Τα χαρακτηριστικά εξάπλωσης της ευλογιάς των αιγοπροβάτων αποτυπώνει ο χάρτης που έδωσε στη δημοσιότητα το Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, καταγράφοντας τον “πυρήνα” της νόσου στις λεγόμενες “κόκκινες περιοχές” αλλά και τους “καθαρούς” νομούς.
Η Κρήτη παραμένει “καθαρή” εδώ και έναν περίπου χρόνο από την ευλογιά.
Το τελευταίο κρούσμα της νόσου στο νησί είχε καταγραφεί στις 6 Φεβρουαρίου σε εκτροφή του δήμου Αρχανών – Αστερουσίων, σημαίνοντας συναγερμό στις κτηνοτροφικές υπηρεσίες. Τα άμεσα αντανακλαστικά του ελεγκτικού μηχανισμού, η διαχείριση της κρίσης από τους ίδιους τους κτηνοτρόφους και η ενεργοποίηση των πρωτοκόλλων ιχνηλάτισης είχαν αποτρέψει την εξάπλωση που θα είχε εφιαλτικές επιπτώσεις στην τοπική κτηνοτροφία.
Από τον Αύγουστο του 2024 μέχρι σήμερα, έχουν καταγραφεί 2 κρούσματα στο νομό Ηρακλείου (και τα δύο είχαν έρθει στο νησί από άλλη περιοχή στις αρχές του 2024) για τα οποία υπήρχε υποψία ότι μπορεί να έχουν τη νόσο. Για το λόγο αυτό απομονώθηκαν, δεν υπήρξε διασπορά και όταν επιβεβαιώθηκε εργαστηριακά ότι νοσούν από την ευλογιά θανατώθηκαν τα κοπάδια των δύο μονάδων όπου εντοπίστηκαν.

Σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία, προκαλεί αίσθηση η απόφαση του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης να κάνει “εκπτώσεις” στους ελέγχους για τη διακίνιση των ζωοτροφών. Οι προϋποθέσεις που τίθενται, όπως η επιλογή διαδρομών μακριά από εκτροφές και η απουσία στάσεων, θεωρούνται πρακτικά αδύνατο να ελεγχθούν διοικητικά.
Στη σκιά των εξελίξεων, οι αντιδράσεις από την Περιφέρεια Κρήτης, που εδώ και μήνες εφαρμόζει προληπτικά μέτρα και παραμένει “καθαρή” από τη νόσο, είναι θυελλώδεις.
Σε επιστολή μάλιστα του αρμόδιου Αντιπεριφερειάρχη Πρωτογενή Τομέα Σταύρου Τζεδάκη επισημαίνεται ότι οι νέες οδηγίες δεν παρέχουν ουσιαστικές εγγυήσεις βιοασφάλειας και δεν διασφαλίζουν την αποτροπή εισαγωγής της νόσου στο νησί.


