Ικαρία στην Ελλάδα, Σαρδηνία στην Ιταλία, Οκινάουα στην Ιαπωνία, Νικόγια στην Κόστα Ρίκα και Λόμα Λίντα στην Καλιφόρνια. Αυτές είναι οι λεγόμενες «μπλε ζώνες», όπου οι κάτοικοι καταγράφουν μεγαλύτερα ποσοστά μακροζωίας, συγκριτικά με τον υπόλοιπο πλανήτη, ξεπερνώντας ακόμα και τα 100 έτη. Στις περιοχές αυτές η υγεία είναι τρόπος ζωής. Ήπια άσκηση, υγιεινή διατροφή, διαχείριση του στρες, κοινωνικοποίηση, είναι μόνο μερικοί από τους παράγοντες που ευνοούν την ευεξία και οδηγούν σε μεγαλύτερη διάρκεια ζωής.
Γιατί κάποιοι φτάνουν μέχρι τα 100 καπνίζοντας και πίνοντας
Kάποιοι άνθρωποι ζουν πάνω από 100 χρόνια παρά το γεγονός ότι πίνουν και καπνίζουν όλη τους τη ζωή. Τι συμβαίνει, όμως, σε άλλα σημεία του κόσμου, όπου άνθρωποι καταφέρνουν να φυσήξουν 100 κεράκια, παρότι καταναλώνουν αλκοόλ συχνά, καπνίζουν και δε λένε όχι σε ένα παγωτό ή σε ένα ποτήρι αναψυκτικό; Πολλοί ερευνητές έχουν προσπαθήσει να κατανοήσουν τι βρίσκεται πίσω από τη μακροζωία και τι θα μπορούσε να βοηθήσει ώστε οι άνθρωποι να ζήσουν περισσότερο.
Η διατροφή, το περιβάλλον, τα γονίδια, ή η καθαρή τύχη καθορίζει πόσα χρόνια θα ζήσει κάποιος; Για τους περισσότερους ειδικούς, μεγαλύτερο ρόλο παίζει ο τρόπος ζωής και οι συνθήκες διαβίωσης, ενώ σχετικά μικρό διαδραματίζουν τα γονίδια. Ορισμένες μελέτες υπολογίζουν ότι η γενετική συμβολή στη μακροζωία κυμαίνεται περίπου στα 20-25%, ενώ άλλες την κατατάσσουν ακόμα χαμηλότερα, ανάμεσα στο 6-10%.
Τώρα, επιστήμονες από το Ινστιτούτο Επιστημών Weizmann αναλύοντας δεδομένα από δίδυμα αδέλφια σε Σουηδία, Δανία και ΗΠΑ, αμφισβητούν την παραπάνω θέση και εκτιμούν ότι τα γονίδια μπορεί να ευθύνονται για περίπου το 50% της διαφοράς στη διάρκεια ζωής μεταξύ των ανθρώπων, δηλαδή περισσότερο από το διπλάσιο των προηγούμενων αναλύσεων. Η έκθεση που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Science αναφέρει πως με τη βοήθεια υπολογιστικών μοντέλων, οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από διδύμους που γεννήθηκαν μεταξύ 1900 και 1935 και κατέληξαν ότι η κληρονομικότητα της διάρκειας ζωής ξεπερνά το 50%.
Σπάνια γονίδια
Πιο συγκεκριμένα, οι επιστημονική ομάδα ανέλυσε μεγάλες βάσεις δεδομένων από δίδυμα αδέλφια, η μελέτη των οποίων είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για την κατανόηση της επίδρασης των γονιδίων, επειδή τα μονοζυγωτικά δίδυμα έχουν σχεδόν τα ίδια γονίδια, ενώ τα διζυγωτικά μοιράζονται μόνο μέρος τους. Για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκαν και δεδομένα από δίδυμα που είχαν μεγαλώσει χωριστά, κάτι που βοηθά να διαχωριστεί καλύτερα η επίδραση της γενετικής από το περιβάλλον. Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι οι προηγούμενες μελέτες δεν εκτιμούσαν σωστά τον ρόλο των γονιδίων, επειδή δεν λάμβαναν υπόψη τους τις λεγόμενες εξωτερικές αιτίες θανάτου. Για παράδειγμα δυστυχήματα, λοιμώξεις κι άλλοι εξωγενείς παράγοντες που μπορούν να οδηγήσουν σε θάνατο, ανεξάρτητα από τη βιολογική διαδικασία της γήρανσης και έτσι «έκρυβαν» την πραγματική επίδραση των γονιδίων.
Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι τα γονίδια μπορεί να ευθύνονται για περίπου το 50% της διαφοράς στη διάρκεια ζωής μεταξύ των ανθρώπων.
Διαχωρίζοντας, όμως, τους θανάτους που σχετίζονται με τη φυσιολογική γήρανση από αυτούς που προκαλούνται από άλλους παράγοντες, κατέληξαν ότι η γενετική είναι πολύ σημαντική για τη μακροζωία. Αυτό δεν σημαίνει ότι το περιβάλλον και ο τρόπος ζωής δεν έχουν σημασία. Αντιθέτως, περίπου το άλλο μισό της διάρκειας ζωής επηρεάζεται από τη διατροφή, την άσκηση, το κάπνισμα ή την ιατρική φροντίδα. «Αν μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που μπορούν να φτάσουν τα 110 ενώ καπνίζουν και πίνουν όλη τους τη ζωή, τότε ίσως, στο μέλλον, μπορούμε να το μεταφράσουμε αυτό σε παρεμβάσεις ή στην ιατρική», σχολίασε ο βιοφυσικός Μπεν Σένχαρ του Ινστιτούτου Επιστημών Weizmann.
Η Σοφία Μίλμαν, ειδικός που μελετά τη γήρανση και τη μακροζωία στη Σχολή Ιατρικής Άλμπερτ Άινσταϊν, μιλώντας στο Scientific American, εξήγησε ότι η πολλά μπορούν να αποκρυπτογραφηθούν για τη μακροζωία από την ξεχωριστή βιολογία των αιωνόβιων. Όταν αυτό επιτευχθεί, συμπλήρωσε, θα ανοίξει δρόμους για θεραπείες που θα μιμούνται τους παράγοντες αυτούς και θα είναι προσβάσιμες σε ανθρώπους «που δεν κέρδισαν το γενετικό λαχείο».
Μέχρι τότε, όμως, ένας υγιεινός τρόπος ζωής παραμένει ο καλύτερος τρόπος για να ζήσουμε περισσότερο. Ακόμα κι αν η άσκηση, ο ύπνος και η ισορροπημένη διατροφή συμβάλλουν μόνο κατά περίπου 50% στη διάρκεια ζωής, παραμένουν σημαντικά για την Μίλμαν, ανεξάρτητα από τη γενετική μας σύνθεση. Με λίγα λόγια, τίθεται θέμα ισορροπίας ανάμεσα στη γενετική προδιάθεση και στον τρόπο ζωής και η διαπίστωση αυτή προσφέρει νέες προοπτικές για την έρευνα της γήρανσης και την ανάπτυξη αγωγών που θα στοχεύουν όχι μόνο στις ασθένειες, αλλά και στην ίδια τη διαδικασία της γήρανσης.