Η νέα επίθεση της Μόσχας στον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο σηματοδοτεί τη μεταφορά μιας ευρύτερης εκκλησιαστικής και γεωπολιτικής σύγκρουσης από την Ουκρανία στη Βαλτική και τα Βαλκάνια , με την Εκκλησία να λειτουργεί για ακόμη μία φορά ως εργαλείο ισχύος και επιρροής στον μετασοβιετικό χώρο.
Η σφοδρή επίθεση που εξαπέλυσε η Ρωσική Υπηρεσία Εξωτερικών Πληροφοριών (SVR) εναντίον του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου δεν είναι μια συγκυριακή υπόθεση. Συνιστά στρατηγική κλιμάκωση με σαφές πολιτικό αποτύπωμα.
Σε ανακοίνωση της, η SVR επιτέθηκε σφοδρά και ανοίκεια έντονο του Οικουμενικού Πατριάρχη, ενώ παράλληλα χρησιμοποίησε εκφράσεις όπως «πόλεμος», κατηγορώντας τον Βαρθολομαίο ότι «διαλύει το σώμα της Εκκλησίας», ότι στηρίζεται σε βρετανικές μυστικές υπηρεσίες και ότι έχει συμμάχους εθνικιστές και νεοναζί «σε μια προσπάθεια να αποσπάσει τις Ορθόδοξες Εκκλησίες της Λιθουανίας, της Λετονίας και της Εσθονίας από το Πατριαρχείο της Μόσχας». Πρόκειται για κατηγορίες που συνδέονται ευθέως με την ενόχληση του Κρεμλίνου για τον ρόλο του στην Ουκρανία αλλά και με τη διεύρυνση της θεολογικής επιρροής του σε χώρες όπως η Εσθονία, η Λιθουανία και η Λετονία.
Ωστόσο, η επιθετική αυτή ρητορική, πέρα από την ιδεολογική της φόρτιση, λειτουργεί ως καθαρό γεωπολιτικό μήνυμα. Η Μόσχα επιχειρεί να μεταφέρει το εκκλησιαστικό μέτωπο από την Ουκρανία στις χώρες της Βαλτικής, εκεί όπου ο εκκλησιαστικός χάρτης παραμένει ανοικτός σε διεκδικήσεις και όπου ιστορικές και δημογραφικές εντάσεις μπορούν ευκολότερα να αναζωπυρωθούν. Δεν είναι τυχαίο ότι στην ίδια ανακοίνωση γίνεται λόγος για «κοινό έδαφος» του Βαρθολομαίου με τις κυβερνήσεις των βαλτικών κρατών, σε μια προσπάθεια –όπως υποστηρίζεται– να «σπαρεί διχόνοια στον ρωσικό ορθόδοξο κόσμο».
Εξάλλου, η κρίση στην Ουκρανία αποτέλεσε θεσμική ήττα για το Πατριαρχείο Μόσχας. Η αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας, η οποία αναγνωρίστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 2018, έχει πλέον κερδίσει τη μάχη του ποιμνίου, αποδυναμώνοντας καθοριστικά την επιρροή της Μόσχας σε μία από τις μεγαλύτερες πρώην σοβιετικές ορθόδοξες κοινότητες. Σε αυτή τη συγκυρία, το Κρεμλίνο φαίνεται να εκτιμά ότι μια νέα «μάχη επιρροής» στις χώρες της Βαλτικής θα μπορούσε να αναπληρώσει μέρος της στρατηγικής απώλειας. Η συστηματική επίκληση της «καταπίεσης των ρωσόφωνων ορθοδόξων» και η στοχοποίηση του Οικουμενικού Πατριάρχη εντάσσονται σε αυτό το σχέδιο εργαλειοποίησης θρησκευτικών διενέξεων για πολιτικό και διπλωματικό όφελος.
Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία: Το εκκλησιαστικό στρατηγικό παιχνίδι μεταξύ Φαναριού και Μόσχας
Το εκκλησιαστικό status quo στη Βαλτική, ωστόσο, δεν διαμορφώθηκε τυχαία, αλλά εδράζεται σε ένα ιστορικό υπόβαθρο που ξεκινά από την τσαρική περίοδο και παγιώνεται βίαια στη σοβιετική εποχή. Εκκλησίες της Βαλτικής διαχρονικά ανήκαν πνευματικά και διοικητικά στο Οικουμενικό Θρόνο. Κατά τη δεκαετία του ’40, επί Στάλιν, καταργήθηκαν οι μορφές αυτονομίας ή ιδιαίτερου καθεστώτος που είχαν διαμορφωθεί στον μεσοπόλεμο σε Εσθονία και Λετονία, με τις τοπικές Εκκλησίες να υπάγονται εκ νέου και πλήρως στο Πατριαρχείο Μόσχας, στο πλαίσιο της συνολικής πολιτικής ελέγχου της θρησκείας από το σοβιετικό κράτος. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης επανέφερε αυτές τις εκκρεμότητες στο προσκήνιο.
Στην Εσθονία, συνυπάρχουν σήμερα δύο Ορθόδοξες Εκκλησίες: η Αυτόνομη Εκκλησία που υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και η Εκκλησία που διατηρεί δεσμούς με το Πατριαρχείο Μόσχας. Μετά το 1991, η Εκκλησία υπό το Φανάρι επικαλέστηκε τη νομική και ιστορική συνέχεια της αυτονομίας που είχε αναγνωριστεί το 1923 και καταργήθηκε στη σοβιετική περίοδο, ενώ η μητρόπολη της Μόσχας εκφράζει σε μεγάλο βαθμό τον ρωσόφωνο πληθυσμό. Το εσθονικό κράτος αναγνώρισε την πρώτη ως επίσημη εκκλησιαστική δομή. Στον αντίποδα, η μητρόπολη που υπάγεται στη Μόσχα προσέφυγε πρόσφατα κατά της κυβέρνησης, ισχυριζόμενη ότι παραβιάζονται οι θρησκευτικές ελευθερίες της μεγάλης πλειοψηφίας των ρωσόφωνων πιστών. Στο πλαίσιο αυτό προσκόμισε και την αμφιλεγόμενη γνωμοδότηση του καθολικού θεολόγου Τόμας Μπρένερ, σύμφωνα με την οποία το Οικουμενικό Πατριαρχείο και άλλες δομές, όπως η Εκκλησία της Κύπρου και το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, είναι «σχισματικές». Η επιχειρηματολογία αυτή στοχεύει ευθέως στο να ακυρώσει την κανονική νομιμοποίηση της Εκκλησίας υπό το Φανάρι και να νομιμοποιήσει μόνο εκείνη που παραμένει πιστή στη Μόσχα.
Στη Λιθουανία, όπου η Ορθοδοξία ουδέποτε αποτέλεσε κυρίαρχο θρησκευτικό ρεύμα και παρέμεινε ιστορικά υπό τη Μόσχα, το Οικουμενικό Πατριαρχείο διατηρεί τα τελευταία χρόνια εξαρχία, ανοίγοντας τη συζήτηση για πιθανή απόδοση Τόμου αυτονομίας, ένα στάδιο πριν την αυτοκεφαλία. Για τη Μόσχα, πάντως, αυτό αποτελεί απειλή, καθώς η αποδυνάμωση της ρωσικής δικαιοδοσίας στη Λιθουανία θα επιβεβαίωνε ότι το Φανάρι μπορεί να επεκτείνει την επιρροή του σε πρώην σοβιετικές χώρες πέρα από την Ουκρανία.
Αντίστοιχα, στη Λετονία, η ρήξη υπήρξε πιο απότομη. Το κοινοβούλιο αποφάσισε το 2022, με νομοθετική παρέμβαση, την πλήρη ανεξαρτησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας της χώρας από το Πατριαρχείο Μόσχας. Η κίνηση αυτή, πρωτοφανής για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, δημιούργησε ένα κανονικό κενό, το οποίο η Μόσχα επιχειρεί να αξιοποιήσει, παρουσιάζοντάς το διεθνώς ως ακόμη ένα παράδειγμα καταπίεσης των ορθοδόξων πιστών.
