αντέδρασε σαν να άνοιξε ξαφνικά μια πόρτα στο τραύμα.

Από την πρώτη στιγμή, η υπόθεση κουβαλούσε τέσσερα παράλληλα ερωτήματα. Αν οι φωτογραφίες είναι πράγματι γνήσιες. Ποια είναι η προέλευσή τους και ποιος θα έχει τη νόμιμη κατοχή τους εφόσον είχαν τεθεί για πώληση. Το τελευταίο ερώτημα άνοιξε τον διάλογο αναφορικά με ποιον τρόπο πρέπει να διαχειριστεί ένα κράτος και μια κοινωνία ένα υλικό τέτοιας ιστορικής και ηθικής βαρύτητας, ώστε να μην καταλήξει σε ιδιωτικά χέρια και να μη γίνει αντικείμενο εμπορίου, παραποίησης ή εργαλειοποίησης.

Η εμφάνιση της δημοπρασίας και η πρώτη έκρηξη αντιδράσεων

Το Σάββατο 14 Φεβρουαρίου οι φωτογραφίες εμφανίστηκαν προς δημοπράτηση στην πλατφόρμα eBay, με φερόμενο κάτοχο τον Βέλγο συλλέκτη Tim de Craene, ο οποίος δραστηριοποιείται στον χώρο των στρατιωτικών αναμνηστικών και τεκμηρίων του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου μέσω της Crain’s Militaria. Η κυκλοφορία τους στα κοινωνικά δίκτυα και στη συνέχεια στα μέσα ενημέρωσης προκάλεσε ακαριαία κινητοποίηση. Το ενδιαφέρον δεν περιορίστηκε στη δημοσιογραφική αποκάλυψη. Σύντομα πήρε τη μορφή δημόσιου αιτήματος να προστατευτεί το υλικό, να περάσει σε δημόσιο φορέα και να υπάρξει επίσημη τεκμηρίωση.

Η απόσυρση των φωτογραφιών και η δήλωση του κατόχου

Τη Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου, μετά τις διαστάσεις που πήρε η υπόθεση στην Ελλάδα, ο de Craene ανακοίνωσε ότι διέκοψε τις δημοπρασίες. Στη δήλωσή του αναγνώρισε ότι πρόκειται για υλικό εξαιρετικά ευαίσθητης ιστορικής φύσης, εξέφρασε τη λύπη του για την ένταση και τη διαμάχη που προκλήθηκε και δήλωσε ανοιχτός σε διάλογο με τις αρμόδιες ελληνικές αρχές για το μέλλον της συλλογής.

Η παρέμβαση της κυβέρνησης και η κίνηση του Υπουργείου Πολιτισμού

Μετά την απόσυρση από το διαδίκτυο, το κέντρο βάρους μετακινήθηκε από την πλατφόρμα της δημοπρασίας στο ερώτημα του τι θα κάνει το ελληνικό κράτος. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, δήλωσε ότι οι φωτογραφίες πρέπει να αποκτηθούν από το Δημόσιο εφόσον αποδειχθεί ότι είναι γνήσιες, καθώς συνδέονται άρρηκτα με ένα συγκεκριμένο τραγικό γεγονός της ελληνικής ιστορίας και αποτελούν τμήμα της πολιτιστικής κληρονομιάς. Η γραμμή ήταν σαφής. Πρώτα έλεγχος γνησιότητας και στη συνέχεια διαδικασία απόκτησης.

Η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, ανέφερε ότι δρομολογούνται ενέργειες και ότι ειδικοί του υπουργείου θα μεταβούν στο Βέλγιο για να εξετάσουν το υλικό επιτόπου. Το ζήτημα, όπως ειπώθηκε, δεν είναι μόνο ιστορικό και συμβολικό. Έχει και νομικές ιδιαιτερότητες, γι’ αυτό και απαιτείται θεσμικός χειρισμός.

