Περισσότερο από το ένα τέταρτο των ενηλίκων στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα ήταν απίθανο να λάβει το εμβόλιο κατά της COVID-19 όταν τους προσφέρθηκε, σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε την Πέμπτη.

Τα αποτελέσματα έδειξαν επίσης μια ισχυρή σχέση μεταξύ της διστακτικότητας απέναντι στα εμβόλια και της χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ιδίως όταν αυτά αποτελούν την κύρια πηγή πληροφοριών, σύμφωνα με το Eurofound που πραγματοποίησε την έρευνα.

«Δυστυχώς, αυτά τα ευρήματα αντικατοπτρίζουν την αποτυχία να υπάρξει μια πειστική και σαφής επικοινωνία σχετικά με την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια των εμβολίων», δήλωσε η Daphne Ahrendt, ανώτερη διευθύντρια της Eurofound.

Οι Βούλγαροι ήταν οι πιο απρόθυμοι να λάβουν το εμβόλιο, με το 67% των ενηλίκων να λένε ότι ήταν απίθανο ή πολύ απίθανο να εμβολιαστούν. Στην Ιρλανδία, μόνο το 10% των ενηλίκων δήλωσαν ότι δεν θα έκαναν το εμβόλιο.

ereyna-pos-ta-social-media-apeiloyn-to-teichos-anosias0
Στην Ελλάδα πάντως, όπως φαίνεται και στον πίνακα, επικρατεί η πρόθεση για εμβολιασμό με το μεγαλύτερο ποσοστό των ερωτηθέντων να τον θεωρεί πολύ πιθανό ή μάλλον πιθανό. 

Η έρευνα κατέγραψε και ένα χάσμα Ανατολής-Δύσης σε ολόκληρη την Ευρώπη. Εκτός από τη Γαλλία και την Αυστρία, η πρόθεση εμβολιασμού ήταν πάνω από 60% σε όλα τα δυτικά κράτη μέλη – με τις σκανδιναβικές και μεσογειακές χώρες, τη Δανία και την Ιρλανδία να έχουν ακόμη υψηλότερα ποσοστά.

Το ποσοστό στα ανατολικά κράτη-μέλη ήταν πολύ χαμηλότερο, από 59% στη Ρουμανία έως 33% στη Βουλγαρία.

Η κύρια επιρροή σε ό,τι αφορά την επιφυλακτικότητα απέναντι στα εμβόλια ήταν ο χρόνος που αφιερώθηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενώ τα ποσοστά επηρεάζονται και από το μέσο που χρησιμοποιήθηκε, ανέφερε η έρευνα. Το ποσοστό αυξάνεται στο 40% μεταξύ εκείνων που χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ως κύρια πηγή ειδήσεων.

Μεταξύ των ατόμων που χρησιμοποίησαν παραδοσιακά μέσα, όπως ο Τύπος, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση, μόνο το 18% των ερωτηθέντων εξέφρασαν σκεπτικισμό για τα εμβόλια.

Η έρευνα διαπίστωσε επίσης ότι οι φοιτητές, οι μισθωτοί ή οι συνταξιούχοι ήταν λιγότερο διστακτικοί από τον μέσο όρο, ενώ το 39% των ανέργων ή εκείνων με μια μακροχρόνια ασθένεια ή κινητικά προβλήματα ήταν πιο διστακτικοί.

Η έρευνα διεξήχθη μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2021, μετά από ένα ολόκληρο έτος ζωής με περιορισμούς λόγω COVID-19 στα 27 κράτη-μέλη της Ε.Ε.

Πηγή: Reuters