Ερώτηση προς τα Υπουργεία Υποδομών και Μεταφορών και Τουρισμού κατέθεσε η Βουλευτής Λασιθίου του ΠΑΣΟΚ, Κατερίνα Σπυριδάκη, με αντικείμενο την κατάρρευση της αξιοπιστίας του FIR Αθηνών, τα σοβαρά ελλείμματα ασφάλειας και λειτουργικότητας των αερομεταφορών, τη διεθνή έκθεση της χώρας και τον άμεσο κίνδυνο για τον τουρισμό. Την εν λόγω Κοινοβουλευτική πρωτοβουλία της κας Σπυριδάκη συνυπογράφει και ο Βουλευτής Δράμας και Τομεάρχης Υποδομών και Μεταφορών του ΠΑΣΟΚ, Τάσος Νικολαΐδης.
Στην Ερώτηση υπογραμμίζεται εξαρχής ότι τα πρόσφατα γεγονότα στο FIR Αθηνών «δεν αποτελούν ούτε συγκυριακό τεχνικό επεισόδιο ούτε “ατυχές περιστατικό” περιορισμένης σημασίας», αλλά συνιστούν «την κορύφωση μιας παρατεταμένης και πλήρως τεκμηριωμένης κρίσης», για την οποία υπήρξαν έγκαιρες προειδοποιήσεις, κοινοβουλευτικές παρεμβάσεις και δημόσιες καταγγελίες, τις οποίες η Κυβέρνηση συστηματικά υποβάθμισε ή αγνόησε.
Οι προηγούμενες κοινοβουλευτικές παρεμβάσεις και τα σημεία που είχαν αναδείξει οι Βουλευτές
Οι Βουλευτές του ΠΑΣΟΚ υπενθυμίζουν ότι ήδη από τις 3 Ιουνίου 2025 είχαν καταθέσει την υπ’ αριθμ. πρωτ. 5856/03.06.2025 Ερώτηση προς τα Υπουργεία Υποδομών και Τουρισμού, αναδεικνύοντας τις σοβαρές και συστηματικές καθυστερήσεις πτήσεων στο Διεθνές Αεροδρόμιο Αθηνών. Με τεκμηριωμένα στοιχεία διεθνών οργανισμών και ιδίως του Eurocontrol, είχε επισημανθεί ότι οι καθυστερήσεις τύπου ATFM έχουν αποκτήσει συστημικό χαρακτήρα, με την Αθήνα να καταγράφεται μεταξύ των ευρωπαϊκών αεροδρομίων με τις χειρότερες επιδόσεις.
Όπως είχε τονιστεί, «κατά την τουριστική περίοδο του 2024 άνω του 42% των αφίξεων παρουσίασε καθυστέρηση άνω των 15 λεπτών, ενώ τον Ιούλιο μία στις δύο πτήσεις έφτανε καθυστερημένη», γεγονός που υπονομεύει ευθέως την αξιοπιστία του βασικού αεροπορικού κόμβου της χώρας. Παράλληλα, είχε αναδειχθεί το σημαντικό οικονομικό κόστος των καθυστερήσεων, με απώλειες άνω του 1,1 εκατ. ευρώ σε μία μόνο ημέρα αιχμής, χωρίς να συνυπολογίζονται οι επιπτώσεις στους επιβάτες και στις τουριστικές επιχειρήσεις.
Ιδιαίτερη έμφαση είχε δοθεί στη χρόνια υποστελέχωση και γήρανση του προσωπικού ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας, στις επανειλημμένες προειδοποιήσεις των Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας για επιδείνωση της κατάστασης και στην απουσία ενιαίου και διατομεακού στρατηγικού σχεδιασμού μεταξύ Υπουργείων Υποδομών και Τουρισμού.
Οι απαντήσεις των αρμόδιων φορέων και η κριτική
Όπως σημειώνεται στην παρούσα Ερώτηση, οι απαντήσεις της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας επιβεβαίωσαν ότι το πρόβλημα αντιμετωπίζεται κυρίως με μέτρα διαχείρισης της πίεσης και όχι με δομικές λύσεις. Η επίκληση προσλήψεων που θα αποδώσουν επιχειρησιακά το 2026 και η συστηματική υπερεργασία του υφιστάμενου προσωπικού συνιστούν έμμεση παραδοχή ότι το σύστημα θα συνεχίσει να λειτουργεί στα όρια της αντοχής του για τουλάχιστον δύο ακόμη κρίσιμες τουριστικές περιόδους.