Το δύσκολο κομμάτι της τεκμηρίωσης και γιατί δεν αρκεί η εντύπωση 

Από εκείνο το σημείο και μετά, η συζήτηση άρχισε να οργανώνεται γύρω από τη φράση γνησιότητα και απόδειξη. Δεν αρκεί το ότι μια φωτογραφία συγκλονίζει ή ταιριάζει σε όσα ξέρουμε. Χρειάζεται επιστημονική τεκμηρίωση, η οποία κινείται σε δύο άξονες. Ο πρώτος αφορά το τι δείχνουν οι εικόνες, ποιοι εικονίζονται, ποια σημεία αναγνωρίζονται, ποια γεγονότα αντιστοιχούν σε αυτές τις σκηνές. Ο δεύτερος αφορά το ίδιο το φυσικό αντικείμενο, το φωτογραφικό χαρτί, τα ίχνη εμφάνισης, τις πιθανές σημειώσεις στην πίσω όψη, κάθε στοιχείο που μπορεί να λειτουργήσει σαν μια είδους εγκληματολογική διαδικασία.

Η παρέμβαση του ΚΚΕ και η απόπειρα ταυτοποίησης προσώπων

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ήρθε και η ανακοίνωση του ΚΚΕ ότι, αξιοποιώντας αρχειακό υλικό της Κεντρικής Επιτροπής, η μέχρι στιγμής έρευνα οδηγεί στο συμπέρασμα πως σε μία από τις φωτογραφίες εικονίζονται πιθανότατα δύο από τους εκτελεσμένους, ο Θρασύβουλος Καλαφατάκης και ο Δημήτρης Παπαδόπουλος. Το κόμμα έδωσε στη δημοσιότητα σχετικές φωτογραφίες από το αρχείο του και βιογραφικά στοιχεία, παρουσιάζοντας την κίνηση ως συμβολή στην τεκμηρίωση και ως ανάκτηση της μνήμης.
Παράλληλα, ο Δημήτρης Κουτσούμπας επανέφερε με ένταση την πολιτική διάσταση της ιστορίας, υπογραμμίζοντας ότι οι 200 ήταν κομμουνιστές και ότι η εκτέλεσή τους συνδέεται με το γεγονός πως δεν υπέγραφαν δηλώσεις αποκήρυξης. Στην ίδια παρέμβαση κατήγγειλε και τον βανδαλισμό που σημειώθηκε πριν λίγες ημέρες στο μνημείο στην Καισαριανή, συνδέοντάς τον με σημερινά φασιστικά μορφώματα.

Η κήρυξη της συλλογής ως μνημείου και το θεσμικό όπλο του Δημοσίου

Το πιο καθοριστικό θεσμικό βήμα έγινε την Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου όταν το Υπουργείο Πολιτισμού, μετά από γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων, κήρυξε το σύνολο της συλλογής μνημείο λόγω της ιδιαίτερης ιστορικής αξίας της. Με αυτή την κήρυξη, το κράτος αποκτά ένα σαφέστερο θεσμικό έρεισμα για να διεκδικήσει και να αποκτήσει τη συλλογή. Στη δήλωσή της η υπουργός Πολιτισμού χαρακτήρισε τις φωτογραφίες εξόχως σημαντικά τεκμήρια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, τονίζοντας ότι δίνουν πρόσωπο σε ιστορικές μαρτυρίες και ότι το υλικό έχει ανεκτίμητη αξία.

Στο παρασκήνιο της ιστορίας, εμφανίζεται και μια αφήγηση για την προέλευση της συλλογής. Αναφέρεται ότι συνδέεται με φωτογραφικό αρχείο Γερμανού αξιωματικού της Βέρμαχτ, το οποίο κατέληξε αργότερα στα χέρια του σημερινού κατόχου. Αυτός ο κρίκος είναι κρίσιμος, διότι η προέλευση δεν είναι απλώς λεπτομέρεια. Καθορίζει και το πώς θα σταθεί νομικά και ιστορικά η υπόθεση.

Οι παρεμβάσεις συγγραφέων και πανεπιστημιακών: τι ακριβώς είπαν και γιατί έχει σημασία 

Η δημόσια συζήτηση γύρω από τις φωτογραφίες της εκτέλεσης των 200 στην Καισαριανή δεν περιορίστηκε σε κυβερνητικές ανακοινώσεις ή κομματικές τοποθετήσεις. Ένα ιδιαίτερο βάρος απέκτησαν οι παρεμβάσεις ιστορικών, πανεπιστημιακών και συγγραφέων, οι οποίοι με αναρτήσεις τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν μίλησαν μόνο για τη γνησιότητα ή την ιδιοκτησία των φωτογραφιών, αλλά για το πώς η Ιστορία, η μνήμη και η ηθική συναντιούνται μέσα σε αυτές τις εικόνες.