Στο ευρύτερο αυτό πλέγμα συμμαχιών εντάσσεται και η στενή σχέση του Πατριαρχείου Μόσχας με τη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία λειτουργεί διαχρονικά ως βασικός σύμμαχος της ρωσικής εκκλησιαστικής στρατηγικής στα Βαλκάνια. Η σύμπλευση αυτή δεν περιορίζεται σε θεολογικό ή κανονικό επίπεδο, αλλά αντανακλά μια κοινή πολιτική ανάγνωση των εξελίξεων στον μεταγιουγκοσλαβικό χώρο, με αιχμή το ζήτημα της αυτοκεφαλίας στο Μαυροβούνιο. Ενδεικτικό είναι ότι στην ίδια ανακοίνωση η ρωσική πλευρά υποστηρίζει πως ο Οικουμενικός Πατριάρχης σκοπεύει να παραχωρήσει αυτοκεφαλία «στη μη αναγνωρισμένη Ορθόδοξη Εκκλησία του Μαυροβουνίου, με σκοπό να πλήξει τη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία», κατηγορώντας τον παράλληλα για «επιθετική διάθεση» και «ύπουλη στάση». Για τη Μόσχα και το Βελιγράδι, η υπόθεση του Μαυροβουνίου αντιμετωπίζεται ως επικίνδυνο προηγούμενο, καθώς θεωρείται ότι ενδεχόμενη αναγνώριση θα άνοιγε τον δρόμο για νέες αυτοκεφαλίες ανάλογες με εκείνη της Ουκρανίας, υπονομεύοντας περαιτέρω το δόγμα της «κανονικής επικράτειας» που προωθεί το Πατριαρχείο Μόσχας και ενισχύοντας τον ρυθμιστικό ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στον ορθόδοξο κόσμο.
Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος και οι διπλωματικές αναταράξεις στην Ορθοδοξία
Σε βάθος χρόνου, η στοχοποίηση του Οικουμενικού Πατριάρχη δεν είναι για τη Μόσχα συγκυριακή. Κάθε φορά που το Οικουμενικό Πατριαρχείο ενεργοποιεί τον κανονικό του ρόλο ως θεματοφύλακας της εκκλησιαστικής τάξης, η ρωσική πλευρά εκλαμβάνει αυτή την κίνηση ως ευθεία αμφισβήτηση της αντίληψης περί «εκκλησιαστικής επικράτειας», την οποία ταυτίζει με τη γεωπολιτική της επιρροή στον μετασοβιετικό χώρο. Η σύγκρουση κορυφώθηκε με τη χορήγηση του Τόμου αυτοκεφαλίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας, μια απόφαση που στέρησε από το Πατριαρχείο Μόσχας εκατομμύρια πιστούς και υπονόμευσε τον ισχυρισμό του περί ηγεμονικού ρόλου στην παγκόσμια Ορθοδοξία. Από εκείνο το σημείο και μετά, ο Βαρθολομαίος μετατράπηκε σε μόνιμο στόχο πολιτικών και επικοινωνιακών επιθέσεων.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η πρόσφατη προσπάθεια της Μόσχας να υπονομεύσει τη συνάντηση του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου με τον Πάπα Λέοντα, μια κίνηση με έντονο συμβολισμό τόσο σε εκκλησιαστικό όσο και σε διπλωματικό επίπεδο. Η ρωσική πλευρά επιχείρησε να απαξιώσει εκ των προτέρων τη σημασία της συνάντησης, παρουσιάζοντάς την ως μέρος μιας ευρύτερης «δυτικής στρατηγικής» που, κατά τη Μόσχα, αξιοποιεί τον διαχριστιανικό διάλογο για πολιτικούς σκοπούς.
Σε αυτό το πλαίσιο, δεν πέρασε απαρατήρητη ούτε η στάση των Πατριαρχείων Ιεροσολύμων και Αντιοχείας. Στους εορτασμούς στη Νίκαια για τη συμπλήρωση 1.700 ετών από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο δεν παρευρέθηκαν οι προκαθήμενοι των δύο Πατριαρχείων, εξέλιξη που, σύμφωνα με εκκλησιαστικές πηγές, οφείλεται σε άμεσες πιέσεις της Μόσχας, η οποία διατηρεί ισχυρό βαθμό επιρροής και ελέγχου επί τους. Η απουσία αυτή απέτρεψε την εικόνα πλήρους πανορθόδοξης συσπείρωσης γύρω από το Φανάρι και εντάσσεται στη συνολικότερη στρατηγική περιορισμού του θεσμικού και συμβολικού ρόλου του Οικουμενικού Πατριάρχη.


