Δεν υπάρχει ομορφότερο δέντρο από την καρυδιά. Αρχοντική και λεβέντικη, έχει θαρρείς μια ιδιαίτερη θηλυκότητα, ξεχωριστή· τη διακρίνεις στο παράστημά της, στις λείες καμπύλες του κορμού της και στο άσπρο του το χρώμα, στην κίνηση των κλαδιών της καθώς χορεύουνε με τ’ αγέρι, στη χειμωνιάτικη γύμνια της. Παχύς και ανεκτίμητος ο ίσκιος της καταμεσής του θέρους, νανούρισμα απαράμιλλο το θρόισμα των ανοιχτοπράσινων φύλλων της. Κι ο καρπός της, θρεπτικός και γευστικός όσο ελάχιστοι, σμίγει τους ανθρώπους σε παρέες σαν συγκολλητική ουσία τις κρύες νύχτες του χειμώνα.

Το αγαπά το νερό η καρυδιά. Ευδοκιμεί στα ρέματα και στα ποταμάκια των κάμπων και των ορέων. Συνήθως φυτεμένη από ανθρώπινο χέρι, δίπλα σε βρύσες και στέρνες ή στις άκρες των περιβολιών. Καμιά φορά στο γύρο της στράτας, να ξαποσταίνουνε στον ασκιανό της οι διαβάτες, ή στην αυλή της εκκλησιάς περιτριγυρισμένη με πέτρινο πεζούλι κι ασβεστωμένο τον κορμό, να πιάνουνε ψιλή κουβέντα από κάτω οι πιστοί. Κάτεχε ο παλιός ο άνθρωπος να εκτιμήσει τα κάλλη και τις χάρες της, ευφραινόταν κι ευγνωμονούσε στη θωριά της.

Πλούτος ήτανε η καρυδιά για τον παλιό τον άνθρωπο, για όλα τα παραπάνω μα και γι’ ακόμα περισσότερα. Φημισμένοι επιπλοποιοί αναζητήσανε το ξύλο της για να το μεταπλάσουν, ξακουστοί οργανοποιοί ποθήσανε τον ήχο και τη μουσική της και φτιάξανε μαντολίνα και λαγούτα από τα σπλάχνα της. Ακόμα και τη φλούδα του καρπού της χρησιμοποιούσανε, για να βάφουνε τα ρούχα τους οι ράφτρες και τα μαλλιά τους οι κυράδες.

«Ο πλούτος γεννά πλούτο», διακηρύσσουνε οι θιασώτες της οικονομίας της αγοράς· αξίωμα αδιαμφισβήτητο και θεμελιώδες. Κι έρχεται η καρυδιά, ως αναπάντεχος και παράδοξος σύμμαχος, να επαληθεύσει την παραπάνω ρήση. Κι όμως, οι περισσότεροι ούτε που θα την αναγνώριζαν ανάμεσα στα δέντρα. Θα την προσπέρναγαν αδιάφορα, χωρίς να τους κάνει εντύπωση καμία. Άλλωστε, πλούτος γι’ αυτούς είναι ό,τι μπορεί να ρευστοποιηθεί και να αποφέρει άμεσα λογιστικά κέρδη. Άλλος πλούτος δεν υπάρχει, δεν αξιολογείται, δεν καταγράφεται και δεν αναγνωρίζεται.

Ρημάζουνε οι καρυδιές απ’ τους βάτους και τα ξερόκλαδα στα έρημα χωριά και στα εγκαταλελειμμένα περβόλια. Χάμω πέφτουν τα καρύδια και κανείς δεν ενδιαφέρεται να τα μαζέψει. Βλέπεις, «δε συμφέρει», πουλάει εισαγόμενα ο μανάβης. Κατά τα λοιπά, οι λιγοστοί στο καφενείο του χωριού κουβεντιάζουν και προβληματίζονται για το πώς θα έρθει στον τόπο η «ανάπτυξη».

Εφέτος στο πέρασμά μου απ’ το βουνό φύτεψα έξι καρυδιές. Αφράτεψα τη γης με τη σκαλίδα μου, έβγαλα τα φυντάνια από τα σακουλάκια τους και τις τοποθέτησα ευλαβικά στο χώμα. Τις πότισα κι έστεκα να τις αποκαμαρώνω, όπως καμαρώνουνε οι γονείς τα μωρά κοπέλια σαν πρωτοσταθούνε στα πόδια τους. Άλλωστε, αν δε φυτέψεις κι ένα δέντρο, τι ήρθες να κάμεις σ’ ετούτον εδώ τον κόσμο.

Από το αρχείο του Λευτέρη Κουγιουμουτζή στην «Εφημερίδα των Συντακτών»

Λευτέρης Κουγιουμουτζής

Ο Λευτέρης Κουγιουμουτζής είναι Μαθηματικός.