Μενέλαος Χαραλαμπίδης

Ο ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης τοποθετήθηκε από την πρώτη στιγμή με έμφαση στη σημασία αλλά και στη δυσκολία της τεκμηρίωσης. Τόνισε ότι οι φωτογραφίες είναι συγκλονιστικές και ιστορικά πολύτιμες, ακριβώς επειδή για πρώτη φορά έχουμε εικόνα από το εσωτερικό του Σκοπευτηρίου, δευτερόλεπτα πριν από την εκτέλεση. Υπογράμμισε ότι δεν πρόκειται απλώς για φωτογραφικό υλικό, αλλά για εικόνες που επιβεβαιώνουν μαρτυρίες δεκαετιών, όπως το ότι οι μελλοθάνατοι πήγαιναν προς τον θάνατο με το κεφάλι ψηλά, τραγουδώντας.
Παράλληλα όμως στάθηκε ιδιαίτερα προσεκτικός. Επέμεινε ότι απαιτείται επιστημονική τεκμηρίωση και ότι δεν αρκεί η εντύπωση ή το συναίσθημα. Εξήγησε πως η ίδια διαδικασία εκτελέσεων επαναλήφθηκε και λίγες ημέρες αργότερα, άρα για να είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι πρόκειται για την Πρωτομαγιά του 1944 πρέπει να ταυτοποιηθεί τουλάχιστον ένα πρόσωπο. Στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο, υπενθύμισε ότι η ιστορία των 200 δεν ξεκινά με την Κατοχή αλλά με τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου. Οι περισσότεροι από τους εκτελεσμένους ήταν πολιτικοί κρατούμενοι του καθεστώτος Μεταξά, συλληφθέντες από το ελληνικό κράτος, που παραδόθηκαν στους Γερμανούς μετά την εισβολή. Με αυτή την επισήμανση μετέφερε τη συζήτηση από μια απλή αφήγηση ναζιστικής θηριωδίας σε ένα πιο σύνθετο αφήγημα για τη συνέχεια του αντικομμουνισμού και των κρατικών μηχανισμών.

Νικόλας Σεβαστάκης

Ο καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο ΑΠΘ και συγγραφέας Νικόλας Σεβαστάκης εστίασε λιγότερο στην τεκμηρίωση και περισσότερο στην εμπειρία της θέασης. Για τον ίδιο, οι φωτογραφίες δεν μεταφέρουν απλώς πληροφορία, αλλά μια ηθική ενέργεια που απευθύνεται στο παρόν. Περιέγραψε τη συνάντηση με τα πρόσωπα των μελλοθάνατων ως μια στιγμή όπου η Ιστορία παύει να είναι αφηρημένη και γίνεται βλέμμα, χειρονομία, σώμα.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στον κίνδυνο αλλοίωσης του πρωτογενούς υλικού. Προειδοποίησε ρητά για τον πειρασμό να «καρυκευτεί» το υλικό με τεχνητές παρεμβάσεις, τεχνολογικές ή αισθητικές, που θα το μετέτρεπαν σε κάτι άλλο από αυτό που είναι. Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες, όπως σημείωσε, μας προσφέρουν ακριβώς αυτό που πρέπει να διαφυλαχθεί: την απλή, γυμνή παρουσία ανθρώπων που βαδίζουν προς τον θάνατο με αξιοπρέπεια. Για τον Σεβαστάκη, αυτή η ηθική ενέργεια δεν είναι μεταφυσική. Είναι η ζωή και το σώμα φτωχών, εργατικών ανθρώπων που υψώθηκαν πάνω από προδοσίες, τόσο του ξένου όσο και του ντόπιου εχθρού.

