Ο ΟΦΗ έκανε την Κυριακή κάτι θεωρητικά απλό: έντυσε το σήμα της ομάδας στα χρώματα του Pride και ανέβασε στα social media ένα ξεκάθαρο μήνυμα υπέρ των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ+.

Αυτό που ακολούθησε βεβαίως απέδειξε στην πράξη πώς όχι μόνο απλό δεν ήταν αλλά χρειαζόταν ένα είδος γενναιότητας που σπανίζει στον ελληνικό αθλητισμό, ειδικά όταν μιλάμε για συλλόγους με πολύ κόσμο από πίσω τους. Τα σχόλια μίσους υπήρξαν εκατοντάδες. Ψευτοπαλικαράδες, «άντρακλες», Κρητίκαροι της κακιάς ώρας, έσπευσαν να εκφράσουν τον αποτροπιασμό που ο ΟΦΗ τολμά να δηλώνει συμπαράσταση στους ΛΟΑΤΚΙ+. Ορισμένοι μάλιστα, νιώθοντας προφανώς τον Ψηλορείτη ως προέκταση του ανδρισμού τους, τόνιζαν χαρακτηριστικά ότι ντρέπονται ως Κρητικοί!

Κι εγώ ντρέπομαι που και που ως Κρητικός. Για άλλους λόγους.

Ντρέπομαι κάθε φορά που κάποιος πέφτει νεκρός από τις σφαίρες της «λεβεντιάς» μας. Κάθε φορά που μια γυναίκα, ένα παιδί, ένας έφηβος κακοποιούνται και οι τοπικές κοινωνίες σιωπούν.

Ντρέπομαι όταν η έννοια της παράδοσης καταπλακώνεται από τα λασπωμένα λάστιχα των -αγορασμένων με επιδοτήσεις – 4Χ4 ή ξεψυχά στους ανοιχτούς γιακάδες και στην τοξική αρρενωπότητα των- ασυλλόγιστα και μόνο για την μόστρα φορεμένων- μαύρων πουκαμίσων.

Ντρέπομαι ως Κρητικός για όλες τις φορές που η ευγένεια, η καλή καρδιά, η εξωστρέφεια, η φιλόξενη φύση του τόπου μου, αναλώνονται στο φτηνό και κακόγουστο φολκλόρ μιας λανθασμένης εμποραυματοποίησης της «Κρητικοσύνης» και εγκλωβίζονται σε χρόνιες παθογένειες που και η συντεταγμένη Πολιτεία αδυνατεί ή δεν θέλει να αντιμετωπίσει.

Η ενέργεια του ΟΦΗ, αντιθέτως, όχι ντροπή δεν με έκανε να νιώσω, μα μόνο υπερηφάνεια. Η ομάδα της πόλης που γεννήθηκα και μεγάλωσα, της πόλης στην οποία ζω, γίνεται – ξανά – το φωτεινό παράδειγμα, ο οδηγός για την κοινωνική αλλαγή που το ποδόσφαιρο, ιδανικά, θα μπορούσε να επιφέρει.

Ο ΟΦΗ στο μήνυμα του στα social μίλησε για τα απολύτως αυτονόητα: «Στέλνουμε την αγάπη μας στην ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο! Πρέπει όλοι να αισθάνονται αγαπητοί και αποδεκτοί!».

Τα αυτονόητα δεν είναι και τόσο αυτονόητα βέβαια, ούτε στην ελληνική κοινωνία όπου ένας υπερβολικά μεγάλος αριθμός ανθρώπων θεωρεί ότι δικαιούται να έχει λόγο για το πώς θα ζήσουν την ζωή τους οι άλλοι, ούτε και στο ελληνικό ποδόσφαιρο.

Εκεί ειδικά το θέμα των σεξουαλικών προτιμήσεων παραμένει το απόλυτο ταμπού. Είναι ενδεικτικό ότι γκέι ποδοσφαιριστής στο ελληνικό πρωτάθλημα μέχρι στιγμής δεν έχει εμφανισθεί. Πιο σωστά δεν έχει εκδηλωθεί. Διότι ότι έχει υπάρξει, είναι απολύτως βέβαιο.

Μέσα σε αυτό το κλίμα οι άνθρωποι του ΟΦΗ θα είχαν κάθε λόγο να κάνουν το θέμα γαργάρα. Ουδείς θα τους έλεγε το παραμικρό. Άλλος σύλλογος στην χώρα μας έτσι κι αλλιώς δεν έχει επιχειρήσει κάτι παρόμοιο.

Ο ΟΦΗ, όμως επέλεξε να μην πάει με το ρεύμα. Αντιθέτως, δήλωσε όσο πιο δυνατά γινόταν ότι τα ζητήματα αρχών και αξιών, δεν μπαίνουν σε δημοψήφισμα. Η στήριξη στα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο debate – αν συμφωνούν ή διαφωνούν οι οπαδοί του. Για ένα σύγχρονο κλαμπ με αληθινή κοινωνική ευαισθησία και διάθεση να σταθεί δίπλα σε εκείνους που χρειάζονται την φωνή του, η στήριξη αυτή είναι δεδομένη.

Ο ΟΦΗ επί της ουσίας παρέδωσε ένα μάθημα ήθους και θάρρους προς κάθε κατεύθυνση: οι αθλητικοί σύλλογοι με την τεράστια κοινωνική διείσδυση, πρέπει να καθοδηγούν και όχι να καθοδηγούνται. Ακόμα και όταν χαλάνε την καρδιά σε ένα μεγάλο κομμάτι του κοινού τους (δεν πιστεύω ότι είναι το μεγαλύτερο πάντως).

Ο αθλητισμός έχει τη δύναμη να αποτελέσει θετική επιρροή και να κάνει την διαφορά ακόμα και στα πιο δύσκολα κοινωνικά προβλήματα.

Απλώς στην Ελλάδα, το «no politica» και η βολική σιωπή συλλόγων και αθλητών αποτελούν εδώ και χρόνια τον κανόνα.

Ε, λοιπόν ο ΟΦΗ γίνεται η φωτεινή εξαίρεση.

Και οι φασαριόζοι, πικρόχολοι, μισαλλόδοξοι, φασίστες που επικαλούνται την κρητική λεβεντιά για να δικαιολογήσουν τον θυμό τους, ας το σκεφτούν ξανά.

Λεβέντικη είναι η στάση του ΟΦΗ. Η δική τους είναι απλώς σκατοψυχιά.

Κώστας Κεφαλογιάννης

Ο Κώστας Κεφαλογιάννης είναι δημοσιογράφος