Δυστυχώς δεν θα αποφύγουμε για μια ακόμη φορά την κοινότοπη αναφορά περί παταγώδους αποτυχίας της θεωρίας για το “τέλος της Ιστορίας”. Το αίτημα των δύο σκανδιναβικών χωρών, της Σουηδίας και της Φινλανδίας, για ένταξη στο ΝΑΤΟ, ως απότοκο της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, σηματοδοτεί μια νέα φάση στις διεθνείς σχέσεις και την ισορροπία δυνάμεων στην Ευρωπαϊκή ήπειρο. Και μόνο το γεγονός ότι αν τελικά επικυρωθούν οι συμφωνίες για την ένταξη των δύο χωρών στην βορειοατλαντική συμμαχία, τα σύνορα του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία του Πούτιν αυξάνονται κατά 1340 χιλιόμετρα, όσα δηλαδή είναι η ρωσο-φινλανδική συνοριακή γραμμή. Μια νέα κατάσταση που βάζει τέλος στο status quo που δημιουργήθηκε τόσο με την Ρωσική Επανάσταση το 1917 όσο και τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις που ακολούθησαν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (Β’ΠΠ).

Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι η Σοβιετική Ένωση στα τέλη του 1917- αρχές του 1918-, στο πλαίσιο του δόγματος της “αυτοδιάθεσης των λαών”, αναγνώρισε την ανεξαρτησία της Φινλανδίας, η οποία ανέκαθεν πιεζόταν από τη Σουηδία και την τσαρική Ρωσία. Μετά τον Β’ΠΠ επέλεξε την ουδετερότητα, ενώ με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, κατάφερε να βγει από τη σκιά της Ρωσίας, με πιο σημαντική κίνηση την ένταξή της με τη Σουηδία στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), αλλά όχι στο ΝΑΤΟ. Μια επιλογή που ερμηνεύεται από την γεωπολιτική κουλτούρα του φινλανδικού λαού και τη σχέση με τους γείτονές της. Για τη Σουηδία, όπως και για την Φινλανδία άλλωστε, η ουδετερότητα αποτελούσε κεντρική επιλογή του σουηδικού πολιτικού συστήματος, στάση που φάνηκε ιδιαίτερα την περίοδο του Β’ΠΠ με τη δράση του σουηδικού Ερυθρού Σταυρού.

Εκτός όμως από όσα αναφέρθηκαν παραπάνω για την αύξηση της επιρροής και της ισχύος του ΝΑΤΟ με το ενδεχόμενο ένταξης αυτών των δύο χωρών, είναι ανάγκη να κατανοήσουμε αυτή την αλλαγή στάσης. Οι δύο αυτές “αδέσμευτες” χώρες είχαν επενδύσει ως επιλογή εξωτερικής πολιτικής την “Ειρήνη”, όπως αυτή εδραιώθηκε -τουλάχιστον σε επίπεδο ολιστικής σύγκρουσης- στη μεταπολεμική Ευρώπη και στο κοινωνικό κράτος πρόνοιας, αποτελώντας μάλιστα το πρότυπο που ονομάστηκε “σκανδιναβικό μοντέλο”. Κοινωνικές Πολιτικές στην υγεία, την παιδεία, τον σωφρονισμό, που ανέβαζαν το δημοκρατικό επίπεδο λειτουργίας της πολιτείας, ενώ ταυτόχρονα ενθαρρυνόταν ο ανταγωνισμός στη φιλελεύθερη αγορά με κοινωνική δικαιοσύνη ως προς τα βάρη που το κράτος κατένειμε στους πολίτες του. Μια από τις πιο εφικτές για την περίοδο της παγκοσμιοποίησης εμβάθυνσης της δημοκρατίας και οικονομικής ανάπτυξης, που δεν απέφυγε όμως την άνοδο της ακροδεξιάς.

Το πρόβλημα, ωστόσο, που προέκυψε με τον πόλεμο στην Ουκρανία είναι ότι το κοινό αίσθημα για “Ειρήνη” μετατράπηκε σε αυτό για “Ασφάλεια”. Η άδικη και φονική ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και η αντίδραση της Δύσης -ειδικά των ΗΠΑ που κυριαρχούν στο ΝΑΤΟ- μετέβαλε τα δεδομένα. Οι πολιτικοί ηγέτες των δύο αυτών κρατών παρά τις επιφυλάξεις τους, κρίνουν ότι πρέπει για πρώτη φορά να διαλέξουν στρατόπεδο και στο αμυντικό επίπεδο. Μια επιλογή, που φαίνεται να συνοδεύεται από κοινωνική συναίνεση, αφού για παράδειγμα στη Φινλανδία το ποσοστό υπέρ της έντακξης στο ΝΑΤΟ έχει ανεβεί στο 70% από το 20% που ήταν παλιότερα. Σε αυτό πολλοί αναλυτές συντείνουν στην ερμηνεία ότι έχουν αλλάξει και οι γενιές, με τους νέους πολιτικούς και πολίτες να μην επηρεάζονται από τις ιστορικές πρακτικές και παραδόσεις.

Και σε αυτή την περίπτωση, επίσης, εκτός από την Ευρώπη και τη σκανδιναβική χερσόνησο -θα ενισχυθεί η σκανδιναβική αμυντική συμμαχία (NORDEFCO)-, τα γεγονότα επηρεάζουν και την Ελλάδα. Η αντίδραση της Τουρκίας με τα γνωστά έωλα επιχειρήματα περί “υπόθαλψης τρομοκρατών” κοκ, που σχετίζεται με τη στάση της να θέλει να διατηρεί καλές σχέσεις με τη Ρωσία του Πούτιν, ενέχει ευκαιρίες και κινδύνους για την Ελλάδα. Από τη μια η υποστήριξη της ένταξης στο ΝΑΤΟ διά στόματος του υπΕξ κ. Νίκου Δένδια βγάζει την Ελλάδα μπροστά, ενώ από την άλλη η τουρκική διπλωματία και οι Ερντογάν -Τσαβούσογλου θα παζαρέψουν σκληρά με σκοπό ανταποδοτικά προς τη χώρα τους οφέλη για να συμφωνήσουν, έστω και με επιφυλάξεις, με δεδομένο ότι η Τουρκία έχει αυξημένο γεωπολιτικό ρόλο αυτή τη στιγμή, λόγω της διαμεσολαβητικής της στάσης στο ουκρανικό ζήτημα.

Δημήτρης Στεμπίλης

Ο Δημήτρης Στεμπίλης είναι δημοσιογράφος - πολιτικός αναλυτής