 Ξενοφών Κοντιάδης 

Ο συνταγματολόγος και καθηγητής Δημοσίου Δικαίου Ξενοφών Κοντιάδης προσέγγισε το θέμα με έναν βαθιά υπαρξιακό και απαισιόδοξο τόνο. Περιέγραψε τους ανθρώπους στις φωτογραφίες ως έναν ανθρωπότυπο που μοιάζει να έχει εκλείψει. Ανθρώπους που περπατούν προς τον θάνατο ψύχραιμοι, όρθιοι, περήφανοι, χωρίς να καταρρέουν ή να εκλιπαρούν. Αναρωτήθηκε ευθέως πόσοι θα μπορούσαν να σταθούν έτσι σήμερα και αν μια τέτοια στάση είναι πλέον αδιανόητη στον σύγχρονο κόσμο.

Η σκέψη του οδηγείται σε ένα πικρό συμπέρασμα. Αν εκείνοι, με τέτοια ηθική δύναμη, δεν κατάφεραν να αλλάξουν τον κόσμο, ποιοι θα μπορούσαν σήμερα. Μέσα σε αυτή την απαισιοδοξία, η θέση του για τις φωτογραφίες είναι ωστόσο καθαρή. Το ελληνικό κράτος οφείλει να τις αποκτήσει, αν αποδειχθούν γνήσιες, όχι μόνο για να τιμήσει τους νεκρούς, αλλά και ως μια τελευταία απόπειρα αφύπνισης συνειδήσεων που ακόμη μπορούν να συγκινηθούν.

Ρέα Γαλανάκη

Η συγγραφέας Ρέα Γαλανάκη μίλησε με τον πιο λιτό και συναισθηματικά φορτισμένο τρόπο. Εστίασε στο γεγονός ότι, ογδόντα χρόνια μετά, βλέπουμε επιτέλους τα πρόσωπα αυτών των ανθρώπων. Για εκείνη, αυτή η καθυστερημένη ορατότητα δημιουργεί μια ηθική υποχρέωση. Οι φωτογραφίες πρέπει να διασωθούν, να διαδοθούν, να μη χαθούν ξανά.

Η παρέμβασή της δεν μπήκε σε ζητήματα τεκμηρίωσης ή ιδιοκτησίας. Στάθηκε στο πένθος, στη συγκίνηση και στον σεβασμό. Η φράση «αιώνια τιμή» συνοψίζει τη θέση της. Οι φωτογραφίες είναι μια σπάνια ευκαιρία συλλογικής μνήμης και υπόκλισης, όχι ένα αντικείμενο διαμάχης.

Πού βρισκόμαστε τώρα και τι μένει να απαντηθεί 

Μέχρι στιγμής, το σίγουρο είναι ότι οι φωτογραφίες έπαψαν να κινούνται ως απλό αντικείμενο δημοπρασίας και μπήκαν στο πεδίο μιας δημόσιας διεκδίκησης. Το κράτος δηλώνει πρόθεση απόκτησης υπό τον όρο της γνησιότητας, ειδικοί έχουν κινητοποιηθεί για τον έλεγχο, η συλλογή κηρύχθηκε μνημείο και πολιτικοί και κοινωνικοί φορείς πιέζουν να γυρίσει το υλικό σε δημόσιο έλεγχο.

Ανοιχτά παραμένουν τα ερωτήματα που θα κρίνουν πολλές σελίδες της ιστορίας με σημαντικότερο ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι, ποιες ήταν οι ιστορίες τους, ποιους άφησαν πίσω αλλά και ποιες ήταν οι τελευταίες τους στιγμές πριν εκτελεστούν από τους ναζί.

Πηγή: ΕΡΤ, Καθημερινή, Τα Νέα, Υπουργείο Πολιτισμού, Facebook, kke.gr, ΑΠΕ-ΜΠΕ,

οι φωτογραφίες εδω

Προηγούμενο

Ολυμπιακός – Μαρούσι και Παναθηναϊκός – Ηρακλής στα ημιτελικά του Final 8 του Κυπέλλου Ελλάδας

Επόμενο

Δολοφονία Κρητικού στη Νέα Πέραμο: Κλεμμένο από γιατρό υπό την απειλή όπλου το αυτοκίνητο των απαγωγέων

Σχετικά Άρθρα