Παράλληλα, ασκείται έντονη κριτική στη στάση της ΥΠΑ, η οποία αποφεύγει τη σαφή σύγκριση της Αθήνας με άλλα μεγάλα ευρωπαϊκά αεροδρόμια, επικαλούμενη γενικές γεωγραφικές και εποχικές ιδιαιτερότητες, ενώ τα στοιχεία του Eurocontrol καταδεικνύουν διαχρονικά υψηλές καθυστερήσεις στον μητροπολιτικό κόμβο της χώρας.
Αντίστοιχα, το Υπουργείο Τουρισμού αποφεύγει να τοποθετηθεί επί της ουσίας των επιπτώσεων των καθυστερήσεων στην ταξιδιωτική εμπειρία και περιορίζεται σε θετικούς δείκτες κίνησης και βραβεύσεις, χωρίς να απαντά στο κρίσιμο πολιτικό ερώτημα πώς προστατεύεται η εικόνα του ελληνικού τουριστικού προϊόντος όταν η εμπειρία του ταξιδιώτη υπονομεύεται συστηματικά.
Τα ζητήματα ασφάλειας και η επιβεβαίωση των ανησυχιών
Με την υπ’ αριθμ. πρωτ. 5857/03.06.2025 Ερώτηση προς τον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών, το ΠΑΣΟΚ είχε θέσει ευθέως ζητήματα ασφάλειας πτήσεων, αναδεικνύοντας – μεταξύ άλλων – τη μη επιχειρησιακή χρήση του συστήματος Short Term Conflict Alert στην Προσέγγιση Αθηνών επί περισσότερα από 25 έτη, την παλαιότητα κρίσιμου εξοπλισμού και την πλήρη εξάρτηση της ασφάλειας από την ανθρώπινη εμπειρία των ελεγκτών.
Οι απαντήσεις της ΥΠΑ και της Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας όχι μόνο δεν διέψευσαν τις ανησυχίες, αλλά επιβεβαίωσαν τη χρονιότητα των προβλημάτων, τη μετάθεση των ουσιαστικών λύσεων στο μέλλον και την ύπαρξη θεσμικού κενού λογοδοσίας.
Το μπλακ άουτ της 4ης Ιανουαρίου 2026 ως επιβεβαίωση
Υπό το πρίσμα αυτό, το ολικό μπλακ άουτ επικοινωνιών στο FIR Αθηνών στις 4 Ιανουαρίου 2026 δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε απρόβλεπτο ούτε μεμονωμένο. Όπως καταγράφεται στην Ερώτηση, επρόκειτο για «αποτέλεσμα συσσωρευμένων αδυναμιών που είχαν εγκαίρως επισημανθεί και δεν αντιμετωπίστηκαν με την απαιτούμενη σοβαρότητα», με μαζικές ακυρώσεις, καθυστερήσεις και διεθνή έκθεση της χώρας.
Το πόρισμα και η πολιτική διάσταση
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι, σύμφωνα με το πόρισμα που παρουσιάστηκε στη Βουλή, ήδη από το 2019 υπήρχε επίσημη ενημέρωση της ΥΠΑ από τον ΟΤΕ για σοβαρά προβλήματα στο σύστημα επικοινωνιών. Το στοιχείο αυτό καταρρίπτει πλήρως το αφήγημα περί «απρόβλεπτου τεχνικού συμβάντος» και αποδεικνύει ότι το μπλακ άουτ ήταν αποτέλεσμα μακρόχρονης αδράνειας, παρά τις έγκαιρες προειδοποιήσεις.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με το ίδιο πόρισμα, δεν κατέστη δυνατός ο εκ των υστέρων ακριβής προσδιορισμός της εστίας του συμβάντος, γεγονός που γεννά σοβαρά ερωτήματα για το επίπεδο επιχειρησιακής ετοιμότητας και ελέγχου των κρίσιμων υποδομών.
Όπως τονίζεται, το ζήτημα υπερβαίνει τη διαχείριση μιας τεχνικής κρίσης και αγγίζει τον πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας και της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας. Η ευθύνη της Κυβέρνησης δεν είναι μόνο διαχειριστική, αλλά βαθύτατα πολιτική – και απαιτεί σχέδιο, διαφάνεια και λογοδοσία.
Στο τέλος της Ερώτησης, οι Βουλευτές του ΠΑΣΟΚ καλούν τα αρμόδια Υπουργεία να δώσουν σαφείς, τεκμηριωμένες και συγκεκριμένες απαντήσεις στα ακόλουθα κρίσιμα ερωτήματα:
1. Ποια είναι τα πλήρη, ακριβή και τεχνικά τεκμηριωμένα αίτια που οδήγησαν στο ολικό μπλακ άουτ κρίσιμων συχνοτήτων επικοινωνίας στο FIR Αθηνών στις 4 Ιανουαρίου 2026, λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα με το πόρισμα που παρουσιάστηκε στη Βουλή, δεν κατέστη δυνατός ο ακριβής προσδιορισμός της εστίας του συμβάντος, και πότε προτίθεται η Κυβέρνηση να καταθέσει το σύνολο του πορίσματος με όλα τα τεχνικά παραρτήματα επισήμως και αναλυτικά στη Βουλή;
2. Για ποιον λόγο, παρά την επίσημη ενημέρωση της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας ήδη από το 2019 για προβλήματα του συστήματος επικοινωνιών, δεν ελήφθησαν έγκαιρα και επαρκή μέτρα πρόληψης, ώστε να αποτραπεί η κατάρρευση που σημειώθηκε τον Ιανουάριο του 2026;
3. Υπήρξε ή όχι πλήρης απώλεια επιχειρησιακής εφεδρείας στα συστήματα επικοινωνίας και επιτήρησης και, εάν ναι, πώς συμβιβάζεται αυτό με τις διαβεβαιώσεις περί «μη επηρεασμού της ασφάλειας των πτήσεων»;
4. Ποια συγκεκριμένα συστήματα, υποδομές ή εγκαταστάσεις αποδείχθηκαν ανεπαρκή ή ευάλωτα κατά το συμβάν και ποια είναι η ηλικία, η κατάσταση συντήρησης και το ιστορικό βλαβών τους;
5. Ποιος φέρει την πολιτική και διοικητική ευθύνη για τη λειτουργία απαρχαιωμένων συστημάτων εναέριας κυκλοφορίας και επικοινωνιών, τα οποία – όπως καταγγέλλεται – είχαν επανειλημμένα παρουσιάσει σοβαρά προβλήματα πριν το μπλακ άουτ;
6. Για ποιον λόγο δεν είχε ενεργοποιηθεί εγκαίρως μεταβατικό σχέδιο επιχειρησιακής ασφάλειας, δεδομένων των επανειλημμένων προειδοποιήσεων των Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας για την παλαιότητα και την ευαλωτότητα του εξοπλισμού;
7. Προτίθεται το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών να ζητήσει ανεξάρτητη διερεύνηση του συμβάντος με τη συμμετοχή της Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας και του ΕΟΔΑΣΑΑΜ και να δημοσιοποιήσει τα πορίσματα;
8. Ποιο είναι το άμεσο μεταβατικό σχέδιο (και όχι το μακροπρόθεσμο έως το 2028) για τη διασφάλιση της απρόσκοπτης και ασφαλούς λειτουργίας του FIR Αθηνών ενόψει της επόμενης και των μεθεπόμενων τουριστικών περιόδων;
9. Πώς σκοπεύει η Κυβέρνηση να αντιμετωπίσει την προαναγγελθείσα άρνηση υπερεργασίας από τους Ελεγκτές Εναέριας Κυκλοφορίας και ποιο είναι το επιχειρησιακό σχέδιο σε περίπτωση εκτεταμένων καθυστερήσεων το καλοκαίρι του 2026;
10. Έχει αποτιμηθεί το οικονομικό κόστος του μπλακ άουτ (ακυρώσεις, καθυστερήσεις, αναδρομολογήσεις, αποζημιώσεις) για αεροπορικές εταιρείες, επιβάτες και τουριστικές επιχειρήσεις και, εάν ναι, ποια είναι τα σχετικά στοιχεία;
11. Πώς αξιολογεί το Υπουργείο Τουρισμού τη διεθνή ζημιά στην εικόνα της χώρας, μετά την εκτεταμένη προβολή του περιστατικού από μεγάλα ευρωπαϊκά και διεθνή μέσα ενημέρωσης, και ποια συγκεκριμένα μέτρα αποκατάστασης της αξιοπιστίας έχουν ληφθεί;
12. Υπάρχει θεσμοθετημένος μηχανισμός συντονισμού μεταξύ Υπουργείων Υποδομών και Τουρισμού για τη διαχείριση κρίσεων στις αερομεταφορές που πλήττουν άμεσα τον τουρισμό και, εάν όχι, προτίθεται η Κυβέρνηση να τον δημιουργήσει;
13. Για ποιον λόγο η υπ’ αριθμ. πρωτ. 8171/22.08.2025 Ερώτηση, που αφορούσε ευθέως την ασφάλεια πτήσεων και την ευρωπαϊκή εποπτεία της χώρας, δεν απαντήθηκε ποτέ, και πώς αιτιολογείται αυτή η θεσμική παράλειψη;
14. Πώς διασφαλίζεται ότι η Ελλάδα δεν θα συνεχίσει να εμφανίζεται διεθνώς ως αναξιόπιστος ή απορρυθμισμένος εναέριος κόμβος, ιδίως σε μια περίοδο που ο τουρισμός προβάλλεται ως βασικός πυλώνας της εθνικής οικονομίας;


